Η Ουάσιγκτον μπαίνει στο παιχνίδι: γιατί το Κογκρέσο θέλει προτεραιότητα για τον υποθαλάσσιο διάδρομο Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ
Διακομματική ομάδα Αμερικανών βουλευτών ζητά από την κυβέρνηση Τραμπ να δώσει προτεραιότητα στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Πίσω από την πρωτοβουλία κρύβεται ένα έργο που καθυστερεί χρόνια, μια τουρκική αντίρρηση και μια ευρύτερη μάχη υποδομών με την Κίνα.
Ομάδα Αμερικανών βουλευτών, Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων μαζί, έστειλε επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον επικεφαλής της αναπτυξιακής τράπεζας DFC. Ζητούν να καταστεί ο Great Sea Interconnector προτεραιότητα της αμερικανικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, πρόκειται για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, ένα από τα πιο φιλόδοξα ενεργειακά έργα της περιοχής. Η παρέμβαση έρχεται λίγες μέρες μετά την υπογραφή συμφωνίας στην Αθήνα, με την είσοδο γαλλικού επενδυτικού ομίλου ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία του έργου. Ωστόσο, η ίδια η επιστολή αποκαλύπτει πολύ περισσότερα από απλή διπλωματική ευγένεια.
Η Ουάσιγκτον μπαίνει στο παιχνίδι
Ας δούμε πρώτα ποιοι στέκονται πίσω από αυτή την πρωτοβουλία. Δεν πρόκειται για περιθωριακή φωνή. Την επιστολή συνέταξαν οι βουλευτές Μπραντ Σνάιντερ, Δημοκρατικός από το Ιλινόις, και Γκας Μπιλιράκης, Ρεπουμπλικάνος από τη Φλόριντα, με την υπογραφή τεσσάρων ακόμη συναδέλφων τους. Παράλληλα, οι νομοθέτες συνδέουν ευθέως το έργο με τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης, γνωστό διεθνώς ως IMEC, ο οποίος υπεγράφη στο περιθώριο της συνόδου G20 στο Νέο Δελχί τον Σεπτέμβριο του 2023. Επιπρόσθετα, τον υπέγραψαν τότε Ινδία, Ηνωμένες Πολιτείες, Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση. «Η Ανατολική Μεσόγειος θα διαδραματίσει ζωτικής σημασίας ρόλο ως πύλη προς τον IMEC», έγραψαν οι βουλευτές, χαρακτηρίζοντας τον διάδρομο υποδομή «κεντρικής» σημασίας για ολόκληρο το εγχείρημα.
Η αμερικανική ανησυχία, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την ενέργεια αυτή καθαυτή. Έχει σαφή γεωπολιτική διάσταση. Οι νομοθέτες παρουσιάζουν το έργο ως «διαφανή εναλλακτική» απέναντι σε υποδομές που ελέγχονται από στρατηγικούς ανταγωνιστές των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς να κατονομάζουν ρητά την Κίνα. Αντίστοιχα, η επιστολή τονίζει ότι η διασύνδεση θα άρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, θα ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού του Ισραήλ και θα επιτρέψει αμφίδρομες ροές ηλεκτρικής ενέργειας ανάμεσα σε Ευρώπη και Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, εντάσσουν το έργο στο πλαίσιο του νομοσχεδίου Eastern Mediterranean Gateway Act, που οι ίδιοι είχαν εισαγάγει ήδη από τον Μάιο του 2025, και το οποίο έχει ήδη περάσει από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής. Ωστόσο, η ίδια η επιστολή διευκρινίζει ρητά ότι δεν αντιπροσωπεύει νέα χρηματοδοτική δέσμευση, παρά μόνο πολιτική πίεση για μεγαλύτερη προσοχή.
Η τουρκική σκιά πάνω από το καλώδιο
Πίσω από την αμερικανική παρέμβαση κρύβεται και μια λιγότερο συζητημένη πολυπλοκότητα. Αφορά τη γειτονική Τουρκία. Ειδικότερα, ανεξάρτητες πηγές του κλάδου ενέργειας σημειώνουν ρητά ότι οι τουρκικές αντιρρήσεις σε περιφερειακά έργα που την αποκλείουν προσθέτουν πρόσθετη πολυπλοκότητα στην υλοποίηση του Great Sea Interconnector. Το μοτίβο αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο. Έχουμε ήδη καταγράψει επανειλημμένα την τουρκική τακτική αμφισβήτησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και υποδομών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, από τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» έως τις αντιδράσεις για χωροταξικά σχέδια. Παράλληλα, η Άγκυρα διατηρεί ιστορικά την άποψη ότι κάθε ενεργειακό ή υποδομικό έργο στην περιοχή πρέπει να περιλαμβάνει και τη δική της συμμετοχή, ή τουλάχιστον τη συναίνεσή της.
Η ίδια η φύση του IMEC ενισχύει αυτή την ένταση. Συγκεκριμένα, ο διάδρομος αυτός σχεδιάστηκε εν μέρει ως εναλλακτική διαδρομή που παρακάμπτει την Τουρκία, κάτι που η Άγκυρα έχει επανειλημμένα επικρίνει δημόσια σε άλλα πλαίσια, θεωρώντας το προσπάθεια περιθωριοποίησής της από μεγάλα περιφερειακά σχέδια. Επιπρόσθετα, το αίτημα των βουλευτών για διαβαθμισμένη ενημέρωση σχετικά με τις «γεωπολιτικές προκλήσεις» που αφορούν την ολοκλήρωση του έργου αποτελεί έμμεση αλλά σαφή ένδειξη ότι η ίδια η αμερικανική πλευρά αναγνωρίζει σοβαρά εμπόδια πέρα από τα καθαρά τεχνικά ή χρηματοδοτικά ζητήματα. Ωστόσο, καμία δημόσια πηγή δεν προσδιόρισε ρητά τη φύση αυτών των προκλήσεων, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για το πραγματικό τους βάθος.
Η καθυστέρηση που κανείς δεν ομολογεί ανοιχτά
Πέρα από τη γεωπολιτική, το έργο αντιμετωπίζει και πιο πεζά, πρακτικά εμπόδια. Δεν είναι καθόλου αμελητέα. Καταρχάς, η ολοκλήρωση του έργου έχει ήδη ξεπεράσει τον αρχικό στόχο, που τοποθετούνταν στο τέλος του 2029 ή τις αρχές του 2030. Ακολούθως, οι ρυθμιστικές αρχές ενέργειας τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο δεν έχουν ακόμη εγκρίνει πληρωμές προς την κοινοπραξία για το 2026, αναμένοντας θετικότερες εξελίξεις. Παράλληλα, η ίδια η Κύπρος διατηρεί ανοιχτό το ερώτημα αν θα συμμετάσχει τελικά ως μέτοχος, περιμένοντας πρώτα τα ευρήματα ελέγχου δέουσας επιμέλειας από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Επιπρόσθετα, υπάρχει και ουσιαστική διαφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές: η Ελλάδα επιθυμεί μελέτη που θα εξετάζει την ελκυστικότητα του έργου για ξένους επενδυτές, ενώ η Κύπρος επιμένει σε ανανεωμένη ανάλυση κόστους-οφέλους εστιασμένη αποκλειστικά στους δικούς της καταναλωτές.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί και μια πιο αμφιλεγόμενη λεπτομέρεια. Δηλώσεις πρώην Κύπριου υπουργού Ενέργειας φέρεται να υπονομεύουν την επίσημη κυπριακή αφήγηση, σύμφωνα με την οποία οι καθυστερήσεις οφείλονται κυρίως σε αμφιβολίες για τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα του έργου. Ωστόσο, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επαναλάβει ότι ο χαρακτηρισμός του έργου ως «Έργου Κοινού Ενδιαφέροντος» αντανακλά ήδη προηγούμενη ανάλυση κόστους-οφέλους που επιβεβαιώνει τη βιωσιμότητά του, κατατάσσοντάς το ανάμεσα σε οκτώ κορυφαίους διασυνοριακούς «ενεργειακούς αυτοκινητόδρομους» προτεραιότητας.
Το ελληνικό διακύβευμα
Και τώρα η οπτική που αφορά άμεσα εμάς. Το έργο αυτό υπερβαίνει την καθαρά ενεργειακή του διάσταση. Καταρχήν, η επιτυχής ολοκλήρωσή του θα ενίσχυε σημαντικά τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου της Ανατολικής Μεσογείου, ακριβώς τη στιγμή που η χώρα επιδιώκει να αναβαθμίσει τη διεθνή της θέση σε αυτόν τον τομέα. Παράλληλα, η αμερικανική στήριξη προσθέτει πρόσθετο διπλωματικό βάρος απέναντι σε τυχόν τουρκικές αντιδράσεις. Ωστόσο, η ίδια η καθυστέρηση του έργου, καθώς και οι εσωτερικές διαφωνίες με την Κύπρο, υπενθυμίζουν ότι ακόμη και τα πιο στρατηγικά έργα υπόκεινται σε πραγματικά, χρονοβόρα εμπόδια. Η τεχνική διαβαθμισμένη ενημέρωση που ζητούν οι Αμερικανοί βουλευτές θα δείξει, ενδεχομένως, πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει η ίδια η Ουάσιγκτον τους κινδύνους γύρω από αυτό το έργο.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος της εξέτασης αυτής μένει μια εικόνα με σαφή, αλλά σύνθετα περιγράμματα. Ένα καλώδιο σχεδιασμένο να ενώσει τρεις χώρες, μια αμερικανική πίεση για επιτάχυνση, μια τουρκική σκιά που δεν λέγεται πάντα ανοιχτά. Πρώτον, η αμερικανική διακομματική στήριξη δείχνει πραγματικό στρατηγικό ενδιαφέρον, πέρα από απλή συμβολική χειρονομία. Ωστόσο, οι πρακτικές καθυστερήσεις και οι εσωτερικές διαφωνίες Ελλάδας-Κύπρου δείχνουν ότι ο δρόμος παραμένει μακρύς. Το iaxia.gr θα συνεχίσει να παρακολουθεί την εξέλιξη αυτού του έργου, καθώς κάθε βήμα του αγγίζει ταυτόχρονα ενέργεια, διπλωματία και την ίδια την ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.

