Η γεωπολιτική σκακιέρα στη Μέση Ανατολή θυμίζει πλέον ναρκοπέδιο έτοιμο να εκραγεί, με τον Ντόναλντ Τραμπ να παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι εντυπώσεων που απέχει δραματικά από την ωμή πραγματικότητα του πεδίου. Η πρόσφατη αποτυχία του Project Freedom —της προσπάθειας των ΗΠΑ να επιβάλουν τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ με στρατιωτική συνοδεία— δεν ήταν απλώς ένα επικοινωνιακό πλήγμα. Ήταν η απόδειξη πως η αμερικανική στρατιωτική ισχύς, όπως την ξέραμε, αντιμετωπίζει προκλήσεις που η Ουάσινγκτον αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει.
Όπως προκύπτει από τις τελευταίες αποκαλύψεις και την ανάλυση του απόστρατου συνταγματάρχη Ντάγκλας ΜακΓκρέγκορ, η κατάσταση στα Στενά δεν είναι μια απλή διπλωματική τριβή. Είναι μια υπαρξιακή κρίση για το παγκόσμιο εμπόριο. Η Τεχεράνη έχει ήδη δώσει εντολή για εκκένωση κυβερνητικών κτιρίων και ξενοδοχείων, ενώ οι πληροφορίες θέλουν την έναρξη των εχθροπραξιών να είναι θέμα ωρών. Το ερώτημα δεν είναι πλέον «αν» θα γίνει η σύγκρουση, αλλά «πώς» θα επιβιώσει ο πλανήτης από τις οικονομικές της παρενέργειες.
Το Βατερλό του Project Freedom και οι Ψευδαισθήσεις του Τραμπ
Όλα ξεκίνησαν με τυμπανοκρουσίες στις 28 Απριλίου. Ο Τραμπ υποσχέθηκε πως το αμερικανικό ναυτικό θα «καθαρίσει» τη διαδρομή στα Στενά χρησιμοποιώντας πολεμικά πλοία για να συνοδεύουν τα τάνκερ. Ωστόσο, η πραγματικότητα τον διέψευσε οικτρά. Ένα γαλλικών συμφερόντων δεξαμενόπλοιο, που ακολουθούσε την «εγκεκριμένη» από τις ΗΠΑ διαδρομή με κλειστούς τους πομπούς AIS, δέχθηκε επίθεση από το Ιράν. Το αποτέλεσμα ήταν η άμεση αναστολή του προγράμματος.
Ο Τραμπ, σε μια προσπάθεια να διασώσει το γόητρό του, έσπευσε να δηλώσει πως η παύση έγινε για να «δοθεί ευκαιρία στις διαπραγματεύσεις». Είναι το κλασικό στιλ του ανθρώπου που έμαθε από τον Ρόι Κον: επίθεση, άρνηση και ανακήρυξη νίκης ακόμα και μέσα στις στάχτες. Όμως, πίσω από τις κουρτίνες, η κατάσταση είναι χαοτική. Οι Ιρανοί αξιωματούχοι δεν «τσιμπάνε». Χαρακτήρισαν τις αμερικανικές προτάσεις ως «λίστα επιθυμιών» και προειδοποίησαν πως το δάχτυλό τους βρίσκεται στη σκανδάλη, έτοιμο να προκαλέσει μια «σκληρή απάντηση που θα προκαλέσει μεταμέλεια».

Ο ΜακΓκρέγκορ, μιλώντας με τη γνωστή του ειλικρίνεια, δεν χαρίστηκε στη διοίκηση. «Νομίζει ότι κάθε Αμερικανός είναι κορόιδο», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως οι Ιρανοί δεν είναι αφελείς. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η στρατιωτική εμπλοκή, αλλά η πλήρης αποσύνδεση του Λευκού Οίκου από την πραγματικότητα. Ο ΜακΓκρέγκορ υποστηρίζει πως οι σύμβουλοι του Τραμπ φοβούνται να του πουν την αλήθεια, δημιουργώντας ένα κλίμα που θυμίζει τη σοβιετική ιεραρχία επί Στάλιν, όπου κανείς δεν ανέφερε δυσάρεστα νέα.
Η σύγκριση του Τραμπ με τον Π.Τ. Μπάρνουμ, τον θρυλικό σόουμαν του τσίρκου, δεν είναι τυχαία. Ο Πρόεδρος φαίνεται να πιστεύει πως μπορεί να «πουλήσει» οποιοδήποτε αφήγημα στο κοινό, ακόμα και όταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις καταρρέουν. Ωστόσο, στην παγκόσμια σκηνή, οι παίκτες όπως το Ιράν δεν εντυπωσιάζονται από επικοινωνιακά τεχνάσματα. Η Τεχεράνη έχει αντιληφθεί πως το State Department, υπό τη διεύθυνση της διοίκησης Τραμπ, λειτουργεί «σαν να το τρέχουν ο Χονδρός και ο Λιγνός», μεταπηδώντας από τη μία ανόητη απόφαση στην άλλη.
Αν ο Τραμπ αποφασίσει να ξαναρχίσει τους βομβαρδισμούς, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στις στρατιωτικές απώλειες. Η ανάλυση του ΜακΓκρέγκορ για την οικονομία είναι ανατριχιαστική. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου των ΗΠΑ εξαντλούνται και μέχρι τον Ιούλιο θα έχουμε φτάσει στον «πάτο του ντεπόζιτου». Ήδη η τιμή του βαρελιού στην Ινδία έχει εκτοξευθεί στα 118 δολάρια, ενώ τα καύσιμα των αεροσκαφών αγγίζουν τα 250 δολάρια, καθηλώνοντας χιλιάδες πτήσεις.
«Δεν μιλάμε απλώς για μια ύφεση», προειδοποιεί ο ΜακΓκρέγκορ. «Μιλάμε για μια παγκόσμια κατάθλιψη (depression) και λιμό». Η καταστροφή των υποδομών στη Μέση Ανατολή θα σημαίνει πως η ανάκαμψη δεν θα έρθει σε δύο ή τρία χρόνια, αλλά ίσως μετά από μια δεκαετία. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες λιπασμάτων, αλουμινίου και ενέργειας θα διαλυθούν οριστικά, πλήττοντας τους αγρότες που ήδη αδυνατούν να αγοράσουν λιπάσματα λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων κατά 50%.
Η Απάτη του Fracking και η Ενεργειακή Ανασφάλεια
Μια από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις που καταρρίπτει ο ΜακΓκρέγκορ είναι η υποτιθέμενη ενεργειακή ανεξαρτησία των ΗΠΑ μέσω του fracking. Εξηγεί πως το προϊόν που εξορύσσεται με αυτή τη μέθοδο δεν μπορεί να διυλιστεί απευθείας στις ΗΠΑ. Αντίθετα, πρέπει να πωληθεί στο εξωτερικό για να επεξεργαστεί σε ειδικά διυλιστήρια και στη συνέχεια να επιστρέψει ως βενζίνη ή άλλο καύσιμο.
Αυτή η δομική αδυναμία σημαίνει πως οι ΗΠΑ παραμένουν δέσμιες των παγκόσμιων εξελίξεων και των τιμών του ντίζελ, το οποίο είναι πλέον εξαιρετικά προβληματικό στην παραγωγή του. Όταν ο Τραμπ ισχυρίζεται πως οι ΗΠΑ κρατούν «όλα τα χαρτιά», αγνοεί τη σκληρή πραγματικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Χωρίς τη σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο, το αμερικανικό ενεργειακό μοντέλο καταρρέει σαν χάρτινος πύργος, παρασύροντας μαζί του τη βιομηχανία και τη γεωργία.
Ένα σενάριο που προκαλεί τρόμο είναι η απάντηση του Ιράν σε περίπτωση γενικευμένης επίθεσης. Δεν θα χτυπήσουν αναλογικά. Θα πάνε για τη «σφαγή» των χωρών του Κόλπου: τις μονάδες αφαλάτωσης. Στη Μέση Ανατολή, το νερό είναι πιο πολύτιμο από το πετρέλαιο. Αν καταστραφεί το δίκτυο ηλεκτροδότησης που τροφοδοτεί αυτές τις μονάδες, 67 εκατομμύρια άνθρωποι θα μείνουν χωρίς πόσιμο νερό μέσα σε 72 ώρες.
Αυτό θα πυροδοτήσει μια ανθρωπιστική κρίση και μια μαζική μετανάστευση που η ανθρωπότητα δεν έχει ξαναδεί. Ο Τραμπ μπορεί να υπόσχεται στους συμμάχους του στον Κόλπο ότι «θα τα ξαναχτίσουμε όλα», αλλά η αλήθεια είναι πως οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον ούτε τα χρήματα ούτε τη βούληση για κάτι τέτοιο. Οι χώρες του Κόλπου το γνωρίζουν αυτό και έχουν ήδη προειδοποιήσει τον Λευκό Οίκο, όμως ο Τραμπ φαίνεται να ακούει μόνο τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

Το Ιστορικό Προηγούμενο της Αποτυχίας: Από το Ιράκ στο Σήμερα
Ο ΜακΓκρέγκορ θυμίζει μια σκοτεινή στιγμή από το παρελθόν για να δείξει πώς λαμβάνονται οι καταστροφικές αποφάσεις στην Ουάσινγκτον. Αναφέρεται στον Μάρτιο του 2003, όταν ο Πολ Μπρέμερ ανακοίνωσε τη διάλυση του ιρακινού στρατού και κράτους. Τότε, μόνο ένας συνταγματάρχης τόλμησε να εκφράσει ανησυχίες, ενώ όλοι οι άλλοι —συμπεριλαμβανομένου του Ντέιβιντ Πετρέους— σιώπησαν, για να παραπονεθούν αργότερα στους δημοσιογράφους.
Αυτή η κουλτούρα της «σιωπής των αμνών» συνεχίζεται και σήμερα. Οι άνθρωποι γύρω από τον Τραμπ, από τον Μάρκο Ρούμπιο μέχρι τον JD Vance, μπορεί να εμφανίζονται ως σκεπτικιστές στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, αλλά μπροστά στον Πρόεδρο υποχωρούν. «Αν αυτό θέλεις, αφεντικό, είμαστε μαζί σου», είναι η επωδός που οδηγεί σε γεωπολιτικά εγκλήματα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, αυτή τη φορά όμως το διακύβευμα δεν είναι μόνο το Ιράκ, αλλά η παγκόσμια σταθερότητα.
Το μεγαλύτερο λάθος της Ουάσινγκτον και της Wall Street είναι η πεποίθηση πως η αμερικανική στρατιωτική μηχανή είναι ανίκητη. Ο ΜακΓκρέγκορ, ο οποίος το 1997 προέβλεψε στο βιβλίο του «Breaking the Phalanx» τις αλλαγές στον σύγχρονο πόλεμο, εξηγεί πως τα πλοία μας είναι πλέον εύκολοι στόχοι. Με τη χρήση υπερηχητικών πυραύλων και drones, το Ιράν δεν χρειάζεται να «καταλάβει» τα Στενά.
Μπορεί απλώς να βυθίσει οτιδήποτε κινείται εκεί από απόσταση εκατοντάδων μιλίων, χάρη στη συνεχή επιτήρηση από το διάστημα. Η εποχή που το ναυτικό μπορούσε να επιβάλλει τη θέλησή του κοντά στις ακτές έχει τελειώσει. Οι ΗΠΑ αρνούνται να το δουν, επενδύοντας σε δυνάμεις που σχεδιάστηκαν για τον Β’ Παγκόσιο Πόλεμο (όπως οι αεροπλανοφόρα), ενώ ο εχθρός χρησιμοποιεί ασύμμετρη τεχνολογία του 21ου αιώνα.
Το Παράδειγμα της Οκινάουα και οι Σύγχρονοι Καμικάζι
Για να γίνει κατανοητός ο κίνδυνος, ο ΜακΓκρέγκορ χρησιμοποιεί το παράδειγμα των Καμικάζι στην Οκινάουα. Τότε, επανδρωμένοι πύραυλοι με χαμηλές ταχύτητες προκάλεσαν τεράστιες ζημιές σε 26-27 πλοία και βύθισαν άλλα 23. Σήμερα, έχουμε να κάνουμε με υπερηχητικούς πυραύλους που κινούνται με απίστευτες ταχύτητες και σε μεγάλους αριθμούς.
Δεν υπάρχουν αρκετοί αμυντικοί πύραυλοι για να αναχαιτίσουν μια τέτοια επίθεση. Αυτός είναι ο λόγος που το αμερικανικό ναυτικό, πολύ έξυπνα, μετακινείται 300-400 μίλια μακριά από τις ακτές. Όμως, αν το ναυτικό υποχωρεί για να σωθεί, πώς θα προστατεύσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά; Η απάντηση είναι απλή: δεν μπορεί. Η αποτροπή έχει καταρρεύσει και ο Τραμπ αρνείται να αποδεχθεί ότι ο στρατός του δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα με τη βία.

Παρά το γεγονός ότι τα κεφάλαια από το πετρέλαιο του Κόλπου στηρίζουν το αμερικανικό χρηματιστήριο και τη Silicon Valley, οι «άνθρωποι του χρήματος» φαίνεται να βρίσκονται σε πλήρη άγνοια. Ακούνε τον Τραμπ να μιλά για τον «σπουδαιότερο στρατό του κόσμου» και πιστεύουν πως η ισχύς των όπλων μπορεί να λύσει κάθε οικονομικό πρόβλημα. Δεν καταλαβαίνουν τίποτα από στρατιωτική ισχύ ή τη φύση του σύγχρονου πολέμου.
Όμως, αν η παραγωγή πετρελαίου στον Κόλπο σταματήσει και οι υποδομές καταστραφούν, η ροή κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ θα στερέψει ακαριαία. Αυτό θα προκαλέσει ένα κραχ στις αγορές που καμία κεντρική τράπεζα δεν θα μπορεί να αναχαιτίσει. Η διασύνδεση της ενέργειας, της γεωπολιτικής και της τεχνολογίας είναι πλέον τόσο στενή, που ένα λάθος στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση του δυτικού τρόπου ζωής.
Η Προδοσία των Συμμάχων και η Στάση των ΗΑΕ
Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ τα περισσότερα κράτη του Κόλπου τρέμουν τη σύγκρουση, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) φαίνεται να ενθαρρύνουν τον Τραμπ να καταστρέψει το Ιράν. Αυτό οφείλεται στη στενή τους σχέση με το Ισραήλ και τον Νετανιάχου. Τα ΗΑΕ έχουν ήδη υπογράψει συμφωνίες για ανταλλαγές δολαρίων και αποχώρησαν πρόσφατα από τον ΟΠΕΚ, πιστεύοντας στις υποσχέσεις των ΗΠΑ ότι «θα τα φτιάξουμε όλα μετά».
Ωστόσο, αυτή η στάση είναι αυτοκτονική. Ο ΜακΓκρέγκορ επισημαίνει ότι η καταστροφή των 27+ αμερικανικών βάσεων στην περιοχή —κάτι που ακόμα και η Washington Post παραδέχθηκε επιτέλους— σημαίνει πως δεν υπάρχει γυρισμός. Οι ΗΠΑ δεν έχουν τα χρήματα για ανοικοδόμηση και κανένας κάτοικος της περιοχής δεν θα θέλει την επιστροφή τους, αφού πλέον αποτελούν «μαγνήτη επιθέσεων».
Η ανάλυση του Ντάγκλας ΜακΓκρέγκορ καταλήγει σε μια ζοφερή διαπίστωση: οι ΗΠΑ έχουν εγκλωβιστεί σε μια στρατηγική που ανήκει στο παρελθόν. Αν ο Τραμπ συνεχίσει να αγνοεί τα γεγονότα προς όφελος των προσωπικών του προτιμήσεων, το αποτέλεσμα θα είναι μια Μέση Ανατολή που θα παραμείνει νεκρή ζώνη για την επόμενη δεκαετία.
Η «μεγάλη νίκη» που υπόσχεται ο Λευκός Οίκος μπορεί τελικά να είναι η μεγαλύτερη ήττα στην ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, οδηγώντας σε έναν κόσμο φτώχειας, πείνας και μόνιμης αστάθειας. Η «παγίδα» των Στενών του Ορμούζ έχει ήδη κλείσει, και η Ουάσινγκτον το μόνο που κάνει είναι να σφίγγει το σχοινί γύρω από τον λαιμό της παγκόσμιας οικονομίας.
