Η δεύτερη East India Company γεννιέται με κρατικό δάνειο
5 Σεπτεμβρίου 1698
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1698, ο βασιλιάς Γουλιέλμος Γ΄ της Αγγλίας παραχώρησε καταστατικό στην English Company Trading to the East Indies, δημιουργώντας έναν νέο ανταγωνιστή της ήδη υπάρχουσας East India Company. Πίσω όμως από τη δημιουργία της νέας εταιρείας κρυβόταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εμπορική άδεια: ένα πρώιμο και εντυπωσιακό παράδειγμα σύνδεσης δημόσιου χρέους, ιδιωτικού κεφαλαίου και εμπορικού μονοπωλίου. Η British Library διατηρεί το πρωτότυπο καταστατικό με ημερομηνία ακριβώς 5 Σεπτεμβρίου 1698.
Η αγγλική κυβέρνηση χρειαζόταν χρήματα και το Κοινοβούλιο είχε εγκρίνει τη συγκέντρωση έως 2 εκατ. λιρών μέσω δανείου. Οι επενδυτές που συμμετείχαν αποκτούσαν ως αντάλλαγμα δικαιώματα εμπορίου με την Ανατολή, ενώ το κράτος δεσμευόταν να καταβάλλει ετήσια απόδοση περίπου 8%. Τα χρήματα για τις πληρωμές προέρχονταν μεταξύ άλλων από φόρους στο αλάτι και στα χαρτόσημα. Ήταν, με σημερινούς όρους, ένας μηχανισμός όπου η κυβέρνηση αντάλλασσε προνομιακή πρόσβαση σε μια τεράστια αγορά με χρηματοδότηση του Δημοσίου.
Η νέα εταιρεία απέκτησε εξουσίες να δημιουργεί εμπορικούς σταθμούς, να τους διοικεί και να διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις για την προστασία τους. Έτσι, το εμπόριο με την Ασία δεν ήταν πλέον απλώς υπόθεση εμπόρων: εξελισσόταν σε ένα σύστημα όπου εταιρικά συμφέροντα, κρατική ισχύς και γεωπολιτική λειτουργούσαν μαζί.
Ο ανταγωνισμός με την παλαιότερη London East India Company αποδείχθηκε όμως δαπανηρός. Οι δύο εταιρείες κατέληξαν σταδιακά σε συμφωνία ενοποίησης, διαδικασία που άρχισε στις αρχές του 18ου αιώνα και οδήγησε στη δημιουργία της ενιαίας εταιρικής δομής που έμελλε να κυριαρχήσει στο βρετανικό εμπόριο με την Ινδία.
Η 5η Σεπτεμβρίου 1698 δείχνει πόσο παλιά είναι στην πραγματικότητα η σχέση μεταξύ χρηματοπιστωτικών αγορών και κρατικής ισχύος. Η Βρετανία χρηματοδοτούσε το κράτος της προσφέροντας στους επενδυτές πρόσβαση στο παγκόσμιο εμπόριο — ένα μοντέλο που συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική της άνοδο.

