Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ και Καναδά, οι δασμοί Τραμπ και το αφήγημα της προσάρτησης
Πώς κατέρρευσαν οι διαπραγματεύσεις, οι αμερικανικές απαιτήσεις για έλεγχο και οι πολιτικές συνέπειες για Κάρνεϊ και Τραμπ.
Σε μια δραματική κλιμάκωση που ανατρέπει τα δεδομένα στην αμερικανική ήπειρο, ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, δήλωσε το Σάββατο που μας πέρασε ότι η χώρα του βρίσκεται πλέον σε εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι σκληρές αυτές δηλώσεις ήρθαν ως απόρροια της θεαματικής κατάρρευσης των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών την περασμένη εβδομάδα. Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε την επιβολή νέων αμερικανικών δασμών της τάξης του 50% σε μια ευρεία γκάμα καναδικών προϊόντων. Ο Κάρνεϊ, απαντώντας άμεσα, δεσμεύτηκε να ανταποδώσει τα πλήγματα επιβάλλοντας αντίστοιχους δασμούς, δολάριο προς δολάριο.
Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, μέσα από ανάρτησή του στο Truth Social, κατηγόρησε την Οτάβα ότι επιδιώκει να απολαμβάνει τα προνόμια μιας αμερικανικής πολιτείας χωρίς να φέρει τα αντίστοιχα βάρη. Μέσα σε αυτό το κλίμα ακραίας πόλωσης, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τις βαθύτερες επιδιώξεις του Τραμπ, οι οποίες μοιάζουν να συνδέονται με την παλαιότερα εκφρασμένη επιθυμία του για προσάρτηση του Καναδά.
Το φόντο των εμπορικών σχέσεων και η συμφωνία USMCA
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος αυτής της σύγκρουσης, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στο ιστορικό υπόβαθρο των εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ-Καναδά. Οι δύο οικονομίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, με βαθιά ενσωμάτωση των αλυσίδων εφοδιασμού, τεράστιες διασυνοριακές ροές ενέργειας και ογκώδες διμερές εμπόριο. Οι ΗΠΑ αποτελούν τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Καναδά, ενώ ο Καναδάς είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εταίρος των ΗΠΑ, πίσω μόνο από το Μεξικό.

Για δεκαετίες, το εμπόριο στη Βόρεια Αμερική διεξαγόταν σε μεγάλο βαθμό χωρίς δασμούς χάρη στη γνωστή συμφωνία NAFTA. Κατά την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ πίεσε έντονα για την επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας, κάτι που οδήγησε στο ανανεωμένο σύμφωνο USMCA το 2019. Ωστόσο, η επιστροφή του στον Λευκό Οίκο στις αρχές του 2025 άλλαξε άρδην τα δεδομένα, εγκαινιάζοντας μια νέα περίοδο προστατευτισμού και εξαιρετικά επιθετικής ρητορικής, που δυναμίτισε το κλίμα συνεργασίας ετών.
Η επιστροφή Τραμπ και η έναρξη του εμπορικού πολέμου
Η δεύτερη θητεία Τραμπ χαρακτηρίστηκε από μια ραγδαία αλλαγή στάσης απέναντι στην Οτάβα. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες για τον ενάμιση χρόνο που μεσολάβησε—ένα διάστημα γεμάτο ανακοινώσεις, αλλεπάλληλες διακυμάνσεις και πολιτικές κυβιστήσεις—η γενική εικόνα είναι ξεκάθαρη: ο Τραμπ ανακοίνωσε ταχύτατα σαρωτικούς δασμούς εις βάρος του Καναδά. Αν και σύντομα εξαίρεσε προϊόντα που καλύπτονταν από τη συμφωνία USMCA, ο Καναδάς χτυπήθηκε ανελέητα από παγκόσμιους, τομεακούς δασμούς σε κρίσιμα υλικά, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, ο χαλκός και συγκεκριμένα ανταλλακτικά αυτοκινήτων.

Η καναδική κυβέρνηση, αρχικά υπό την ηγεσία του Τζάστιν Τριντό και από τον Μάρτιο του 2025 υπό τον Μαρκ Κάρνεϊ, δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια, επιβάλλοντας το δικό της πλέγμα αντίποινων. Οι εμπορικές συνομιλίες όλο αυτό το διάστημα ακροβατούσαν συνεχώς μεταξύ προόδου και απόλυτης κατάρρευσης. Παράλληλα, ο Τραμπ αναγκάστηκε να αναπροσαρμόσει τη νομική βάση των δασμών του έπειτα από μια καταδικαστική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ενώ η κυβέρνησή του αρνήθηκε να ανανεώσει την USMCA για ακόμη 16 χρόνια, επιλέγοντας αντ’ αυτού μια διαδικασία ετήσιας αναθεώρησης.
Το χρονικό της κατάρρευσης και οι νέοι δασμοί
Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο τον περασμένο Ιούλιο, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος προανήγγειλε την επιβολή οριζόντιων δασμών 50% σε καναδικά αγαθά αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, καταργώντας κάθε εξαίρεση της USMCA. Η λίστα των προϊόντων περιλάμβανε από τσιμέντο και κρασί μέχρι μπαστούνια του χόκεϊ. Ο Τραμπ δικαιολόγησε την κίνησή του κατηγορώντας τον Καναδά για αθέμιτες διακρίσεις εις βάρος αμερικανικών προϊόντων, με έμφαση στα αυτοκίνητα, το αλκοόλ και τα γαλακτοκομικά.
Μάλιστα, διαμαρτυρήθηκε για μια θεαματική πτώση 22% στις καναδικές εισαγωγές αμερικανικών οχημάτων και μια συντριπτική πτώση 81% στις εισαγωγές αλκοόλ. Αξίζει να σημειωθεί πως, ως απάντηση στην επιθετικότητα Τραμπ και στα σχόλιά του περί προσάρτησης, σχεδόν όλες οι καναδικές επαρχίες είχαν ήδη σταματήσει τις πωλήσεις αμερικανικού αλκοόλ. Σε μια απρόσμενη τροπή, λίγες ώρες πριν τεθούν σε ισχύ αυτοί οι δασμοί στις 19 Αυγούστου, ανακοινώθηκε μια προσωρινή συμφωνία που μετέθετε την εφαρμογή τους. Ωστόσο, η εκεχειρία αποδείχθηκε βραχύβια, καθώς τα ξημερώματα της Παρασκευής η προοπτική της συμφωνίας κατέρρευσε οριστικά.
Οι τρεις κόκκινες γραμμές που οδήγησαν στο ναυάγιο
Ο Καναδός πρωθυπουργός διέκοψε τις συνομιλίες καταγγέλλοντας ότι η αμερικανική πλευρά εισήγαγε την τελευταία στιγμή όρους που ήταν “άδικοι, αντιοικονομικοί” και υπονόμευαν την ίδια την αξιοπιστία της όποιας συμφωνίας. Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές, από την πλευρά τους, αντέστρεψαν τα πυρά, κατηγορώντας τον Καναδά για παράλογες απαιτήσεις στο παρά πέντε και σημειώνοντας ότι η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να αντιδράσει μετά από έναν χρόνο καναδικών αντιμέτρων. Το αποτέλεσμα ήταν οι δασμοί του 50% στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια να ενεργοποιηθούν κανονικά το Σαββατοκύριακο.
Ο Κάρνεϊ εξήγησε την αποχώρησή του εστιάζοντας σε τρεις βασικές αμερικανικές απαιτήσεις που θεωρήθηκαν “κόκκινες γραμμές”. Πρώτον, υπήρξε αγεφύρωτη διαφωνία σχετικά με το εύρος της δασμολογικής ανακούφισης για την αυτοκινητοβιομηχανία. Δεύτερον, η Ουάσιγκτον απαίτησε όρους που θα περιόριζαν την ελευθερία του Καναδά να συνάπτει ανεξάρτητες εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες. Τρίτον, και ίσως πιο κρίσιμο, ο Κάρνεϊ κατήγγειλε προσπάθεια υπονόμευσης της καναδικής προσπάθειας να προστατεύσει τη γλώσσα, τον πολιτισμό και, εν τέλει, την εθνική κυριαρχία της χώρας.

Το ζήτημα της κυριαρχίας και το αφήγημα της 51ης πολιτείας
Η αναφορά στην κυριαρχία κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Ο πρωθυπουργός του Κεμπέκ επιβεβαίωσε ότι οι Αμερικανοί ζήτησαν αλλαγές στη νομοθεσία της γαλλόφωνης επαρχίας, στοχεύοντας άμεσα στους κανόνες που επιβάλλουν τη χρήση της γαλλικής γλώσσας σε συσκευασίες προϊόντων και στο περιεχόμενο των πλατφορμών streaming. Αν και επιφανειακά πρόκειται για μια εμπορική διαμάχη—με τον Τραμπ να επικαλείται δικαιολογίες από τη διακίνηση φαιντανύλης έως τον καπνό από τις δασικές πυρκαγιές—στο βάθος κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό διακύβευμα.
Ένα από τα μόνιμα μοτίβα της δεύτερης θητείας Τραμπ είναι η εμπρηστική ρητορική περί μετατροπής του Καναδά στην 51η αμερικανική πολιτεία, μια προοπτική που ο ίδιος υπαινίσσεται ότι μπορεί να επιβάλει μέσω οικονομικού στραγγαλισμού. Ο Κάρνεϊ υπενθύμισε χαρακτηριστικά μια προειδοποίησή του από την περασμένη άνοιξη: «Η Αμερική προσπαθεί να μας σπάσει για να μπορέσει να μας κατέχει». Υπό αυτό το πρίσμα, οι αμερικανικές απαιτήσεις για τον έλεγχο των εμπορικών συμφωνιών και των γλωσσικών κανόνων μοιάζουν με ξεκάθαρα εργαλεία οικονομικής υποδούλωσης.
Ο οικονομικός αντίκτυπος και ο κίνδυνος για την απασχόληση
Η κλιμάκωση αυτού του εμπορικού πολέμου αναμένεται να επιφέρει οδυνηρές συνέπειες και στις δύο πλευρές των συνόρων. Μπορεί οι νέοι αμερικανικοί δασμοί να αφορούν άμεσα μόνο το 5% των καναδικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, όμως η ευρύτερη αβεβαιότητα θα ασκήσει ασφυκτική πίεση στον πληθωρισμό και την ανεργία.
Σύμφωνα με εξειδικευμένες οικονομικές αναλύσεις, περίπου 90.000 καναδικές θέσεις εργασίας βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο. Πρόκειται για εξαιρετικά άσχημα νέα για μια ήδη στάσιμη καναδική οικονομία, με τις επαρχίες της Βρετανικής Κολομβίας, του Κεμπέκ και του Οντάριο να επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης. Ο πρωθυπουργός της Βρετανικής Κολομβίας, μάλιστα, προειδοποίησε ανοιχτά πως η υποταγή στις αμερικανικές αξιώσεις θα υποβίβαζε ντε φάκτο τον Καναδά στο επίπεδο ενός απλού οικονομικού παραρτήματος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το πολιτικό ρίσκο για τον Τραμπ και η συσπείρωση στον Καναδά
Παρά το ζοφερό οικονομικό τοπίο, ο Μαρκ Κάρνεϊ φαίνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, να κεφαλαιοποιεί πολιτικά την κρίση. Η ραγδαία επιδείνωση των διμερών σχέσεων έχει πυροδοτήσει ένα ισχυρό κύμα αντιαμερικανισμού και εθνικής υπερηφάνειας στον Καναδά. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Angus Reid, το 76% των Καναδών στηρίζει την απόφαση του πρωθυπουργού να αποχωρήσει από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, προσφέροντας μια σημαντική ανάσα συσπείρωσης στην κυβέρνηση. Βέβαια, ο φόβος της ανεργίας παραμένει ένας αστάθμητος παράγοντας που δεν επιτρέπει κανέναν απολύτως εφησυχασμό.
Στον αντίποδα, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε μια πολύ πιο επισφαλή πολιτική θέση. Με τα ποσοστά αποδοχής του να καταγράφουν ιστορικό χαμηλό, ο Αμερικανός πρόεδρος αναζητά απεγνωσμένα μια στρατηγική νίκη ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών. Οποιαδήποτε αρνητική οικονομική παρενέργεια από τον εμπορικό πόλεμο, ιδιαίτερα σε πολιτείες-κλειδιά που συνορεύουν με τον Καναδά, όπως το Μίσιγκαν και το Μέιν, θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για τις εκλογικές προοπτικές των Ρεπουμπλικανών τον ερχόμενο Νοέμβριο. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα και για τους δύο ηγέτες, σε μια αναμέτρηση που δοκιμάζει τα όρια των ιστορικών τους συμμαχιών.

