Βραχιολάκια, κάλπες και «νομιμότητα παντού» το νέο δόγμα του Μαξίμου
"Θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα" το μήνυμα που στέλνει το Μαξίμου
Η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει στη λαϊκή οργή για την ατιμωρησία – Τα αποτελέσματα του ελληνικού FBI, η πολιτική αντεπίθεση και ο κίνδυνος οι παράπλευρες απώλειες να μετατρέψουν την επιχείρηση νομιμότητας σε μπούμερανγκ.
Το μήνυμα που ακούγεται όλο και πιο δυνατά στην κοινωνία είναι απλό, ωμό και ενδεικτικό της συσσωρευμένης οργής: «Βάλτε επιτέλους μερικούς φυλακή». Πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται η βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα, στους ελεγκτικούς μηχανισμούς και σε μια Δικαιοσύνη που, στα μάτια ενός μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, αργεί να αποδώσει ευθύνες και να επιβάλει συνέπειες.
Σε αυτό ακριβώς το έδαφος επιχειρεί να πατήσει η κυβέρνηση, επαναφέροντας με ένταση το δόγμα της «νομιμότητας παντού». Το μήνυμα από το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται υπεράνω του νόμου, ανεξάρτητα από την οικονομική του επιφάνεια, τις πολιτικές διασυνδέσεις ή την ισχύ των επιχειρηματικών του συμφερόντων. Τα βραχιολάκια, οι συλλήψεις, οι δεσμεύσεις περιουσιών και οι αποκαλύψεις για μεγάλα κυκλώματα φοροδιαφυγής επιχειρείται να αποτελέσουν την έμπρακτη απόδειξη ότι το κράτος δεν παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, αλλά παρεμβαίνει.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν αυτή η επιχείρηση θα αποδειχθεί μια ουσιαστική αλλαγή σελίδας ή εάν θα εξελιχθεί σε μια ακόμη πολιτική εκστρατεία με ημερομηνία λήξης.

Το πολιτικό στοίχημα με τα «βραχιολάκια»
Οι αποκαλύψεις για την Pizza Fan, την αλυσίδα αρτοποιείων «Το Χωριάτικο» και τις υποθέσεις που αγγίζουν τον χώρο του επαγγελματικού μπάσκετ έφεραν ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που προκαλεί έντονη κοινωνική δυσφορία: την αίσθηση ότι στην Ελλάδα υπάρχουν διαφορετικά μέτρα και σταθμά, ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντι στους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι η αντιπολίτευση επιχειρεί να συνδέσει τις υποθέσεις αυτές με ένα ευρύτερο πρόβλημα διαφθοράς, διαπλοκής και κυβερνητικής ανοχής. Γι’ αυτό και επιλέγει να περάσει στην αντεπίθεση, προβάλλοντας τα αποτελέσματα των ερευνών και υποστηρίζοντας ότι οι αποκαλύψεις δεν αποδεικνύουν συγκάλυψη, αλλά τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών.
Η πολιτική στόχευση είναι προφανής. Σε μια έντονα προεκλογική περίοδο, η κυβέρνηση θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη επιβολής της τάξης, απέναντι σε όσους εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες του κράτους για να αποκομίζουν παράνομα κέρδη. Το μήνυμα απευθύνεται τόσο στους παραδοσιακούς δεξιούς ψηφοφόρους, ένα μέρος των οποίων έχει απομακρυνθεί από τη Νέα Δημοκρατία, όσο και στους κεντρώους πολίτες που απαιτούν θεσμική συνέπεια και ίση μεταχείριση.
Με άλλα λόγια, το Μαξίμου επιχειρεί να μετατρέψει μια αμυντική πολιτική θέση σε επιθετικό αφήγημα: όχι μόνο δεν ανεχόμαστε την παρανομία, αλλά είμαστε αποφασισμένοι να συγκρουστούμε μαζί της, ακόμη και όταν αφορά ισχυρούς παίκτες.

Οι αριθμοί του ελληνικού FBI
Η κυβέρνηση διαθέτει, πάντως, επιχειρήματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, το αποκαλούμενο ελληνικό FBI, έχει παρουσιάσει σημαντικά αποτελέσματα από την έναρξη της λειτουργίας της, τον Οκτώβριο του 2024.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στις 26 Οκτωβρίου, η υπηρεσία έχει χειριστεί 1.510 υποθέσεις, έχουν αποδοθεί κατηγορίες σε σχεδόν 5.500 πρόσωπα και έχουν αποδομηθεί 259 εγκληματικές οργανώσεις. Πρόκειται για αριθμούς που δείχνουν την έκταση της επιχειρησιακής δραστηριότητας και την ενίσχυση της προσπάθειας αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος.
Η εικόνα συμπληρώνεται από τα στοιχεία της ΑΑΔΕ. Κατά το 2024 και το 2025 πραγματοποιήθηκαν περισσότεροι από 60.000 τακτικοί φορολογικοί έλεγχοι, με βεβαιωμένους φόρους και πρόστιμα που ξεπέρασαν τα 5,2 δισ. ευρώ. Παράλληλα, διενεργήθηκαν περισσότεροι από 100.000 επιτόπιοι έλεγχοι σε επιχειρήσεις.
Οι επιδόσεις αυτές προσφέρουν στην κυβέρνηση ένα ισχυρό επιχείρημα: ότι η καταπολέμηση της παρανομίας δεν περιορίζεται σε εξαγγελίες, αλλά συνοδεύεται από ελέγχους, δικογραφίες και συγκεκριμένες ενέργειες.
Βεβαίως, χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση. Η εξάρθρωση μιας εγκληματικής οργάνωσης, η απαγγελία κατηγοριών και η σύλληψη δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με τελεσίδικη καταδίκη. Η πραγματική επιτυχία θα κριθεί και από την πορεία των υποθέσεων στη Δικαιοσύνη, την επιστροφή των παράνομων εσόδων στο Δημόσιο και την αποτροπή της επανάληψης αντίστοιχων πρακτικών.
Άλλο δικαιοσύνη, άλλο επικοινωνιακά πυροτεχνήματα
Το πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η κοινωνική οργή δεν γεννήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες. Έχει συσσωρευτεί μέσα από διαδοχικές υποθέσεις που ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι η λογοδοσία δεν είναι πάντοτε αυτονόητη και ότι η ισχύς μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας.
Γι’ αυτό και η επιχείρηση «νομιμότητα παντού» μπορεί να αποδώσει πολιτικά, αλλά μόνο υπό προϋποθέσεις. Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε μια ανακοίνωση για μια μεγάλη επιχείρηση, σε μερικές φωτογραφίες συλληφθέντων ή σε ένα εντυπωσιακό δελτίο Τύπου. Θέλουν να δουν εάν οι έρευνες θα ολοκληρωθούν, εάν οι ευθύνες θα αποδοθούν και εάν οι κανόνες θα εφαρμοστούν χωρίς εξαιρέσεις.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να δημιουργηθεί η εικόνα ότι το κράτος φοράει χειροπέδες στους παραβάτες. Είναι να αποδειχθεί ότι η νομιμότητα αποτελεί σταθερό κανόνα λειτουργίας και όχι έκτακτη πολιτική επιλογή όταν η πίεση γίνεται ασφυκτική.
Εδώ βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το Μαξίμου. Εάν οι πολίτες αντιληφθούν ότι η αυστηρότητα εξαντλείται σε ορισμένες υποθέσεις, ενώ άλλες παραμένουν στάσιμες ή αντιμετωπίζονται με διαφορετικά κριτήρια, το σημερινό αφήγημα μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Η επιλεκτική νομιμότητα είναι, τελικά, μια άλλη μορφή αδικίας.

Ποιοι πληρώνουν το «μάρμαρο»:
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη πλευρά, που κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον θόρυβο των συλλήψεων και των αποκαλύψεων. Πίσω από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα εκατομμύρια ευρώ που φέρονται να χάθηκαν από το Δημόσιο βρίσκονται χιλιάδες εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν είναι αυτονόητο ότι γνώριζαν ή συμμετείχαν σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα.
Στις υποθέσεις της Pizza Fan και του «Χωριάτικου», η συνολική ζημιά για το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία υπολογίζεται, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, σε περίπου 125 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, δημοσιεύματα κάνουν λόγο για περισσότερους από 3.000 εργαζομένους που βρέθηκαν αντιμέτωποι με αβεβαιότητα για το εισόδημα, τα δεδουλευμένα και το εργασιακό τους μέλλον.
Εδώ αναδεικνύεται μια σοβαρή παράμετρος της κρατικής παρέμβασης. Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων είναι αναγκαίες όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις παρανομίας. Δεν μπορεί, όμως, η προστασία του Δημοσίου να αφήνει απροστάτευτους εκείνους που δεν ευθύνονται για τις πράξεις των εργοδοτών τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στις πρόσφατες δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων στις συγκεκριμένες υποθέσεις εξαιρέθηκαν οι λογαριασμοί μισθοδοσίας, ακριβώς για να προστατευθούν οι απαιτήσεις των εργαζομένων. Η πρόβλεψη αυτή είναι σημαντική, αλλά δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Η εξασφάλιση της μισθοδοσίας, η καταβολή των δεδουλευμένων και η διατήρηση των θέσεων εργασίας απαιτούν συγκεκριμένες λύσεις και όχι απλώς διαβεβαιώσεις.
Το κράτος οφείλει να ξεχωρίζει την ευθύνη του ιδιοκτήτη από την αγωνία του εργαζομένου. Ο υπάλληλος που πήγαινε κάθε πρωί στη δουλειά του για να εξασφαλίσει το μεροκάματο της οικογένειάς του δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παράπλευρη απώλεια μιας επιχείρησης καταστολής της φοροδιαφυγής.

Το δίκοπο μαχαίρι και η επόμενη ημέρα
Η πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς είναι αυτονόητη υποχρέωση κάθε ευνομούμενης πολιτείας. Δεν μπορεί να υπάρχει βιώσιμο επιχειρηματικό περιβάλλον όταν οι συνεπείς επαγγελματίες πληρώνουν φόρους και εισφορές, ενώ άλλοι εξασφαλίζουν αθέμιτο πλεονέκτημα μέσω παράνομων πρακτικών.
Αλλά η νομιμότητα δεν κρίνεται μόνο από το πόσες συλλήψεις πραγματοποιούνται. Κρίνεται και από το εάν το κράτος έχει προβλέψει τι συμβαίνει την επόμενη ημέρα: πώς προστατεύονται οι εργαζόμενοι, πώς διασφαλίζονται τα δικαιώματά τους, πώς συνεχίζεται η νόμιμη οικονομική δραστηριότητα και πώς αποτρέπεται η μετατροπή μιας υπόθεσης φοροδιαφυγής σε κοινωνική κρίση για χιλιάδες οικογένειες.
Αυτό είναι το δίκοπο μαχαίρι της κυβερνητικής στρατηγικής. Από τη μία πλευρά, η κοινωνία απαιτεί να σταματήσει η ατιμωρησία και να υπάρξουν πραγματικές συνέπειες για όσους παρανομούν. Από την άλλη, η πολιτεία πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να επιβάλει τον νόμο χωρίς να εγκαταλείπει τους αθώους στη μοίρα τους.
Στην τελική ευθεία προς τις κάλπες, το σύνθημα «νομιμότητα παντού» μπορεί να εξελιχθεί σε ισχυρό πολιτικό όπλο για την κυβέρνηση. Μπορεί, όμως, να γίνει και η μεγαλύτερη δοκιμασία της. Γιατί η κοινωνία δεν ζητά μόνο βραχιολάκια. Ζητά ισονομία, δικαιοσύνη, επιστροφή των χρημάτων που χάθηκαν και προστασία εκείνων που δεν έφταιξαν.
Το πραγματικό στοίχημα για το Μαξίμου δεν είναι, λοιπόν, να πείσει ότι μπορεί να συλλαμβάνει. Είναι να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνά με κανόνες που ισχύουν για όλους, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς να πληρώνουν τον λογαριασμό οι λάθος άνθρωποι.
