Η Αρκτική στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ΝΑΤΟ – Ρωσίας: Η στρατιωτικοποίηση της Μόσχας και ο ρόλος της Κίνας

Η Ρωσία έχει ενισχύσει σημαντικά τη στρατιωτική παρουσία της στην Αρκτική, ενώ η συνεργασία της με το Πεκίνο προσθέτει μία ακόμη διάσταση στην αντιπαράθεση – Γιατί το ΝΑΤΟ καλείται να επιταχύνει την ενίσχυση της άμυνας και της αποτροπής του

Η Αρκτική στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ΝΑΤΟ – Ρωσίας: Η στρατιωτικοποίηση της Μόσχας και ο ρόλος της Κίνας

Η Αρκτική εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ, καθώς η Μόσχα έχει προχωρήσει σε εκτεταμένη στρατιωτικοποίηση της περιοχής, ενώ παράλληλα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της μέσω του Διαρκτικού Διαδρόμου Μεταφορών (Transarctic Transport Corridor – TTK). Στην εξίσωση εισέρχεται και η Κίνα, η οποία υποστηρίζει τη Ρωσία και χαρακτηρίζει πλέον τον εαυτό της «κράτος κοντά στην Αρκτική».

σχετικά άρθρα

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τις χώρες του ΝΑΤΟ, οι οποίες καλούνται να διαθέσουν περισσότερους πόρους τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο για την προστασία της ασφάλειας και της κυριαρχίας τους στην Αρκτική και στην ευρύτερη ευρωπαϊκή περιοχή.

Η βασική πρόκληση, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, είναι να αποτιμηθεί σωστά η πραγματική ισχύς και η απειλή που αντιπροσωπεύει η σημερινή Ρωσία. Ούτε η υποτίμηση ούτε η υπερβολική μεγέθυνση των ρωσικών δυνατοτήτων θεωρείται ασφαλής επιλογή, καθώς και οι δύο προσεγγίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε λανθασμένες στρατηγικές αποφάσεις.

Η Ρωσία δεν διαθέτει πλέον την ισχύ της Σοβιετικής Ένωσης. Παραμένει, ωστόσο, ένα επιθετικό κράτος υπό ένα προσωποκεντρικό καθεστώς, το οποίο έχει προκαλέσει τεράστιες ανατροπές με τον πόλεμο στην Ουκρανία και συνεχίζει να δημιουργεί προκλήσεις στην Αρκτική, έχοντας παράλληλα την υποστήριξη του Πεκίνου.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μεγάλο μέρος της Δύσης είχε θεωρήσει ότι η ρωσική απειλή είχε περιοριστεί σημαντικά. Η Ρωσία του Μπόρις Γέλτσιν εμφανιζόταν να επιδιώκει την ένταξή της στην κοινότητα των «πολιτισμένων εθνών», όπως είχε χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, εννοώντας τα δημοκρατικά κράτη.

Η αισιοδοξία ήταν ιδιαίτερα έντονη στη Δυτική Ευρώπη, όπου το ενδιαφέρον στράφηκε περισσότερο στην οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική σταθερότητα. Αντίθετα, τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης που είχαν βγει από τον σοβιετικό έλεγχο αντιμετώπιζαν εξαρχής με πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη τις προθέσεις της Μόσχας.

Οι εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών έδειξαν ότι η ρωσική απειλή δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Ταυτόχρονα, όμως, σύμφωνα με την ανάλυση, η υπερεκτίμηση της ρωσικής ισχύος μπορεί επίσης να αποδειχθεί προβληματική, εφόσον οδηγεί τη Δύση σε υπερβολική υποχωρητικότητα απέναντι στις κινήσεις του Κρεμλίνου.

Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρονται οι αντιδράσεις μετά τη ρωσική εισβολή στη Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία το 2014.

Το 2009, η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον επιχείρησε το γνωστό «reset» στις σχέσεις με τη Ρωσία. Μετά το 2014, παρά την επιβολή κυρώσεων, κορυφαίοι επιχειρηματικοί παράγοντες από την Ευρώπη, μεταξύ των οποίων στελέχη της γαλλικής Total και της ιταλικής ENI, ταξίδεψαν στη Μόσχα και έστειλαν το μήνυμα ότι οι επιχειρηματικές σχέσεις μπορούσαν ουσιαστικά να συνεχιστούν.

Κατά την ανάλυση, η αντίληψη περί τεράστιας ρωσικής ισχύος και του υψηλού κόστους που θα είχε η αντιμετώπισή της οδήγησε τις δυτικές δημοκρατίες περισσότερο στην υποχωρητικότητα παρά στην άμυνα και την αποτροπή.

Αυτό είναι ακριβώς το λάθος που, σύμφωνα με το GM, δεν πρέπει να επαναληφθεί ούτε στην Ουκρανία ούτε στην Αρκτική.

Οι τέσσερις κρίσεις στο εσωτερικό της Ρωσίας και η σημασία της Αρκτικής

Η κατανόηση της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής προϋποθέτει και την εξέταση των προβλημάτων στο εσωτερικό της χώρας. Στην περίπτωση της Ρωσίας του Βλαντίμιρ Πούτιν, η σύνδεση εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής θεωρείται ιδιαίτερα στενή.

Η ανάλυση εντοπίζει τέσσερις αλληλένδετες κρίσεις: κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, οικονομική κρίση, κρίση ταυτότητας και μια επερχόμενη κρίση διαδοχής.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην πολιτική νομιμοποίηση. Για χρόνια, ο Πούτιν καλλιέργησε την εικόνα ενός σχεδόν ανίκητου ηγέτη. Οι δημόσιες εμφανίσεις του σε πολεμικές τέχνες, οι σκηνοθετημένες εξορμήσεις για ψάρεμα, η εύρεση «θησαυρών» στον βυθό και οι πτήσεις του με μηχανοκίνητο αιωρόπτερο για την καθοδήγηση σπάνιων γερανών παρουσιάζονται ως στοιχεία μιας πολιτικής εικόνας που συνδύαζε το πραγματικό με το εντυπωσιακό και το σχεδόν μυθικό.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, χρειαζόταν σταδιακά και πραγματικές επιτυχίες στο εξωτερικό. Οι γρήγορες στρατιωτικές επιτυχίες στη Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία το 2014 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση της εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης.

Καθώς όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται πλέον στον πέμπτο χρόνο του, η εικόνα της εύκολης εξωτερικής επιτυχίας έχει εξασθενήσει. Σύμφωνα με την ανάλυση, αυτή η κατάσταση έχει μετατραπεί σε παγίδα για το Κρεμλίνο και η Αρκτική αποτελεί πλέον έναν χώρο στον οποίο ο Πούτιν θεωρεί ότι πρέπει να επιτύχει με κάθε κόστος.

Η σημασία που αποδίδει η Μόσχα στην περιοχή φαίνεται και από την εξέλιξη της ρωσικής πολιτικής: από τη σχετικά συγκρατημένη προσέγγιση του 2008 πέρασε στην πολύ μεγαλύτερη έμφαση της Αρκτικής Πολιτικής του 2020, ενώ μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 η περιοχή απέκτησε ακόμη πιο κεντρική θέση.

Η ρωσική παρουσία στην Αρκτική περιγράφεται ως απειλή με πέντε διαφορετικές διαστάσεις: πολιτική, οικονομική, στρατιωτική, νομική και περιβαλλοντική.

Παράλληλα, η Ρωσία αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές αδυναμίες. Μεταξύ αυτών αναφέρονται το μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα, οι εθνοτικές εντάσεις, η εκτεταμένη διαφθορά και η οικονομική φθορά. Η οικονομία της χαρακτηρίζεται μονοδιάστατη και ανεπαρκώς ανεπτυγμένη, με το ονομαστικό ΑΕΠ της να μην είναι ουσιαστικά μεγαλύτερο από εκείνο της Ιταλίας.

Η εικόνα που προκύπτει είναι επομένως αντιφατική: μια Ρωσία με σοβαρές εσωτερικές αδυναμίες, η οποία ταυτόχρονα έχει πραγματοποιήσει μεγάλη στρατιωτική ανάπτυξη στην Αρκτική και εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει και να διευρύνει την επιρροή της.

Για τον λόγο αυτό, η ανάλυση υποστηρίζει ότι το ΝΑΤΟ χρειάζεται να βρει τη σωστή ισορροπία «μεταξύ σύνεσης και παράνοιας»: να μην υποτιμήσει τη στρατιωτική ισχύ της Μόσχας και την αποφασιστικότητα του Πούτιν, αλλά ταυτόχρονα να μην αντιμετωπίσει τη Ρωσία ως ισχυρότερη από όσο πραγματικά είναι.

Γιατί το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να περιμένει μέχρι το 2035

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, το βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των ρωσικών φιλοδοξιών παραμένει, σύμφωνα με την ανάλυση, το ΝΑΤΟ. Η Σύνοδος της Συμμαχίας στην Άγκυρα έδειξε ότι, παρά τις πιέσεις που δέχεται, εξακολουθεί να διαθέτει ανθεκτικότητα.

Για τον Καναδά υπάρχει επιπλέον και το NORAD, ενώ η γεωγραφική του θέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη ακτογραμμή στην Αρκτική.

Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι ο χρόνος. Η στρατιωτική ενίσχυση της Ρωσίας στην Αρκτική, σε συνδυασμό με τα κίνητρα και τις εσωτερικές πιέσεις που αντιμετωπίζει ο Πούτιν, σημαίνει ότι μια σταδιακή ενίσχυση των δυνατοτήτων άμυνας και αποτροπής δεν θεωρείται επαρκής.

Η πρώτη βασική θέση της ανάλυσης είναι ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να αντιμετωπίσει τη ρωσική απειλή ως επείγον ζήτημα και ότι οι δεσμεύσεις για ενίσχυση των δυνατοτήτων έως το 2035 δεν αρκούν.

Η δεύτερη αφορά τη συνοχή της Συμμαχίας. Οι σημερινές πιέσεις στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται ως «ρήξη», αλλά περισσότερο ως επανεκκίνηση ή αναπροσαρμογή της διατλαντικής σχέσης.

Η διαφορά θεωρείται καθοριστική. Εάν η κατάσταση αντιμετωπιστεί ως ρήξη, μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση μη ρεαλιστικών εναλλακτικών απέναντι στον κεντρικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών – όπως η ιδέα ότι ένας συνασπισμός μεσαίων δυνάμεων θα μπορούσε να υποκαταστήσει την αμερικανική υπερδύναμη ή ότι η Γαλλία και η Βρετανία θα μπορούσαν από μόνες τους να προσφέρουν επαρκή εκτεταμένη πυρηνική αποτροπή απέναντι στη Ρωσία.

Αντίθετα, εάν πρόκειται για αναπροσαρμογή της Συμμαχίας, η αμερικανική απαίτηση για μεγαλύτερη συμμετοχή των συμμάχων μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κατανομή των βαρών.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται η θέση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ καλωσορίζουν τους εταίρους τους και είναι ισχυρότερες χάρη σε αυτούς, αλλά η συνεργασία πλέον συνοδεύεται από «προσδοκίες» και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από «μη διαπραγματεύσιμες υποχρεώσεις».

Ήδη χώρες όπως η Γερμανία, η Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής, η Νορβηγία και η Φινλανδία αυξάνουν γρήγορα τις αμυντικές τους δαπάνες και δυνατότητες, ενώ παράλληλα αναγνωρίζουν τη σημασία της διατήρησης των ΗΠΑ σε κεντρικό ρόλο μέσα στο ΝΑΤΟ.

Η Αρκτική αποτελεί ένα από τα πεδία όπου αυτή η νέα πραγματικότητα θα δοκιμαστεί περισσότερο. Για τον Καναδά ειδικότερα, η διακήρυξη «Our North, Strong and Free» θα πρέπει, σύμφωνα με την ανάλυση, να υποστηριχθεί από πραγματικές και αποτελεσματικές πολιτικές και όχι να παραμείνει στο επίπεδο των δεσμεύσεων.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι υποσχέσεις δεν ισοδυναμούν με πολιτική. Η Ρωσία διαθέτει σημαντικές αδυναμίες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια δύναμη χωρίς όρια. Η στρατιωτική της παρουσία στην Αρκτική και η αποφασιστικότητα του Κρεμλίνου, όμως, δεν επιτρέπουν ούτε εφησυχασμό ούτε καθυστερήσεις. Για το ΝΑΤΟ, το ζητούμενο είναι να μετατρέψει τις εξαγγελίες για μεγαλύτερη άμυνα και αποτροπή σε πραγματικές δυνατότητες αρκετά γρήγορα ώστε να μπορούν να επηρεάσουν τους υπολογισμούς της Μόσχας.