Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Καναδά, το ενεργειακό αδιέξοδο και ο κίνδυνος της παγκόσμιας ύφεσης
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων φέρνει την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με τον εφιάλτη του πληθωρισμού, καθώς η Οτάβα εργαλειοποιεί την ενεργειακή της υπεροχή.
Η κατάσταση στην αμερικανική ήπειρο λαμβάνει πλέον διαστάσεις μιας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, η οποία απειλεί να συμπαρασύρει ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα. Η εμπορική συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά έχει καταρρεύσει πλήρως, φέρνοντας την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με το χειρότερο δυνατό σενάριο: την ανεξέλεγκτη άνοδο του πληθωρισμού και την οριστική ρήξη με έναν από τους πιο κρίσιμους και παραδοσιακούς της συμμάχους.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, μέσα από μια σειρά πιέσεων και απρόβλεπτων απαιτήσεων της τελευταίας στιγμής, οδήγησε την Οτάβα σε μια στάση σκληρής άμυνας αλλά και οργής. Ο Καναδάς, αντιλαμβανόμενος πλήρως τη γεωπολιτική και οικονομική του βαρύτητα, αποχωρεί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων γνωρίζοντας ακριβώς το τεράστιο πλεονέκτημα που κρατά στα χέρια του. Ένα πλεονέκτημα που δεν είναι άλλο από την απόλυτη εξάρτηση της αμερικανικής μηχανής από την καναδική ενέργεια.
Η ενεργειακή ομηρία της αμερικανικής οικονομίας
Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να ρίξει μια ματιά στους αριθμούς που συνθέτουν το ενεργειακό παζλ της Βόρειας Αμερικής. Η ισχύς των ΗΠΑ βασίζεται σε τεράστιο βαθμό στις εισαγωγές από τον βόρειο γείτονά τους. Συγκεκριμένα, ο Καναδάς προμηθεύει το 99% των αμερικανικών εισαγωγών φυσικού αερίου, το 85% των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και το 60% των εισαγωγών αργού πετρελαίου.
Όπως ξεκάθαρα διαφάνηκε από τις πρόσφατες τοποθετήσεις της καναδικής πλευράς, η ενέργεια αποτελεί το μεγαλύτερο σημείο μόχλευσης που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Οτάβα και, ταυτόχρονα, τη μεγαλύτερη “αχίλλειο πτέρνα” των ΗΠΑ. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η Ουάσιγκτον αρνείται να αποκλιμακώσει την ένταση με το Ιράν, η διατήρηση φθηνών ενεργειακών εισροών ήταν ζωτικής σημασίας για τη συγκράτηση των τιμών στο εσωτερικό της χώρας. Αργά ή γρήγορα, οι υψηλές τιμές του πετρελαίου θα χτυπήσουν αλύπητα την αμερικανική οικονομία εκ των έσω.

Οι επιπτώσεις στα διυλιστήρια και την τσέπη του καταναλωτή
Η εμπορική ρήξη έχει ήδη αρχίσει να προεξοφλείται από τις αγορές. Η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent οδεύει ολοταχώς προς τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές της βενζίνης στις αμερικανικές αντλίες ανακάμπτουν σε επικίνδυνα επίπεδα. Ο εθνικός μέσος όρος στις ΗΠΑ διαμορφώνεται πλέον στα 4,10 δολάρια ανά γαλόνι, σχεδόν ένα ολόκληρο δολάριο υψηλότερα σε σχέση με τους προηγούμενους 12 μήνες. Εάν ο Καναδάς προχωρήσει σε περαιτέρω αντίποινα, περιορίζοντας την πρόσβαση στο φθηνό καναδικό αργό, οι τιμές αυτές θα εκτοξευθούν, πυροδοτώντας μια βίαιη αύξηση του πληθωρισμού και μια αναπόφευκτη άνοδο των επιτοκίων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη δεκαετία του 1990, οι ΗΠΑ αυξάνουν σταθερά τις εισαγωγές καναδικού αργού, περνώντας από το 1 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα στα σχεδόν 4 εκατομμύρια σήμερα. Ολόκληρο το αμερικανικό σύστημα διύλισης είναι δομημένο γύρω από το καναδικό αργό ως βασική πρώτη ύλη. Στις μεσοδυτικές πολιτείες (Midwest), τα διυλιστήρια εξαρτώνται κατά 70% από το καναδικό πετρέλαιο, ενώ στην περιοχή των Βραχωδών Ορέων (Rocky Mountains), το ποσοστό ξεπερνά το 40%. Μια διακοπή αυτής της ροής δεν θα αυξήσει απλώς τις τιμές, αλλά θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη δομική ζημιά στο εγχώριο ενεργειακό σύστημα των ΗΠΑ.

Τα στρατηγικά αποθέματα και η στροφή του Καναδά προς την Ασία
Το αμερικανικό κράτος δεν διαθέτει πλέον τα απαραίτητα “μαξιλάρια” ασφαλείας για να απορροφήσει έναν τέτοιο κραδασμό. Τα αποθέματα αργού πετρελαίου των ΗΠΑ μειώνονται δραματικά, έχοντας περιοριστεί σε επίπεδα που επαρκούν μόλις για 40 ημέρες, σημειώνοντας κατακόρυφη πτώση από τον ιστορικό μέσο όρο των 65 ημερών. Αργά ή γρήγορα, οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να αναπληρώσουν αυτά τα αποθέματα πληρώνοντας τις πλήρεις, διογκωμένες τιμές της παγκόσμιας αγοράς.
Η εποχή όπου το εκπτωτικό καναδικό αργό έρεε άφθονο και ανεμπόδιστο προς τον αμερικανικό νότο φτάνει σε ένα απότομο τέλος. Το πετρέλαιο αρχίζει ήδη να κατευθύνεται προς την Ευρώπη, την Ασία και κυρίως προς την Κίνα. Ο εμπορικός πόλεμος της κυβέρνησης Τραμπ, αντί να προστατεύσει την αμερικανική οικονομία, ουσιαστικά επιτάχυνε αυτή την ανακατεύθυνση των πόρων. Όσο περισσότερο πετρέλαιο “διώχνει” η Ουάσιγκτον από τον Καναδά, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η κατάρρευση των περιθωρίων κέρδους για τα αμερικανικά διυλιστήρια.
Ο εμπορικός πόλεμος και οι δασμοί της καταστροφής
Η ενεργειακή κρίση είναι, ωστόσο, μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Η κατάρρευση της εμπορικής συμφωνίας έχει ωθήσει τον Καναδά σε μια κατάσταση πλήρους πολεμικής εμπορικής ετοιμότητας. Η προσφορά που έπεσε στο τραπέζι από την Ουάσιγκτον κρίθηκε εντελώς απαράδεκτη από την καναδική κυβέρνηση. Σύμφωνα με ανώτατους αξιωματούχους όπως ο Μαρκ Κάρνεϊ, η συμφωνία αυτή θα άφηνε τον Καναδά εντελώς ανυπεράσπιστο, μετατρέποντάς τον σε ένα δομικό εξάρτημα της αμερικανικής οικονομίας, χωρίς κανένα ουσιαστικό ίχνος εθνικής κυριαρχίας.
Από την πλευρά της, η Οτάβα ζητούσε απλώς στοιχειώδη δικαιοσύνη: μια συμφωνία που θα ωφελούσε ισότιμα τόσο τις καναδικές όσο και τις αμερικανικές εταιρείες. Όμως, η επιμονή των ΗΠΑ να εισαγάγουν ρήτρες της τελευταίας στιγμής —μια ξεκάθαρη τακτική εκβιασμού— τίναξε τη διαδικασία στον αέρα. Πλέον, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει εξοντωτικούς δασμούς ύψους 50% σε βασικά καναδικά προϊόντα, όπως η ξυλεία, ο ηλεκτρικός εξοπλισμός, ακόμη και ο εξοπλισμός χόκεϊ. Η απάντηση του Καναδά ήταν άμεση και συμμετρική: δασμοί “δολάριο προς δολάριο” σε αμερικανικό χάλυβα, γαλακτοκομικά, οικιακές συσκευές και αγροτικό εξοπλισμό.
Η αυταπάτη του επαναπατρισμού και ο κίνδυνος των αγορών
Η εμπορική σχέση των δύο χωρών είναι βαθιά αλληλένδετη. Οι ΗΠΑ εξάγουν ετησίως αγαθά αξίας 426 δισεκατομμυρίων δολαρίων στον Καναδά, αλλά εισάγουν προϊόντα αξίας 453 δισεκατομμυρίων. Μεγάλο μέρος αυτών των εισαγωγών αφορά κρίσιμες βιομηχανικές εισροές και πρώτες ύλες, απολύτως απαραίτητες για τη λειτουργία των αμερικανικών εργοστασίων, καθώς και για την κατασκευή των data centers που απαιτεί η επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Επιβάλλοντας δασμούς 50%, η αμερικανική κυβέρνηση πυροβολεί τα ίδια της τα πόδια, αυξάνοντας το κόστος για τις δικές της βιομηχανίες.
Αυτή η “πολιτική του Κόμη Δράκουλα”, όπως χαρακτηρίζεται από αναλυτές —αφού ρουφάει το αίμα των ίδιων των αμερικανικών επιχειρήσεων για να χρηματοδοτήσει ένα ήδη τεράστιο κυβερνητικό έλλειμμα— προκαλεί τριγμούς στην αγορά ομολόγων. Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων βρίσκονται εκτός ελέγχου. Η απόδοση του 30ετούς ομολόγου άγγιξε πρόσφατα το 5,3%. Καμία κρατική παρέμβαση, ούτε οι προσπάθειες επαναγοράς ομολόγων, δεν στάθηκε ικανή να αντιστρέψει αυτή την τάση για περισσότερο από 48 ώρες, καθώς η αγορά προεξοφλεί την έκρηξη του πληθωρισμού.

Το μέτωπο του Ιράν και η παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η κυβέρνηση Τραμπ ετοιμάζεται για ένα νέο κύμα σκληρών κυρώσεων εναντίον του Ιράν, κλιμακώνοντας περαιτέρω έναν ακήρυχτο πόλεμο φθοράς. Το Ιράν, όμως, διατηρεί τον ουσιαστικό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ανεξάρτητα από τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό. Όσο αυτή η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα συμπιέζεται.
Τα δεδομένα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) είναι αποκαλυπτικά: η παγκόσμια αγορά αντιμετωπίζει ήδη έλλειμμα προσφοράς της τάξης των 10 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα. Και από πού θα καλυφθεί αυτό το κενό; Η Ρωσία και η Ουκρανία πλήττουν αμοιβαία τις ενεργειακές τους υποδομές, μειώνοντας τη ρωσική παραγωγική ικανότητα. Παράλληλα, η Κίνα έχει αρχίσει να αγοράζει ξανά επιθετικά από την ανοιχτή αγορά, προσθέτοντας τεράστια πίεση στη ζήτηση. Σε αυτό ακριβώς το ασφυκτικό περιβάλλον, η απώλεια της ομαλής ροής του καναδικού αργού συνιστά ένα μνημειώδες στρατηγικό σφάλμα.
Η επιλογή ανάμεσα στον πληθωρισμό και την παγκόσμια ύφεση
Οι αγορές δεν μπορούν να απορροφήσουν τις υψηλές τιμές της ενέργειας για πολύ καιρό ακόμα χωρίς να προκληθεί δομική ρήξη. Η συμπιεσμένη ζήτηση λειτουργεί σαν ελατήριο. Αν δεν υπάρξει αποκλιμάκωση, η εκτίναξη των τιμών θα είναι βίαιη. Αναλυτές προειδοποιούν ότι μέσα στους επόμενους μήνες, η συνολική ζημιά μπορεί να αναγκάσει τις χώρες να καταναλώσουν πάνω από 2 δισεκατομμύρια βαρέλια από τα στρατηγικά τους αποθέματα — ένας αντίκτυπος πέντε φορές χειρότερος από το πετρελαϊκό σοκ που ακολούθησε τον πόλεμο στο Ιράκ. Κανένα κράτος, πόσο μάλλον οι ΗΠΑ με τα αποθέματά τους σε χαμηλό 40 ετών, δεν διαθέτει την πλεονάζουσα ικανότητα να καλύψει ένα τέτοιο χάσμα.
Ο τελικός προορισμός αυτής της πορείας είναι εφιαλτικός για την παγκόσμια οικονομία. Υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι: Είτε οι τιμές της ενέργειας θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν, υποχρεώνοντας τις ΗΠΑ να αποδεχτούν έναν σαρωτικό πληθωρισμό που θα διαβρώσει το δολάριο, είτε η παγκόσμια οικονομία θα οδηγηθεί σε “καταστροφή της ζήτησης” (demand destruction), βυθίζοντας τον πλανήτη σε μια βαθιά ύφεση.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στον Καναδά αποδεικνύεται εντελώς αλλοπρόσαλλη. Η Οτάβα επιδοτούσε ουσιαστικά την αμερικανική οικονομία μέσω της φθηνής ενέργειας εδώ και δεκαετίες. Πλέον, αξιωματούχοι όπως ο Μαρκ Κάρνεϊ φαίνεται να έχουν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα οικοδόμησης μιας σοβαρής, μακροπρόθεσμης εμπορικής σχέσης με τη σημερινή αμερικανική διοίκηση. Το ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από τις παγκόσμιες αγορές δεν είναι αν θα υπάρξει ζημιά, αλλά αν οι ΗΠΑ θα κάνουν ένα βήμα πίσω πριν η καταστροφή γίνει απολύτως μη αναστρέψιμη.

