Ο Σι Τζινπίνγκ αλλάζει τον κινεζικό στρατό και φέρνει ΗΠΑ και Κίνα σε «κρίσιμη στιγμή»

Οι μαζικές εκκαθαρίσεις στην ηγεσία του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, η στροφή στην τεχνητή νοημοσύνη και η προσπάθεια του Κινέζου προέδρου να αποτρέψει κάθε αυτόνομο κέντρο εξουσίας

Ο Σι Τζινπίνγκ αλλάζει τον κινεζικό στρατό και φέρνει ΗΠΑ και Κίνα σε «κρίσιμη στιγμή»

Ο κινεζικός στρατός βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις της μετα-Μάο εποχής, την ώρα που οι σχέσεις της Κίνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Οι εκκαθαρίσεις ανώτατων αξιωματικών, η ενίσχυση του πολιτικού ελέγχου από τον Σι Τζινπίνγκ και η προσπάθεια ενσωμάτωσης της τεχνητής νοημοσύνης σε όλες τις λειτουργίες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA) αλλάζουν όχι μόνο τη δομή των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το Πεκίνο αντιλαμβάνεται τη γεωπολιτική του θέση.

σχετικά άρθρα

Μόνο δύο από τα επτά μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής που ανέλαβαν καθήκοντα το 2022 παραμένουν σήμερα στη θέση τους. Περισσότεροι από 100 ανώτατοι αξιωματικοί έχουν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, απομακρυνθεί ή τεθεί υπό έρευνα από το 2022, ενώ στις εκκαθαρίσεις περιλαμβάνονται μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, διοικητές της Δύναμης Πυραύλων του PLA και δύο πρώην υπουργοί Άμυνας, οι Γουέι Φενγκχέ και Λι Σανγκφού.

Η εξέλιξη αυτή δεν παρουσιάζεται απλώς ως μία ακόμη εκστρατεία κατά της διαφθοράς. Η πολιτική αξιοπιστία και η προσωπική πίστη στον Σι Τζινπίνγκ φαίνεται να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την ανάδειξη της στρατιωτικής ηγεσίας, ενώ στελέχη που ασχολούνται με την πολιτική εποπτεία και την πειθαρχία αποκτούν ρόλους που στο παρελθόν συνδέονταν περισσότερο με την επιχειρησιακή διοίκηση.

Η μεγάλη εκκαθάριση και η προσπάθεια του Σι να ελέγξει τον PLA

Η επίσημη αιτιολόγηση για τις εκκαθαρίσεις είναι συνήθως η διαφθορά, ένα πρόβλημα που έχει απασχολήσει επί χρόνια τον κινεζικό στρατό, ιδιαίτερα σε θέματα προμηθειών, στρατιωτικών συμβολαίων και δαπανών για εξοπλισμούς. Ωστόσο, η κλίμακα των σημερινών εκκαθαρίσεων δείχνει ότι η διαφθορά από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει την κατάσταση.

Ορισμένοι από τους αξιωματικούς που απομακρύνθηκαν δεν κατηγορήθηκαν μόνο για οικονομικές παραβάσεις, αλλά και για υπονόμευση του κομματικού ελέγχου, ανεπαρκή πίστη και βλάβη στην «πολιτική οικολογία» του PLA. Με άλλα λόγια, στο επίκεντρο βρίσκεται το κατά πόσο η στρατιωτική ηγεσία παραμένει απόλυτα ευθυγραμμισμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα και προσωπικά με τον Σι.

Η βασική επιδίωξη του Κινέζου προέδρου είναι να διασφαλίσει ότι ο PLA δεν θα μετατραπεί σε ανεξάρτητο πολιτικό κέντρο εξουσίας, ξεχωριστό από το Κομμουνιστικό Κόμμα και από τον ίδιο. Η λογική αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω των πληροφοριών και των φημών που είχαν κυκλοφορήσει στην Κίνα σχετικά με την τύχη του Σι, οι οποίες τον εμφάνιζαν ακόμη και νεκρό ή βαριά άρρωστο. Λίγο αργότερα ακολούθησαν οι απομακρύνσεις ανώτατων στρατιωτικών διοικητών.

Δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί ότι υπήρξε απόπειρα πραξικοπήματος, όμως η συγκεκριμένη αλληλουχία γεγονότων θεωρείται ενδεικτική της έντασης ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και τμήματα του στρατιωτικού κατεστημένου.

Παράλληλα, όμως, αλλάζει και η ίδια η στρατηγική αποστολή του PLA. Για δεκαετίες, ο κινεζικός στρατός είχε οργανωθεί σε μεγάλο βαθμό με βάση την πιθανότητα πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ναυτική ισχύς, η αεροπορία και μεγάλο μέρος της στρατιωτικής σκέψης είχαν ως κεντρικό σημείο αναφοράς την αμερικανική στρατιωτική δύναμη.

Τώρα, όμως, η Κίνα βρίσκεται μπροστά σε ένα διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον. Η οικονομία της αναπτύσσεται με ρυθμό λίγο πάνω από 4%, χαμηλότερα από το παρελθόν, ενώ η χώρα παράγει περισσότερα από όσα μπορεί να καταναλώσει και χρειάζεται τις εξαγωγές για να διατηρήσει την ανάπτυξή της. Οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος πελάτης της Κίνας.

Έτσι, το Πεκίνο έχει ισχυρό κίνητρο να αποφύγει μία στρατιωτική σύγκρουση με την Ουάσινγκτον. Το ίδιο ισχύει και για τις ΗΠΑ, οι οποίες δεν επιθυμούν έναν πόλεμο με την Κίνα ούτε θέλουν να εξαρτώνται οικονομικά από μία χώρα με την οποία ενδέχεται να βρεθούν σε σύγκρουση.

Οι επερχόμενες συναντήσεις των δύο ηγετών αποκτούν επομένως ιδιαίτερη σημασία. Μία νέα μορφή γεωπολιτικής σχέσης θα μπορούσε να προκύψει εάν Ουάσινγκτον και Πεκίνο καταφέρουν να βρουν έναν συμβιβασμό: να παραμείνουν ανταγωνιστές χωρίς να γίνουν εχθροί και να περιορίσουν την οικονομική τους αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγηθούν σε στρατιωτική αντιπαράθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αναδιάρθρωση του PLA μπορεί να συνδέεται άμεσα με τη μεταβολή της κινεζικής στρατηγικής. Ένα τμήμα της παλιάς στρατιωτικής ηγεσίας έχει μεγαλώσει με την αντίληψη ότι ο βασικός αντίπαλος είναι οι Αμερικανοί «ιμπεριαλιστές». Αν η Κίνα επιχειρεί τώρα να περάσει σε μία περίοδο συνεννόησης με τις ΗΠΑ, οι αξιωματικοί αυτοί μπορεί να δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα.

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία αποτελεί διαφορετική περίπτωση. Η Κίνα έχει ιστορικές εδαφικές και στρατηγικές εντάσεις με τη Μόσχα, ενώ ακόμη και επί κομμουνισμού οι δύο χώρες είχαν συγκρουστεί στα σύνορά τους. Το Πεκίνο, μάλιστα, δεν ψήφισε υπέρ της Ρωσίας στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά απείχε.

Εάν οι σχέσεις με τις ΗΠΑ βελτιωθούν, ο κινεζικός στρατός θα χρειαστεί επομένως να αλλάξει τη στρατηγική και την επιχειρησιακή του κουλτούρα.

Η τεχνητή νοημοσύνη, η Ταϊβάν και ένας στρατός που δεν έχει δοκιμαστεί σε πραγματικό πόλεμο

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά την τεχνολογία. Ο Σι Τζινπίνγκ επιδιώκει έναν ολοένα και περισσότερο «ευφυή» στρατό, με την τεχνητή νοημοσύνη να ενσωματώνεται στις καθημερινές λειτουργίες του PLA.

Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται μία σημαντική αντίφαση. Ένας στρατός που βασίζεται περισσότερο στην τεχνητή νοημοσύνη χρειάζεται ανθρώπους ικανούς να αμφισβητούν τα συστήματα, να εντοπίζουν λάθη και να παίρνουν πρωτοβουλίες. Το πολιτικό σύστημα του Σι, αντίθετα, ανταμείβει την απόλυτη συμμόρφωση και την πίστη στην ηγεσία.

Ο κίνδυνος είναι έτσι ένας στρατός περισσότερο ελεγχόμενος πολιτικά, αλλά λιγότερο ικανός να λειτουργήσει ανεξάρτητα και αποτελεσματικά. Νέα στελέχη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής δοκιμάζονται προσωρινά από τον Σι, ο οποίος αξιολογεί κατά πόσο είναι διατεθειμένα να ακολουθήσουν τη νέα στρατηγική και την τεχνολογική μετάβαση.

Η υπερβολική επίδειξη πίστης, όμως, μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες αποφάσεις. Αν οι διοικητές φοβούνται περισσότερο την απομάκρυνσή τους παρά την αποτυχία μίας στρατιωτικής επιλογής, η στρατηγική προσοχή μπορεί να μειωθεί και η πιθανότητα λανθασμένων υπολογισμών να αυξηθεί.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Ταϊβάν. Το νησί έχει στρατηγική σημασία για την Κίνα, καθώς βρίσκεται σε κομβικό σημείο μεταξύ Ιαπωνίας και Φιλιππίνων και επηρεάζει την πρόσβαση στον Ειρηνικό. Παράλληλα, στο εσωτερικό της Ταϊβάν εξελίσσεται μία πολιτική συζήτηση για το μέλλον των σχέσεων με την Κίνα, με το Κουομιντάνγκ να τάσσεται υπέρ μίας νέας σχέσης που θα αναγνωρίζει την Κίνα, αλλά θα διατηρεί σημαντικό βαθμό αυτονομίας για την Ταϊβάν.

Η Ταϊβάν έχει επίσης συμβολική σημασία για τον Σι. Μία αλλαγή στην αμερικανική στάση απέναντι στο νησί θα μπορούσε να παρουσιαστεί στο εσωτερικό της Κίνας ως παραχώρηση προς την Ουάσινγκτον. Γι’ αυτό και το ζήτημα αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα δυσκολότερα σημεία οποιασδήποτε αμερικανοκινεζικής συνεννόησης.

Παρά τη στρατιωτική ισχύ του PLA, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο αποτελεσματικός είναι πραγματικά σε έναν πόλεμο; Σε επίπεδο εξοπλισμών, η Κίνα διαθέτει σημαντικές δυνατότητες, από πολεμικά πλοία και αεροσκάφη μέχρι πυραύλους και πυρηνικές δυνάμεις. Ωστόσο, ο κινεζικός στρατός δεν έχει δοκιμαστεί σε έναν μεγάλο σύγχρονο πόλεμο.

Οι ασκήσεις μπορούν να δείξουν ένα επίπεδο ετοιμότητας, αλλά δεν μπορούν να αποκαλύψουν πλήρως τι συμβαίνει όταν αρχίζουν να πέφτουν πραγματικές βολές. Ο στρατός σε καιρό ειρήνης είναι διαφορετικός από τον στρατό σε καιρό πολέμου. Οι μαζικές απομακρύνσεις ανώτατων αξιωματικών κάνουν αυτή την αβεβαιότητα ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η αντικατάσταση έμπειρων διοικητών και η δημιουργία νέας αποτελεσματικής ηγεσίας απαιτούν χρόνο.

Η ίδια η κινεζική στρατιωτική ηγεσία φαίνεται να αναγνωρίζει ορισμένες από αυτές τις αδυναμίες. Σε δημοσιεύματα του PLA Daily, στελέχη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής και άλλοι σημαντικοί αξιωματικοί έχουν αναφερθεί σε προβλήματα διαφθοράς, προμηθειών και εκπαίδευσης. Οι αδυναμίες αυτές δεν παρουσιάζονται ως άλυτες, όμως το γεγονός ότι αναφέρονται στα κινεζικά κρατικά μέσα δείχνει ότι η ηγεσία γνωρίζει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο PLA.

Όλα αυτά οδηγούν σε μία ευρύτερη εικόνα: η Κίνα βρίσκεται σε μία περίοδο μετάβασης, τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά. Ο Σι Τζινπίνγκ επιχειρεί ταυτόχρονα να διατηρήσει τον απόλυτο πολιτικό έλεγχο, να αναδιαμορφώσει τον στρατό, να τον μεταφέρει στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και να προσαρμόσει τη στρατηγική του στις νέες σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Η διαδικασία αυτή δημιουργεί έναν στρατό που μπορεί να είναι περισσότερο ελεγχόμενος από ποτέ, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται χρόνο για να αποκτήσει ξανά σταθερή ηγετική δομή και επιχειρησιακή εμπειρία. Και αυτή ακριβώς η περίοδος μετάβασης μπορεί να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Κίνα δεν φαίνεται να επιδιώκει άμεσα έναν μεγάλο πόλεμο.

Η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο βρίσκονται έτσι μπροστά σε μία «κρίσιμη στιγμή». Εάν καταφέρουν να βρουν μία νέα ισορροπία, χωρίς να γίνουν εχθροί και χωρίς να εγκαταλείψουν τα βασικά τους συμφέροντα, μπορεί να διαμορφωθεί ένα διαφορετικό μοντέλο παγκόσμιας ισορροπίας. Αν όμως οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, η αλλαγή θα είναι πολύ μεγαλύτερη: η Κίνα θα χρειαστεί να προσαρμόσει ξανά τη στρατιωτική της στρατηγική, ενώ η σχέση των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων του κόσμου θα εισέλθει σε μία σαφώς πιο αβέβαιη φάση.