Πώς οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν έναν στρατό από drones στο Στενό του Ορμούζ – Τα υποβρύχια χωρίς πλήρωμα και η νέα στρατηγική απέναντι στο Ιράν

Η Ουάσινγκτον επιστρατεύει μη επανδρωμένα σκάφη, υποβρύχια και αεροσκάφη για να περιορίσει τον κίνδυνο για τους στρατιώτες της – Οι επιχειρήσεις διάσωσης, ο εντοπισμός ναρκών και τα νέα οπλικά συστήματα που αλλάζουν τον ναυτικό πόλεμο

Πώς οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν έναν στρατό από drones στο Στενό του Ορμούζ – Τα υποβρύχια χωρίς πλήρωμα και η νέα στρατηγική απέναντι στο Ιράν

Μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων βρίσκεται σε εξέλιξη στο Στενό του Ορμούζ, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, σκάφη επιφανείας και υποβρύχια για να αντιμετωπίσουν τις ιρανικές απειλές και να προστατεύσουν τη διεθνή ναυσιπλοΐα.

σχετικά άρθρα

Καθώς ο πόλεμος με το Ιράν συνεχίζεται, οι αμερικανικές δυνάμεις επιχειρούν να διατηρήσουν τον έλεγχο της κατάστασης χωρίς να εκθέτουν συνεχώς πιλότους και ναυτικά πληρώματα στον κίνδυνο ιρανικών επιθέσεων.

Η νέα προσέγγιση φαίνεται ότι έχει συμβάλει στην αύξηση του αριθμού των πλοίων που καταφέρνουν να διασχίσουν το Στενό του Ορμούζ κατά τους τελευταίους μήνες, παρά τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν στην περιοχή.

Το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων καλύπτεται από μυστικότητα. Ωστόσο, πληροφορίες για τα συστήματα που χρησιμοποιούνται έχουν γίνει γνωστές ακόμη και από το ίδιο το Ιράν, καθώς οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν παρουσιάσει εικόνες αμερικανικών drones και μη επανδρωμένων υποβρυχίων που υποστηρίζουν ότι κατέρριψαν ή κατέλαβαν.

Στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής βρίσκεται η Task Force 59, μια ειδική μονάδα που δημιουργήθηκε πριν από περίπου πέντε χρόνια στο Μπαχρέιν, με αποστολή την ανάπτυξη και δοκιμή μη επανδρωμένων ναυτικών συστημάτων.

Η δραστηριότητά της, που αρχικά επικεντρωνόταν σε πειραματικές τεχνολογίες, έχει αποκτήσει πλέον άμεση επιχειρησιακή σημασία.

Η κατάρριψη του F-15 και τα drones που παρακολουθούν το Στενό του Ορμούζ

Ένα από τα περιστατικά που επηρέασαν την αμερικανική στρατηγική σημειώθηκε στις αρχές Απριλίου, λίγο περισσότερο από δύο μήνες μετά την έναρξη του πολέμου.

Ένα αμερικανικό μαχητικό F-15 καταρρίφθηκε πάνω από το Ιράν, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει επιχείρηση εντοπισμού και διάσωσης του πληρώματός του.

Το ένα μέλος εντοπίστηκε σχετικά γρήγορα, όμως η διάσωση του δεύτερου αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη.

Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, οι Αμερικανοί αναγκάστηκαν να καταστρέψουν δύο μεταγωγικά αεροσκάφη Hercules και δύο ελικόπτερα MH-6, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των ιρανικών δυνάμεων.

Το περιστατικό ανέδειξε το υψηλό κόστος που μπορεί να έχει ακόμη και μία αποστολή διάσωσης σε εχθρικό έδαφος.

Για τους Αμερικανούς διοικητές, αποτέλεσε επιπλέον λόγο να περιορίσουν την έκθεση προσωπικού σε περιοχές όπου το Ιράν μπορούσε να πλήξει αεροσκάφη και πλοία.

Η απάντηση ήταν η μεγαλύτερη χρήση όπλων μεγάλου βεληνεκούς και μη επανδρωμένων συστημάτων, τα οποία μπορούν να επιχειρούν κοντά σε εχθρικές ακτές χωρίς να διακινδυνεύουν ανθρώπινες ζωές.

Η Task Force 59 είχε ήδη προετοιμαστεί για αυτή τη μετάβαση.

Από τη δημιουργία της στο Μπαχρέιν, η μονάδα είχε δοκιμάσει περισσότερους από 24 διαφορετικούς τύπους μη επανδρωμένων συστημάτων, συνδυάζοντας τεχνολογίες επιτήρησης, αισθητήρες και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Οι αποστολές της μπορούν να χωριστούν σε τρεις βασικούς τομείς: αναγνώριση, υποστήριξη και προσβολή στόχων.

Η αναγνώριση αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων, καθώς οι αμερικανικές δυνάμεις χρειάζονται συνεχή εικόνα των κινήσεων των Ιρανών γύρω από το Στενό του Ορμούζ.

Στο παρελθόν, οι ΗΠΑ βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε αεροσκάφη όπως το MQ-9 Reaper, τα οποία είχαν αναπτυχθεί κυρίως για επιχειρήσεις εναντίον τρομοκρατικών οργανώσεων.

Ωστόσο, τα Reaper δεν είναι ιδανικά για παρατεταμένη επιτήρηση σε ένα περιβάλλον όπου ο αντίπαλος διαθέτει σημαντικές αντιαεροπορικές δυνατότητες.

Είναι σχετικά ευάλωτα και ιδιαίτερα ακριβά.

Οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν χάσει 45 Reaper μέσα σε έναν χρόνο, με το κόστος κάθε αεροσκάφους να υπολογίζεται σε περίπου 30 εκατομμύρια δολάρια.

Για τον λόγο αυτό, αναζητούνται φθηνότερα μέσα που μπορούν να παραμένουν στην περιοχή για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Ένα από αυτά είναι το Voyager, ένα μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας που αξιοποιεί ηλιακή και αιολική ενέργεια.

Το Voyager μπορεί να επιχειρεί για έως και 100 ημέρες, διαθέτοντας κάμερες, ραντάρ και συστήματα σόναρ.

Ο εξοπλισμός του επιτρέπει την παρακολούθηση της ναυσιπλοΐας, τον εντοπισμό ύποπτων κινήσεων και την αναζήτηση ναρκών.

Το κόστος του είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο ενός Reaper, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να διατηρούν συνεχή παρουσία επιτήρησης.

Τον Αύγουστο, ιρανικές δυνάμεις επιχείρησαν να καταλάβουν ένα Voyager, αλλά οι Αμερικανοί απέτρεψαν την ενέργεια.

Στον αέρα χρησιμοποιούνται επίσης νεότερα drones, όπως το V-BAT, το οποίο επιχειρεί με το Σώμα Πεζοναυτών των ΗΠΑ.

Το συγκεκριμένο σύστημα μπορεί να απογειώνεται και να προσγειώνεται από συμβατικά πλοία, χωρίς να χρειάζεται αεροπλανοφόρο ή ειδικά διαμορφωμένο διάδρομο.

Σε καθημερινή βάση, δεκάδες αμερικανικά συστήματα επιτήρησης επιχειρούν μέσα και γύρω από το Στενό του Ορμούζ.

Η αξία τους δεν περιορίζεται στις πληροφορίες που συγκεντρώνει το καθένα ξεχωριστά.

Η Task Force 59 είχε πραγματοποιήσει ασκήσεις στις οποίες χρησιμοποιούνταν τεχνητή νοημοσύνη για τον συνδυασμό δεδομένων από διαφορετικούς αισθητήρες και μέσα συλλογής πληροφοριών.

Έτσι, οι αμερικανικές δυνάμεις μπορούν να δημιουργούν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης στη θάλασσα και να εντοπίζουν ταχύτερα πιθανές απειλές.

Τα υποβρύχια που εξουδετερώνουν νάρκες και τα νέα όπλα του αμερικανικού ναυτικού

Η αμερικανική παρουσία δεν περιορίζεται στον αέρα και στην επιφάνεια της θάλασσας.

Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν επίσης μη επανδρωμένα υποβρύχια, τα οποία μπορούν να εκτελούν αποστολές κάτω από την επιφάνεια του νερού, χωρίς ανθρώπινο πλήρωμα.

Ένα από αυτά είναι το Dive-LD, ένα σχετικά μεγάλο αυτόνομο υποβρύχιο σύστημα.

Η ύπαρξη και η χρήση του στην περιοχή έγιναν ευρύτερα γνωστές όταν οι ιρανικές δυνάμεις παρουσίασαν ένα τέτοιο όχημα που είχαν καταλάβει.

Το Dive-LD έχει χρησιμοποιηθεί για διάφορες αποστολές υποστήριξης των αμερικανικών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και η εκκαθάριση ιρανικών ναρκών από το Στενό του Ορμούζ.

Για παρόμοιες αποστολές έχει χρησιμοποιηθεί και το μικρότερο REMUS 600.

Οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν επίσης παρουσιάσει εικόνες από ένα REMUS 600 που υποστηρίζουν ότι κατέλαβαν.

Τα συγκεκριμένα συστήματα επιτρέπουν την πραγματοποίηση επικίνδυνων υποβρύχιων αποστολών χωρίς να χρειάζεται να σταλούν δύτες ή επανδρωμένα σκάφη στις περιοχές όπου υπάρχουν νάρκες.

Η ανάπτυξη αυτών των τεχνολογιών έχει ιδιαίτερη σημασία για το Στενό του Ορμούζ, καθώς η απειλή ναρκών μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τη διέλευση εμπορικών και στρατιωτικών πλοίων.

Ωστόσο, τα μη επανδρωμένα συστήματα δεν περιορίζονται πλέον στην παρακολούθηση και στον εντοπισμό κινδύνων.

Οι ΗΠΑ έχουν αρχίσει να τα χρησιμοποιούν και για επιχειρήσεις διάσωσης και επιθέσεις εναντίον στόχων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χρήση του μη επανδρωμένου σκάφους Corsair, σε επιχείρηση διάσωσης πληρώματος αμερικανικού επιθετικού ελικοπτέρου Apache.

Το ελικόπτερο είχε καταρριφθεί κοντά στο Στενό του Ορμούζ τον Ιούνιο.

Το Corsair χρησιμοποιήθηκε για τη διάσωση των δύο μελών του πληρώματος, τα οποία μεταφέρθηκαν σε ελικόπτερο διάσωσης χωρίς να υπάρξουν νέες απώλειες αεροσκαφών ή σκαφών.

Η επιχείρηση ανέδειξε μια διαφορετική δυνατότητα των μη επανδρωμένων μέσων: να πραγματοποιούν αποστολές σε επικίνδυνες περιοχές, μειώνοντας την ανάγκη άμεσης έκθεσης επιπλέον προσωπικού.

Παράλληλα, οι Αμερικανοί έχουν χρησιμοποιήσει μη επανδρωμένα σκάφη φορτωμένα με εκρηκτικά για επιθέσεις εναντίον ιρανικών παράκτιων στόχων.

Στις αεροπορικές επιχειρήσεις έχει επίσης καταγραφεί αυξημένη χρήση περιφερόμενων πυρομαχικών, δηλαδή μη επανδρωμένων όπλων που μπορούν να παραμένουν στον αέρα για κάποιο χρονικό διάστημα πριν επιτεθούν σε στόχο.

Η ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονται και χρησιμοποιούνται αυτά τα συστήματα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στον αμερικανικό στρατιωτικό σχεδιασμό.

Η σύμβαση παραγωγής του Dive-LD ανατέθηκε μόλις τον Απρίλιο του προηγούμενου έτους, αλλά ήδη φαίνεται ότι δεκάδες τέτοια συστήματα έχουν χρησιμοποιηθεί στη Μέση Ανατολή.

Οι κατασκευαστές επιδιώκουν, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων τρισδιάστατη εκτύπωση και σύγχρονες μεθόδους παραγωγής, να φτάσουν σε ρυθμό κατασκευής 200 υποβρύχιων οχημάτων ετησίως έως τα τέλη του 2027.

Αντίστοιχα, η παραγωγή του μη επανδρωμένου σκάφους Corsair αυξάνεται σημαντικά, με εκτιμήσεις για περίπου 400 μονάδες μέσα στο έτος.

Οι φιλοδοξίες του αμερικανικού ναυτικού επεκτείνονται πλέον και σε πιο σύνθετες επιθετικές αποστολές.

Τον Σεπτέμβριο, μηχανικοί του αμερικανικού και του βρετανικού ναυτικού χρησιμοποίησαν ένα μεγάλο μη επανδρωμένο υποβρύχιο για να εκτοξεύσουν τορπίλη εναντίον στόχου.

Η δοκιμή έδειξε ότι τα αυτόνομα υποβρύχια μπορούν να εξελιχθούν από μέσα αναγνώρισης και υποστήριξης σε πλατφόρμες μεταφοράς και χρήσης οπλισμού.

Σε ένα άλλο πρόγραμμα, το Πεντάγωνο δεσμεύτηκε να διαθέσει περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο δολάρια για την προμήθεια 30 μη επανδρωμένων πλοίων.

Κάθε ένα από αυτά σχεδιάζεται ώστε να μπορεί να διανύει περίπου 2.500 μίλια, μεταφέροντας 25 τόνους οπλισμού.

Πρόκειται για δυνατότητες που δείχνουν ότι η αμερικανική στρατηγική δεν περιορίζεται πλέον στην ανάπτυξη μικρών drones επιτήρησης.

Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν τη δημιουργία ενός ευρύτερου στόλου μη επανδρωμένων μέσων, με δυνατότητες που εκτείνονται από την αναγνώριση μέχρι τις επιθετικές επιχειρήσεις.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση διαδραματίζουν νέες εταιρείες αμυντικής τεχνολογίας, όπως οι Anduril, Saronic και Saildrone.

Η δραστηριότητά τους συνδέεται με την προσπάθεια του Πενταγώνου να εγκαταλείψει μέρος των παραδοσιακών, χρονοβόρων διαδικασιών προμήθειας οπλικών συστημάτων και να επιταχύνει την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών.

Η σύγκρουση με το Ιράν έχει προσφέρει στις αμερικανικές δυνάμεις ένα πραγματικό επιχειρησιακό περιβάλλον για την αξιολόγηση αυτών των δυνατοτήτων.

Παρότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να χρειάζονται πιλότους, ναύτες και επανδρωμένα πολεμικά μέσα για πολλές αποστολές, η χρήση αυτόνομων συστημάτων επιτρέπει πλέον τη συλλογή πληροφοριών, την εξουδετέρωση απειλών και την εκτέλεση επιχειρήσεων με μικρότερο κίνδυνο για το προσωπικό.

Η εμπειρία στο Στενό του Ορμούζ δείχνει επίσης ότι η αλλαγή δεν αφορά μόνο τις στρατιωτικές τακτικές.

Μεταβάλλεται ταυτόχρονα ο τρόπος με τον οποίο τα οπλικά συστήματα σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και αποκτώνται από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.

Η ταχεία παραγωγή σχετικά οικονομικών μη επανδρωμένων μέσων και η δυνατότητα συνδυασμού τους με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης διαμορφώνουν ένα νέο μοντέλο ναυτικών επιχειρήσεων.

Το Στενό του Ορμούζ εξελίσσεται έτσι σε πεδίο δοκιμής μιας σημαντικής αλλαγής στον σύγχρονο πόλεμο, όπου η συνεχής παρουσία μη επανδρωμένων συστημάτων μπορεί να περιορίζει την ανάγκη ανάπτυξης ανθρώπινων πληρωμάτων στις πιο επικίνδυνες περιοχές.