Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της «ελεγχόμενης κρίσης» και θυμίζει πλέον μια κακόγουστη κωμωδία γεωπολιτικών λαθών. Εκεί που η Ουάσιγκτον επέβαλλε δασμούς, περιόριζε τους ημιαγωγούς και επέβαλλε κυρώσεις στα κινεζικά διυλιστήρια για τις σχέσεις τους με την Τεχεράνη, ξαφνικά βλέπουμε το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών να… εκλιπαρεί το Πεκίνο για βοήθεια. Ο Scott Bessent, ο άνθρωπος πίσω από την οικονομική στρατηγική των ΗΠΑ, φαίνεται να ζητά από την Κίνα να χρησιμοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή για να πείσει το Ιράν να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ.
Είναι τουλάχιστον οξύμωρο: Η υπερδύναμη που ξεκίνησε την πίεση, τώρα ζητά από τον βασικό της ανταγωνιστή να «καθαρίσει» τη φωτιά. Για εμάς εδώ στην Ελλάδα, που παρακολουθούμε τις τιμές των καυσίμων να ανεβαίνουν σε κάθε «σπίθα» στον Περσικό, η εξέλιξη αυτή μόνο ανησυχία προκαλεί, καθώς η σταθερότητα της ναυσιπλοΐας είναι το Α και το Ω για την παγκόσμια αγορά.
Το «όχι» του Πεκίνου και το παιχνίδι των συμβολισμών
Γιατί όμως η Κίνα να δεχτεί να γίνει το «δεκανίκι» των ΗΠΑ; Υπάρχουν χίλιοι λόγοι για να αρνηθεί. Πρώτον, είναι το θέμα του κύρους. Αν το Πεκίνο υπακούσει στις αμερικανικές εκκλήσεις, θα φανεί ως κράτος-δορυφόρος που εκτελεί εντολές. Αυτό θα υπονόμευε πλήρως τη θέση της Κίνας στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις με τη διοίκηση Trump και θα της αφαιρούσε κάθε πλεονέκτημα.
Επιπλέον, η Κίνα κρατά στα χέρια της πολύ ισχυρά χαρτιά. Όσο ο πόλεμος τραβάει σε μάκρος, τα χαρτιά αυτά γίνονται γεωμετρικά πιο ισχυρά. Ο Bessent προσπαθεί να υποβαθμίσει την έλλειψη πετρελαίου, μιλώντας για ένα κενό 8-10 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, αλλά οι πραγματικοί αριθμοί ίσως είναι 50% υψηλότεροι. Η διακοπή αυτή έχει ήδη επηρεάσει το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης, δημιουργώντας ασφυκτικές πιέσεις στις αγορές.
Η αποδολαριοποίηση και το κινεζικό συμφέρον
Η Κίνα δεν έχει κανένα κίνητρο να βοηθήσει στον τερματισμό του αποκλεισμού, καθώς η τρέχουσα κρίση επιταχύνει τα σχέδιά της για αποδολαριοποίηση. Λόγω των κυρώσεων, το νόμισμα του Ιράν καταρρέει, γεγονός που ωθεί την Τεχεράνη στην αγκαλιά του κινεζικού γουάν (RMB). Αν το Ιράν πετύχει μια στρατηγική νίκη στα Στενά, όλο και περισσότερα φορτία από τη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να τιμολογούνται σε κινεζικό νόμισμα.
Υπάρχει όμως και η παράμετρος της Ρωσίας. Το 20% των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου προέρχεται από τον Πούτιν. Αν η Κίνα υποχωρήσει τώρα στις πιέσεις για το Ιράν, τίποτα δεν εμποδίζει τις ΗΠΑ να εφαρμόσουν την ίδια τακτική και στο ρωσικό αργό ή το φυσικό αέριο. Το Πεκίνο το βλέπει αυτό ως μια υπαρξιακή απειλή για την ενεργειακή του ασφάλεια και δεν πρόκειται να «λυγίσει» εύκολα.
Η βόμβα του χρέους των 39 τρισεκατομμυρίων
Ενώ τα κανόνια ηχούν στον Κόλπο, μια άλλη βόμβα σιγοβράζει στο εσωτερικό των ΗΠΑ: το εθνικό χρέος. Έχει φτάσει πλέον το αστρονομικό ποσό των 38,95 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Μιλάμε για μια σχέση χρέους προς ΑΕΠ στο 120%, επίπεδα που είχαμε να δούμε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διαφορά είναι ότι τότε οι ΗΠΑ είχαν μια πανίσχυρη βιομηχανική βάση. Σήμερα, αυτή η βάση έχει μετακομίσει στην Ασία.
Οι τόκοι του χρέους απορροφούν πλέον 14 σεντς από κάθε δολάριο που ξοδεύει η αμερικανική κυβέρνηση – ποσό μεγαλύτερο και από τις αμυντικές δαπάνες. Η αγορά ομολόγων βρίσκεται στα πρόθυρα έκρηξης, καθώς παραδοσιακοί αγοραστές όπως η Κίνα ξεφορτώνονται τίτλους και η Ευρώπη δεν δείχνει πρόθυμη να καλύψει το κενό. Για την Ελλάδα, που γνωρίζει καλά τι σημαίνει κρίση χρέους, αυτά τα νούμερα προκαλούν ίλιγγο και υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστο είναι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό οικοδόμημα.
Η φούσκα της εφησυχασμένης αγοράς
Το πιο ανησυχητικό είναι η απόκλιση μεταξύ της πραγματικότητας και της Wall Street. Οι μετοχές βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά, με πολλούς να πιστεύουν ότι η κρίση στο Ορμούζ είναι μια «προσωρινή παρέκκλιση». Όμως, πρόκειται για την απόλυτη φούσκα. Οι αποδόσεις των ομολόγων ανεβαίνουν, οι τιμές των κατοικιών δέχονται πιέσεις και η πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων το 2027 παραμένει στο τραπέζι, ανατρέποντας κάθε ελπίδα για φθηνό χρήμα.
Η ρευστότητα που συντηρεί το σύστημα είναι «μαγικό χρήμα» που μπορεί να εξαφανιστεί αν οι δανειολήπτες σταματήσουν να πληρώνουν. Το χάσμα μεταξύ Wall Street και Main Street (της πραγματικής οικονομίας) είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί ποτέ. Αν η αγορά καταρρεύσει, θα παρασύρει μαζί της ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των ευρωπαϊκών αγορών που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το δολάριο.
Η κλιμάκωση και το εφιαλτικό σενάριο των 120 δολαρίων
Στο πεδίο της μάχης, η κατάσταση παραμένει ρευστή. Οι ΗΠΑ και το Ιράν ανταλλάσσουν πυρά, με την Τεχεράνη να δείχνει αποφασισμένη να κρατήσει τα Στενά κλειστά. Αν οι αμερικανικές επιθέσεις επεκταθούν στις πετρελαϊκές υποδομές του Ιράν, η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε εύκολα να εκτοξευθεί στα 120 δολάρια ή και παραπάνω.
Σε μια τέτοια περίπτωση, ο πληθωρισμός θα δείξει το πιο σκληρό του πρόσωπο. Δεν μιλάμε απλώς για μια έλλειψη 10 εκατομμυρίων βαρελιών, αλλά για μια καταστροφή που θα μπορούσε να αγγίξει τα 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως αν η σύγκρουση γενικευτεί. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να εμμένει σε μια πολιτική μέγιστης πίεσης, αλλά το ρίσκο είναι πλέον παγκόσμιο. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα σκάσει η φούσκα, αλλά αν υπάρχει χρόνος να προετοιμαστούμε για το ωστικό κύμα.
