Η Ευρώπη εξοπλίζεται για να μη χρειάζεται τις ΗΠΑ – Γιατί η στρατιωτική της ενίσχυση μπορεί να αλλάξει το ΝΑΤΟ
Η αμφισβήτηση της αμερικανικής προστασίας επιταχύνει τους ευρωπαϊκούς εξοπλισμούς – Η εξάρτηση από τα αμερικανικά όπλα, οι ελλείψεις προσωπικού και το ενδεχόμενο μιας Ευρώπης που θα ακολουθεί τη δική της εξωτερική πολιτική
Για δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούσαν από τους Ευρωπαίους συμμάχους τους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άμυνά τους. Σήμερα, η Ευρώπη αυξάνει τις στρατιωτικές της δαπάνες και επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία από την Ουάσιγκτον. Η εξέλιξη αυτή, όμως, ενδέχεται να δημιουργήσει ένα νέο πρόβλημα για τις ΗΠΑ: Μια Ευρώπη που θα μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της θα έχει και μεγαλύτερη δυνατότητα να διαφωνεί με τις αμερικανικές επιλογές.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η αβεβαιότητα γύρω από τις αμερικανικές δεσμεύσεις στο ΝΑΤΟ και η συνεχιζόμενη απειλή από τη Ρωσία έχουν επιταχύνει τις ευρωπαϊκές προσπάθειες επανεξοπλισμού.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στο πόσα χρήματα δαπανούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για όπλα και στρατό. Αφορά επίσης το ποιος θα καθορίζει τις αποφάσεις της Συμμαχίας και κατά πόσο η Ευρώπη θα εξακολουθήσει να ακολουθεί την Ουάσιγκτον σε μεγάλες διεθνείς κρίσεις.

Πώς δημιουργήθηκε η ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις ΗΠΑ
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία επιδίωξαν τη δημιουργία ενός συστήματος ασφάλειας που θα απέτρεπε μια νέα μεγάλη σύγκρουση στην Ευρώπη και θα περιόριζε τη σοβιετική επιρροή.
Το ΝΑΤΟ, που ιδρύθηκε το 1949, αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής. Ο πρώτος γενικός γραμματέας του, Χέιστινγκς Ίσμεϊ, είχε περιγράψει τον σκοπό της Συμμαχίας ως τη διατήρηση των Ρώσων εκτός Ευρώπης, των Αμερικανών εντός και των Γερμανών υπό έλεγχο.
Η μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας εξασφάλισε στις ΗΠΑ μόνιμες στρατιωτικές βάσεις στην Ευρώπη, ισχυρή πολιτική επιρροή και κεντρικό ρόλο στη διοίκηση του ΝΑΤΟ. Από το 1951, η θέση του ανώτατου συμμαχικού διοικητή στην Ευρώπη κατέχεται αποκλειστικά από Αμερικανό στρατιωτικό.
Η Ουάσιγκτον, πάντως, δεν επιθυμούσε μια στρατιωτικά αδύναμη Ευρώπη. Αντιθέτως, υποστήριζε τη διατήρηση ισχυρών ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων, υπό την προϋπόθεση ότι η ίδια θα διατηρούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Οι αμερικανικές διαμαρτυρίες για τις χαμηλές ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες δεν ξεκίνησαν με τον Τραμπ. Ήδη από την προεδρία του Τζον Κένεντι, οι ΗΠΑ ζητούσαν δικαιότερη κατανομή των στρατιωτικών βαρών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες ακολουθούσαν πάντοτε την αμερικανική πολιτική. Η Γαλλία, ιδιαίτερα επί Σαρλ ντε Γκωλ, διατήρησε σημαντική στρατηγική αυτονομία. Το 1966 αποχώρησε από την ολοκληρωμένη στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ, στην οποία επέστρεψε μόλις το 2009
Παράλληλα, ανέπτυξε τη δική της αμυντική βιομηχανία, κατασκευάζοντας πολεμικά πλοία, μαχητικά αεροσκάφη και πυρηνικά όπλα, περιορίζοντας την εξάρτησή της από αμερικανικά οπλικά συστήματα.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όμως, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να μειώνουν τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους. Η τάση ενισχύθηκε μετά την οικονομική κρίση, όταν οι αμυντικές δαπάνες αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς στόχους των περικοπών.
Οι συνέπειες έγιναν σταδιακά εμφανείς. Η Βρετανία, που στις αρχές του 21ου αιώνα μπορούσε να αναπτύξει δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, το 2011 δυσκολευόταν να συμμετάσχει στην επέμβαση στη Λιβύη χωρίς ουσιαστική αμερικανική υποστήριξη.
Η Γαλλία διατήρησε μεγαλύτερη δυνατότητα αυτόνομων επιχειρήσεων, όπως απέδειξε η στρατιωτική της επέμβαση στο Μάλι, αλλά και αυτή αντιμετώπισε περιορισμούς.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 έφερε ξανά στο προσκήνιο τις ευρωπαϊκές αδυναμίες. Η Γερμανία ανακοίνωσε πρόσθετες αμυντικές δαπάνες ύψους 100 δισ. ευρώ, αλλά δύο χρόνια αργότερα μεγάλο μέρος των χρημάτων δεν είχε ακόμη αξιοποιηθεί.
Η επανεκλογή του Τραμπ στα τέλη του 2024 και η αβεβαιότητα για την αμερικανική στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή ασφάλεια αποτέλεσαν πρόσθετη ώθηση για την επιτάχυνση των εξοπλισμών.
Το 2026, η Ευρώπη εμφανίζεται να έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο. Ωστόσο, η αγορά οπλικών συστημάτων προχωρά πολύ ταχύτερα από την ενίσχυση των στρατών με προσωπικό.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γερμανίας. Τον Ιούλιο του 2026, η Bundeswehr έφτασε τους 186.700 εν ενεργεία στρατιωτικούς, τον υψηλότερο αριθμό των τελευταίων 13 ετών, ενώ οι αιτήσεις κατάταξης αυξήθηκαν κατά 26% σε ετήσια βάση.
Παρά τη βελτίωση, ο γερμανικός στρατός εξακολουθεί να υπολείπεται κατά περίπου 70.000 στρατιώτες του στόχου των 260.000. Η γερμανική Βουλή αναμένεται να εξετάσει έως τον Ιούλιο του 2027 εάν η εθελοντική κατάταξη επαρκεί ή εάν απαιτείται επανεξέταση της υποχρεωτικής στράτευσης.
Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία έχει αναδείξει τη σημασία των μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί την ανάπτυξη ενός συστήματος προστασίας από drones στα ανατολικά της σύνορα, με στόχο να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2027.
Η ουκρανική εμπειρία στην αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών αποκτά ιδιαίτερη αξία για τις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και για κράτη του Κόλπου.
Παράλληλα, παραμένει ένα σημαντικό πρόβλημα: η εξάρτηση από την αμερικανική αμυντική βιομηχανία.
Την περίοδο 2020-2024, το 64% των εισαγωγών οπλικών συστημάτων των ευρωπαϊκών χωρών του ΝΑΤΟ προερχόταν από τις ΗΠΑ. Το ποσοστό έχει υποχωρήσει πιο πρόσφατα στο 58%, αλλά εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό.
Οι ελλείψεις σε πυραύλους αναχαίτισης και άλλα πυρομαχικά, οι οποίες συνδέονται και με τον πόλεμο στο Ιράν, αναδεικνύουν τους κινδύνους αυτής της εξάρτησης. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη μεταφέρει αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot από τη Νότια Κορέα, ενώ υπάρχουν αναφορές για σημαντική μείωση των αποθεμάτων άλλων πυρομαχικών.
Μια ισχυρότερη Ευρώπη μπορεί να διαφωνεί περισσότερο με την Ουάσιγκτον
Η στρατιωτική ενίσχυση της Ευρώπης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα αποκτήσει ενιαία εξωτερική πολιτική. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν να έχουν διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες, ενώ η άνοδος εθνικιστικών κομμάτων δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα.
Ωστόσο, ορισμένα ζητήματα συγκεντρώνουν ευρεία υποστήριξη.
Η Ρωσία αναμένεται να παραμείνει η σημαντικότερη στρατιωτική απειλή για την Ευρώπη. Οι παραβιάσεις εναέριου χώρου από ρωσικά drones, που έχουν αναγκάσει επανειλημμένα την Πολωνία να απογειώσει μαχητικά αεροσκάφη, ενισχύουν την ανάγκη για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αμυντική ικανότητα.

Παράλληλα, η Ευρώπη αναμένεται να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική, όπου ήδη επιδιώκει συμφωνίες με κυβερνήσεις για τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών.
Σε αυτά τα πεδία, οι ευρωπαϊκές επιδιώξεις δεν φαίνεται απαραίτητα να συγκρούονται με τις αμερικανικές.
Η Κίνα, αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή διαφωνιών.
Ένα χαρακτηριστικό προηγούμενο δημιουργήθηκε το 2020, όταν ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον επέτρεψε αρχικά τη συμμετοχή της κινεζικής Huawei στο βρετανικό δίκτυο 5G.
Η Ουάσιγκτον αντέδρασε έντονα, με Αμερικανούς γερουσιαστές να απειλούν ακόμη και με περιορισμό της ανταλλαγής πληροφοριών ασφαλείας. Η Βρετανία τελικά υποχώρησε, καθώς δεν μπορούσε εύκολα να συγκρουστεί με τον βασικό εγγυητή της ασφάλειάς της.
Μια Ευρώπη με μεγαλύτερη στρατιωτική αυτονομία θα είχε περισσότερα περιθώρια να ακολουθήσει διαφορετική πολιτική απέναντι στο Πεκίνο, είτε πρόκειται για κινεζικές επενδύσεις σε λιμάνια, περιορισμούς εξαγωγών ή συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Αντίστοιχη αλλαγή διαφαίνεται και στις σχέσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων με τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες συμμετείχαν στον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Στο Ιράκ, παρά τις σοβαρές διαφωνίες, ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ υποστήριξε την αμερικανική επέμβαση.
Στον πόλεμο με το Ιράν, όμως, η κατάσταση παρουσιάζεται διαφορετική. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν προειδοποίησε εκ των προτέρων τους Ευρωπαίους συμμάχους της, ενώ στη συνέχεια αντιμετώπισε την απροθυμία ακόμη και της Βρετανίας να συνδράμει στις επιχειρήσεις στα Στενά του Ορμούζ.
Ο Μπλερ επέκρινε τον Κιρ Στάρμερ για τη στάση του, υποστηρίζοντας ότι μια χώρα που βασίζεται στις ΗΠΑ για την ασφάλειά της οφείλει να ανταποκρίνεται όταν εκείνες ζητούν βοήθεια.
Αυτή ακριβώς η λογική, όμως, μπορεί να αποδυναμωθεί όσο η Ευρώπη αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα να προστατεύει μόνη της τα συμφέροντά της.
Για το μέλλον του ΝΑΤΟ διαμορφώνονται δύο διαφορετικά ενδεχόμενα.
Στο πρώτο, ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός ενισχύει τη Συμμαχία. Οι ΗΠΑ απαλλάσσονται από μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού βάρους, ενώ χώρες όπως η Γερμανία και η Πολωνία αποκτούν ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις.
Στο δεύτερο, η στρατιωτική αυτονομία της Ευρώπης οδηγεί σε μεγαλύτερη πολιτική ανεξαρτησία, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι διαφωνίες και να αποδυναμώνεται η συνοχή του ΝΑΤΟ.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, μιλώντας στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, υποστήριξε την ανάγκη συνεργασίας των δύο πλευρών του Ατλαντικού, αλλά ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να κινηθούν μόνες τους εάν δεν υπάρξει κοινή κατεύθυνση.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Ευρώπη θα μπορέσει να αποκτήσει την απαραίτητη στρατιωτική ισχύ.
Είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποδεχθούν μια Ευρώπη που δεν θα χρειάζεται πλέον την αμερικανική προστασία στον ίδιο βαθμό και θα διεκδικεί μεγαλύτερο λόγο στις διεθνείς αποφάσεις.
Έπειτα από δεκαετίες πιέσεων για αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, η Ουάσιγκτον ενδέχεται τελικά να αποκτήσει αυτό που ζητούσε. Το κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε μια ισχυρότερη διατλαντική συμμαχία ή σε μια βαθύτερη ρήξη παραμένει ανοιχτό.

