Κανείς δεν φοβάται κανέναν: Ο πραγματικός ανταγωνισμός Τουρκίας – Ισραήλ για την περιφερειακή ηγεμονία

Δύο χώρες, δύο ρητά διατυπωμένες φιλοδοξίες περιφερειακής κυριαρχίας, ένα κενό που αφήνει πίσω της η μερικώς αποδεσμευμένη Αμερική. Ο ανταγωνισμός Τουρκίας-Ισραήλ δεν είναι ιστορία φόβου, είναι ιστορία δύο δυνάμεων που διεκδικούν τον ίδιο χώρο.

Κανείς δεν φοβάται κανέναν: Ο πραγματικός ανταγωνισμός Τουρκίας – Ισραήλ για την περιφερειακή ηγεμονία

Η πτώση της ιρανικής επιρροής μετά τον φετινό πόλεμο άφησε πίσω της κενό εξουσίας στη Μέση Ανατολή. Ειδικότερα, δύο χώρες κινούνται πλέον ανοιχτά να το καλύψουν, καμία από τις δύο με στάση άμυνας ή φόβου, αλλά με ρητά διατυπωμένη φιλοδοξία επέκτασης επιρροής. Το ζήτημα δεν είναι ποιος φοβάται ποιον, αλλά ποιος θα καταλάβει περισσότερο από τον χώρο που αφήνει κενό η ίδια η μεταβαλλόμενη αμερικανική στρατηγική προσοχή.

σχετικά άρθρα

Δύο φιλοδοξίες, ρητά διατυπωμένες

Ας δούμε πρώτα τις ίδιες τις τουρκικές δηλώσεις, χωρίς μεσολαβητές. Δεν αφήνουν περιθώριο παρερμηνείας. Αναλυτές του περιοδικού National Interest περιέγραψαν πρόσφατη δήλωση Ερντογάν ως κάτι που «δεν πρέπει να απορριφθεί ως απλή ρητορική», αλλά ως ένδειξη ότι η Άγκυρα επιχειρεί να διευρύνει την περιφερειακή της εμπλοκή μετά τον πόλεμο στο Ιράν. Ειδικότερα, η ίδια ανάλυση περιέγραψε την τουρκική στρατηγική ως λειτουργούσα σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα: καταναγκαστικό στην Ανατολική Μεσόγειο, με αυξημένη πίεση σε Ελλάδα και Κύπρο, και πιο διπλωματικό-οικονομικό απέναντι σε Ισραήλ και αραβικά κράτη. Παράλληλα, τουρκικός ερευνητής περιέγραψε τη λογική πίσω από τη στρατιωτική ενίσχυση της χώρας ως άμεσα συνδεδεμένη με τη φιλοδοξία προβολής ισχύος «στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια, και ολοένα περισσότερο στην Αφρική και την Κεντρική Ασία».

Ισραήλ, ΗΠΑ και Αζερμπαϊτζάν προωθούν τον Διάδρομο Ζανγκεζούρ με στόχο το πλήγμα σε ιρανικές οδούς και την εγκατάσταση στρατιωτικής παρουσίας στα βόρεια σύνορα του Ιράκ.

Το Ισραήλ, από την πλευρά του, δεν παραμένει καθόλου παθητικό. Έχει τις δικές του, εξίσου συγκεκριμένες φιλοδοξίες. Στον ενεργειακό τομέα, το Ισραήλ και η Τουρκία βρίσκονται σήμερα σε ανοιχτό ανταγωνισμό για τον ρόλο του κύριου προμηθευτή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, με αναλυτές να περιγράφουν την κατάσταση ως «κεφάλι με κεφάλι» στη νέα ενεργειακή κούρσα της ηπείρου. Παράλληλα, το Ισραήλ προωθεί, μαζί με τις ΗΠΑ και το Αζερμπαϊτζάν, τον λεγόμενο Διάδρομο Ζανγκεζούρ, με ρητό στόχο τη διατάραξη ιρανικών εμπορικών και ενεργειακών οδών και την τοποθέτηση στρατιωτικής παρουσίας στα βόρεια σύνορα του Ιράν. Επιπρόσθετα, η ίδια η ισραηλινή αμυντική βιομηχανία επιδιώκει ενεργά διείσδυση στον Κόλπο, μολονότι αντιμετωπίζει ήδη αντιδράσεις, όπως όταν το κατάρινο κρατικό επενδυτικό ταμείο, ως τρίτος μεγαλύτερος μέτοχος της Volkswagen, εμπόδισε συμφωνία της γερμανικής εταιρείας με ισραηλινή αμυντική βιομηχανία.

Το αμερικανικό κενό

Πίσω από αυτή την ταυτόχρονη διεκδίκηση κρύβεται μια βαθύτερη, δομική αλλαγή. Δεν είναι τυχαία χρονική στιγμή. Αναλυτές περιγράφουν το 2026 ως έτος «μετάβασης από την αμερικανική κυριαρχία σε πολυπολικό ανταγωνισμό» στη Μέση Ανατολή. Ειδικότερα, ισραηλινό μέσο σημείωσε πρόσφατα ότι η Τουρκία «ολοένα περισσότερο ευθυγραμμίζεται με την Κίνα καθώς η αμερικανική επιρροή υποχωρεί», ενώ το ίδιο άρθρο ανέδειξε μια ιδιαίτερα εύγλωττη παρατήρηση: η ίδια η συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, το δυτικό θεσμικό «ομπρέλα» που υποτίθεται πως τη συγκρατεί, είναι ακριβώς αυτό που της επέτρεψε ιστορικά να διατηρεί στρατό πολύ μεγαλύτερο από τους περιφερειακούς ανταγωνιστές της, χτίζοντας σταδιακά την περιφερειακή της ισχύ κάτω από τη δυτική θεσμική προστασία.

Υπάρχει, μάλιστα, και ανοιχτή συζήτηση μέσα στην ίδια την αμερικανική κυβέρνηση για το αν αξίζει να «αναθέσει» ουσιαστικά τη διαχείριση της περιοχής στην Τουρκία, ως αξιόπιστο διαμεσολαβητή αμερικανικών συμφερόντων στον μουσουλμανικό κόσμο. Ωστόσο, η ιδέα αυτή αντιμετωπίζει έντονη δυσπιστία, όχι μόνο από το Ισραήλ, αλλά και από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο, οι οποίες δεν θα καλωσόριζαν έναν τέτοιο ρόλο για την Άγκυρα. Παράλληλα, η ίδια η φύση της αμερικανικής ενεργειακής ανεξαρτησίας, με τις ΗΠΑ να αποτελούν καθαρό εξαγωγέα πετρελαίου από το 2020, μειώνει σταδιακά το άμεσο αμερικανικό συμφέρον στην περιοχή, αφήνοντας μεγαλύτερο χώρο ελιγμών σε περιφερειακούς παίκτες.

Η Ευρώπη ως θεατής, όχι παίκτης

Μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να κατέχει παράξενα παθητικό ρόλο, παρά το γεγονός ότι είναι αυτή που τελικά εξαρτάται περισσότερο από το αποτέλεσμα. Δεν λειτουργεί ως ανεξάρτητος παίκτης. Ανάλυση σημείωσε ότι τόσο η κυβέρνηση Μπάιντεν όσο και η κυβέρνηση Τραμπ, παρά τις εντελώς διαφορετικές ρητορικές τους, κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα: ενίσχυση του τουρκικού ρόλου ως απαραίτητου ενδιάμεσου για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, αφήνοντας την ίδια την Ευρώπη «εξαρτημένη». Παράλληλα, ο ίδιος ο οικονομικός διάδρομος IMEC, χωρίς «ασφαλή, κυρίαρχη μεσογειακή άγκυρα», κινδυνεύει να παραμείνει «εννοιολογικός χάρτης, όχι επιχειρησιακή πραγματικότητα», όπως σημειώνει η ίδια ανάλυση.

Το ελληνοϊσραηλινό αντίβαρο

Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο αποκτά πλήρες νόημα η στρατηγική επιλογή του Ισραήλ να εμβαθύνει τους δεσμούς του με Ελλάδα και Κύπρο. Δεν είναι απλώς διμερής φιλία. Ισραηλινός αναλυτής συνέδεσε ρητά την αποδυνάμωση του ιρανικού άξονα με την ανερχόμενη τουρκική φιλοδοξία, εξηγώντας ότι το Ισραήλ αντιδρά ακριβώς ενισχύοντας τους δεσμούς του με Ελλάδα και Κύπρο, ως αντίβαρο στην τουρκική άνοδο. Παράλληλα, αμερικανικό ινστιτούτο μελετών, το Foundation for Defense of Democracies, χαρακτήρισε ρητά τους Έλληνες και τους Κύπριους «πιστούς φίλους με πραγματικό συμφέρον στη διαμόρφωση του μέλλοντος της περιοχής», προτείνοντας ανοιχτά συμμαχία μαζί τους για να «αμβλυνθεί η πρόοδος του άξονα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας».

Το συμπέρασμα

Στο τέλος της εξέτασης αυτής μένει μια εικόνα καθαρή, χωρίς συναισθηματισμούς. Δύο χώρες, καμία από τις δύο φοβισμένη, διεκδικούν τον ίδιο γεωπολιτικό χώρο, ακριβώς τη στιγμή που η παραδοσιακή αμερικανική κυριαρχία μεταλλάσσεται σε κάτι πιο πολυπολικό, λιγότερο προβλέψιμο. Πρώτον, η Τουρκία διαθέτει ρητά διατυπωμένη φιλοδοξία περιφερειακής ηγεμονίας, ενισχυμένη από το ίδιο το δυτικό θεσμικό πλαίσιο που τη φιλοξενεί. Ωστόσο, το Ισραήλ δεν στέκεται παθητικό απέναντι, αλλά επενδύει ενεργά σε δικά του, εξίσου φιλόδοξα σχέδια, με την Ελλάδα και την Κύπρο να αναδεικνύονται σε βασικό, στρατηγικό του αντίβαρο. Το iaxia.gr θα συνεχίσει να παρακολουθεί πώς εξελίσσεται αυτός ο ανταγωνισμός φιλοδοξιών, καθώς κάθε νέο του κεφάλαιο αγγίζει άμεσα και την ελληνική στρατηγική θέση στην περιοχή.