Οι ΗΠΑ έχουν 11 αεροπλανοφόρα αλλά δυσκολεύονται να αναπτύξουν περισσότερα από τρία: Τα προβλήματα που αποκαλύπτουν τα όρια του αμερικανικού Ναυτικού
Οι καθυστερήσεις στην κατασκευή νέων πλοίων, η εξάντληση πληρωμάτων από τις πολύμηνες αποστολές και η πίεση που προκαλούν οι επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή – Γιατί η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να αποσύρει το μοναδικό της αεροπλανοφόρο από τον δυτικό Ειρηνικό
Τα 11 αεροπλανοφόρα των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελούν εδώ και δεκαετίες ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής. Ωστόσο, παρά το μέγεθος του στόλου της, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες να διατηρήσει περισσότερα από τρία αεροπλανοφόρα ταυτόχρονα σε επιχειρησιακή ανάπτυξη, καθώς οι καθυστερήσεις στα ναυπηγεία, οι παρατεταμένες αποστολές και οι ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού επιβαρύνουν τις δυνατότητες του Πολεμικού Ναυτικού.
Η κατάσταση έχει γίνει ιδιαίτερα πιεστική εξαιτίας των αμερικανικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, οι οποίες έχουν οδηγήσει σε πολύμηνη παραμονή αεροπλανοφόρων στην περιοχή. Για την αντικατάσταση του USS Abraham Lincoln, το αμερικανικό Ναυτικό αναγκάστηκε να μετακινήσει το μοναδικό αεροπλανοφόρο που διέθετε στον δυτικό Ειρηνικό, την ώρα που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αποτρέψουν ενδεχόμενη κινεζική στρατιωτική ενέργεια εναντίον της Ταϊβάν.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον αριθμό των διαθέσιμων πλοίων, αλλά και την πραγματική δυνατότητα του αμερικανικού Ναυτικού να τα συντηρεί, να τα επανδρώνει και να τα αναπτύσσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Κάθε αμερικανικό αεροπλανοφόρο μπορεί να μεταφέρει περίπου 75 αεροσκάφη, διαθέτει πλήρωμα άνω των 5.000 ανθρώπων και έχει εκτόπισμα περίπου 100.000 τόνων. Πρόκειται ουσιαστικά για μια πλωτή αεροπορική βάση, η οποία μπορεί να μετακινηθεί σε περιοχές κρίσεων χωρίς να απαιτείται η χρήση χερσαίων αεροδρομίων.
Η σημασία τους για την αμερικανική στρατηγική είναι τόσο μεγάλη, ώστε το Κογκρέσο έχει θεσπίσει νόμους που καθορίζουν τον ελάχιστο αριθμό αεροπλανοφόρων που πρέπει να διαθέτει το Ναυτικό. Από το 2007, ο αριθμός αυτός έχει οριστεί στα 11.
Ωστόσο, η διατήρηση 11 αεροπλανοφόρων στον κατάλογο του στόλου δεν σημαίνει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα ταυτόχρονα.
Οι καθυστερήσεις στα ναυπηγεία και τα αεροπλανοφόρα που γερνούν
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα αφορά την κατασκευή των νέων αεροπλανοφόρων κλάσης Ford, τα οποία προορίζονται να αντικαταστήσουν σταδιακά τα παλαιότερα πλοία.
Το USS Gerald R. Ford παραδόθηκε με καθυστέρηση τεσσάρων ετών και υπέρβαση προϋπολογισμού ύψους 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το δεύτερο αεροπλανοφόρο της κλάσης, το USS John F. Kennedy, βρίσκεται επίσης σχεδόν τέσσερα χρόνια πίσω από το αρχικό χρονοδιάγραμμα, αν και έχει πλέον περάσει στη φάση των θαλάσσιων δοκιμών.

Οι καθυστερήσεις αυτές δημιουργούν αλυσιδωτές επιπτώσεις, καθώς το Ναυτικό αναγκάζεται να διατηρεί παλαιότερα πλοία σε υπηρεσία περισσότερο από όσο είχε αρχικά προγραμματιστεί.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του USS Nimitz, το οποίο έχει συμπληρώσει περισσότερα από 50 χρόνια στον στόλο και θα έπρεπε ήδη να έχει αποσυρθεί.
Το αμέσως νεότερο USS Dwight D. Eisenhower πλησιάζει επίσης τα 50 χρόνια υπηρεσίας. Κανένα από τα δύο δεν βρίσκεται πλέον σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Παράλληλα, το USS John C. Stennis υποβάλλεται σε εκτεταμένη ανακατασκευή και ανεφοδιασμό των δύο πυρηνικών αντιδραστήρων του, διαδικασία που πραγματοποιείται περίπου στη μέση της επιχειρησιακής ζωής του.
Οι εργασίες έχουν ήδη διαρκέσει περισσότερα από πέντε χρόνια και παρουσιάζουν καθυστέρηση 14 μηνών.
Οι δυσκολίες δεν οφείλονται αποκλειστικά στην πολυπλοκότητα των πλοίων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα τεχνικά προβλήματα και η έλλειψη εργαζομένων με εξειδικευμένες δεξιότητες, οι οποίοι δεν μπορούν να αντικατασταθούν ή να εκπαιδευτούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Νέες καθυστερήσεις θα μπορούσαν να προκύψουν και από πιθανές αλλαγές στον σχεδιασμό του τρίτου αεροπλανοφόρου της κλάσης Ford.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει αντιρρήσεις για τη χρήση ηλεκτρομαγνητικών καταπελτών απονήωσης, οι οποίοι αντικαθιστούν τα παραδοσιακά συστήματα ατμού.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει υποστηρίξει την επιστροφή στους καταπέλτες ατμού, ενώ το Ναυτικό εξετάζει το ενδεχόμενο τροποποιήσεων στον σχεδιασμό.
Εάν προχωρήσουν σημαντικές αλλαγές, υπάρχει κίνδυνος να προστεθούν επιπλέον χρόνια καθυστέρησης στην παράδοση των νέων πλοίων.
Το πρόβλημα της ναυπηγικής παραγωγής συνδέεται με μια ευρύτερη υποχώρηση της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης.
Καθώς ο στόλος των ΗΠΑ περιοριζόταν τις προηγούμενες δεκαετίες, ναυπηγεία έκλεισαν, οι αλυσίδες εφοδιασμού συρρικνώθηκαν και χάθηκαν κρίσιμες τεχνικές δεξιότητες.
Η αποκατάσταση αυτών των δυνατοτήτων απαιτεί χρόνο και μεγάλες επενδύσεις, ακόμη και εάν αυξηθούν σημαντικά οι αμυντικές δαπάνες.
Οι αποστολές των 326 ημερών, η Μέση Ανατολή και ο κίνδυνος για την Ταϊβάν
Εκτός από τις δυσκολίες κατασκευής και συντήρησης, το αμερικανικό Ναυτικό αντιμετωπίζει και τις συνέπειες της υπερβολικά εντατικής χρησιμοποίησης των αεροπλανοφόρων.
Το 2003, κατά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αναπτύξει έξι ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων στη Μέση Ανατολή.
Επρόκειτο, όμως, για μια προσωρινή συγκέντρωση δυνάμεων, η οποία δεν μπορούσε να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σήμερα, παρά το γεγονός ότι ο συνολικός αριθμός αεροπλανοφόρων παραμένει ο ίδιος, η διατήρηση ακόμη και τριών πλοίων στην περιοχή αποτελεί σημαντική πρόκληση.
Οι επιχειρήσεις που συνδέονται με τη Βενεζουέλα και η παρατεταμένη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, στο πλαίσιο της άσκησης στρατιωτικής πίεσης, έχουν επιβαρύνει σημαντικά τον στόλο.
Το USS Gerald R. Ford επέστρεψε στη βάση του έπειτα από 326 ημέρες αποστολής, ενώ το USS Abraham Lincoln αντικαταστάθηκε αφού είχε συμπληρώσει 250 ημέρες επιχειρησιακής παρουσίας στα ανοιχτά του Ιράν.

Στο παρελθόν, αποστολές που ξεπερνούσαν τους έξι μήνες ήταν σχετικά σπάνιες.
Η πολύμηνη παραμονή στη θάλασσα προκαλεί φθορά στα αεροσκάφη, στα συστήματα των πλοίων και στον εξοπλισμό, ενώ επιβαρύνει ιδιαίτερα τα πληρώματα.
Οι ναύτες και οι αξιωματικοί παραμένουν μακριά από τις οικογένειές τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα, με συνέπειες στην προσωπική τους ζωή και στο ηθικό τους.
Για το USS Abraham Lincoln είχαν μάλιστα υπάρξει αναφορές για ανεπαρκείς μερίδες φαγητού και χαμηλό ηθικό του προσωπικού.
Οι παρατεταμένες αποστολές έχουν και άλλες επιχειρησιακές συνέπειες. Κατά τη διάρκειά τους χάνονται προγραμματισμένες περίοδοι εκπαίδευσης και συντήρησης, οι οποίες πρέπει να αναπληρωθούν όταν το πλοίο επιστρέψει.
Έτσι, κάθε νέα αποστολή μπορεί να καθυστερεί την προετοιμασία της επόμενης, δημιουργώντας έναν κύκλο αυξανόμενης πίεσης στο σύνολο του στόλου.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή τα 11 αεροπλανοφόρα δεν διαθέτουν αντίστοιχο αριθμό αεροπορικών πτερύγων.
Το αμερικανικό Ναυτικό έχει εννέα αεροπορικές πτέρυγες αεροπλανοφόρων, καθώς ο αριθμός τους δεν καθορίζεται από τη νομοθεσία όπως συμβαίνει με τα ίδια τα πλοία.
Για πολλά χρόνια, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, ο σχεδιασμός βασιζόταν στην ταυτόχρονη ανάπτυξη περίπου τριών αεροπορικών πτερύγων.
Οι υπόλοιπες βρίσκονταν σε περίοδο ανάπαυσης, συντήρησης ή εκπαίδευσης για την επόμενη αποστολή.
Η ταυτόχρονη ανάπτυξη τεσσάρων ή ακόμη και πέντε πτερύγων δημιουργεί πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις από εκείνες για τις οποίες είχε οργανωθεί το σύστημα.
Αντίστοιχη πίεση ασκείται στα αντιτορπιλικά που συνοδεύουν τα αεροπλανοφόρα, παρέχοντας προστασία από εχθρικούς πυραύλους, καθώς και στα πλοία ανεφοδιασμού που υποστηρίζουν τις ομάδες μάχης.
Η ανάγκη αντικατάστασης του Abraham Lincoln οδήγησε σε μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση: τη μετακίνηση του μοναδικού αμερικανικού αεροπλανοφόρου από τον δυτικό Ειρηνικό.
Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε τον κίνδυνο υπερέκτασης των αμερικανικών δυνάμεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αποτρέψει την Κίνα από ενδεχόμενη στρατιωτική ενέργεια εναντίον της Ταϊβάν.
Παράλληλα, τίθεται και το ζήτημα της επιβιωσιμότητας των ίδιων των αεροπλανοφόρων σε μια σύγκρουση υψηλής έντασης.
Το κόστος ενός αεροπλανοφόρου, μαζί με τα αεροσκάφη, τα πυρομαχικά και ορισμένα από τα πολεμικά πλοία που το προστατεύουν, υπολογίζεται περίπου στα 25 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η Κίνα έχει επενδύσει επί δεκαετίες στην ανάπτυξη οπλικών συστημάτων σχεδιασμένων να πλήττουν αμερικανικές ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων, καθώς και δορυφορικών δυνατοτήτων για τον εντοπισμό τους στη θάλασσα.
Η παρακολούθηση των κινήσεών τους γίνεται επίσης ολοένα ευκολότερη μέσω δορυφορικών εικόνων.
Ενδεικτικά, τέσσερα αεροπλανοφόρα που έχουν ως βάση την ανατολική ακτή των ΗΠΑ εντοπίστηκαν μέσω δορυφορικών εικόνων εκτός επιχειρησιακής ανάπτυξης: δύο στο ναυπηγείο Newport News και δύο στη ναυτική βάση Norfolk.
Η δυνατότητα εντοπισμού τέτοιων πλοίων αναδεικνύει τις αυξανόμενες δυσκολίες απόκρυψης των κινήσεων μεγάλων ναυτικών δυνάμεων.
Παράλληλα, η νομοθετική υποχρέωση διατήρησης 11 αεροπλανοφόρων έχει σημαντικές δημοσιονομικές συνέπειες.
Καθώς το κόστος κατασκευής, συντήρησης και λειτουργίας τους παραμένει εξαιρετικά υψηλό, άλλες κατηγορίες πλοίων και δυνατότητες του αμερικανικού Ναυτικού ενδέχεται να στερούνται πόρων, ιδιαίτερα σε περιόδους περιορισμένων προϋπολογισμών.
Αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει σε αυτό που ορισμένοι στο Πεντάγωνο περιγράφουν ως σταδιακή αποδυνάμωση της πραγματικής επιχειρησιακής ισχύος, παρά τη διατήρηση ενός εντυπωσιακού αριθμού πλοίων στα χαρτιά.
Ο Τραμπ έχει ζητήσει σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, αλλά η συνολική ανασυγκρότηση των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων απαιτεί τεράστιους πόρους.
Η επιστροφή στα επίπεδα στρατιωτικής ισχύος που διέθεταν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά τα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου ενδέχεται να μην είναι πλέον εφικτή.
Τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα παραμένουν ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία προβολής στρατιωτικής ισχύος στον κόσμο. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στα ναυπηγεία, η εξάντληση των πληρωμάτων και οι απαιτήσεις ταυτόχρονων επιχειρήσεων σε διαφορετικές περιοχές δείχνουν ότι η διατήρηση αυτής της ισχύος γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Το βασικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι πλέον μόνο πόσα αεροπλανοφόρα διαθέτει, αλλά πόσα μπορεί πραγματικά να χρησιμοποιήσει, για πόσο καιρό και με ποιες συνέπειες για την ετοιμότητα του υπόλοιπου στόλου της.
