Η μεγάλη χίμαιρα των κεντρικών τραπεζών: Πώς η δογματική εμμονή στα επιτόκια τροφοδοτεί την ακρίβεια
Τα επτά διαγράμματα που αποδομούν το αφήγημα της νομισματικής επιτυχίας, το φιάσκο της δήθεν ανεξαρτησίας και το τεράστιο κοινωνικό κόστος μιας λάθος θεραπείας
Οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο αρέσκονται να αυτοπαρουσιάζονται ως οι απόλυτοι εγγυητές της νομισματικής σταθερότητας. Το κυρίαρχο αφήγημα που πλασάρεται έντεχνα στα διεθνή οικονομικά φόρουμ είναι απλό και βολικό για τους ίδιους τους τεχνοκράτες: το 2022 ο πληθωρισμός ξέφυγε, οι κεντρικοί τραπεζίτες έδρασαν αποφασιστικά, αύξησαν τα επιτόκια και, ως εκ τούτου, η κατάσταση τέθηκε ξανά υπό έλεγχο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά βολικό παραμύθι, το οποίο όμως έχει ένα βασικό ελάττωμα: είναι σχεδόν ολοκληρωτικά ψευδές.
Η σκληρή πραγματικότητα, όπως αποτυπώνεται ανάγλυφα στα δεδομένα, έρχεται να γκρεμίσει αυτό το οικοδόμημα αυταρέσκειας. Η προσεκτική εξέταση επτά συγκεκριμένων διαγραμμάτων, που καταγράφουν την πορεία των βασικών επιτοκίων και του πληθωρισμού στις κυριότερες ανεπτυγμένες οικονομίες του πλανήτη κατά τη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας, δεν αποκαλύπτει κανέναν θρίαμβο. Αντίθετα, αποτελεί μια αδιάψευστη επίδειξη των ορίων της κεντρικής τραπεζικής. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε το 2021 και το 2022 με τρόπο πανομοιότυπο σε χώρες με διαφορετικά οικονομικά προφίλ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρωζώνη, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Σουηδία.
Το Σύνδρομο της Αγέλης και η Ψευδαίσθηση της Ανεξαρτησίας
Οι αιτίες της παγκόσμιας πληθωριστικής έκρηξης είναι πλέον πασίγνωστες σε όποιον δεν εθελοτυφλεί: η πρωτοφανής αποδιοργάνωση των εφοδιαστικών αλυσίδων μετά την πανδημία και το κερδοσκοπικό τσουνάμι που πυροδοτήθηκε από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η αντίδραση των κεντρικών τραπεζών ήταν μια βίαιη και επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής μέσω της ραγδαίας αύξησης των επιτοκίων, πριν ξεκινήσουν, πρόσφατα, να τα μειώνουν ξανά. Αν και οι κινήσεις τους δεν ήταν απόλυτα συγχρονισμένες στο δευτερόλεπτο, η ομοιότητά τους ήταν εντυπωσιακή.
Αυτή ακριβώς η ομοιότητα εγείρει ένα τεράστιο ερωτηματικό γύρω από το πολυδιαφημισμένο δόγμα της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών. Οι θεσμοί αυτοί μπορεί να εμφανίζονται ανεξάρτητοι από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις των κρατών τους, αλλά αποδείχθηκαν απόλυτα εξαρτημένοι και εγκλωβισμένοι σε μια κοινή, μονοδιάστατη νοοτροπία αγέλης. Αυτό το συλλογικό δογματικό «mindset» αποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός περί ανεξαρτησίας είναι εκ θεμελίων προβληματικός. Σε κάθε μία από τις εξεταζόμενες περιπτώσεις, τα διαγράμματα αποδεικνύουν ότι ο πληθωρισμός άρχισε να υποχωρεί πολύ πριν ολοκληρωθεί ο κύκλος των αυξήσεων των επιτοκίων. Η αποκλιμάκωση οφειλόταν στην εξομάλυνση των εξωγενών σοκ προσφοράς και όχι στα νομισματικά αντίμετρα.
Η Εγκληματική Καθυστέρηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
Ας δούμε όμως τις αποδείξεις αναλυτικά. Το πρώτο διάγραμμα αφορά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία αντέδρασε με επικίνδυνη, σχεδόν εγκληματική καθυστέρηση στα δεδομένα που διαμορφώνονταν ήδη από το 2021. Ενώς ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη είχε σπάσει το φράγμα του 10%, η ΕΚΤ επέμενε να διατηρεί το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο μηδέν. Άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια μόλις τον Ιούλιο του 2022, όταν πλέον οι ανατιμήσεις είχαν ριζώσει βαθιά στην πραγματική οικονομία.

Αυτή η παρατεταμένη αδράνεια σήμανε ότι για πάνω από έναν χρόνο η Ευρωζώνη λειτουργούσε με βαθιά αρνητικά πραγματικά επιτόκια. Με απλά λόγια, το δανειακό κόστος ήταν ουσιαστικά επιδοτούμενο σε πραγματικούς όρους. Το αποτέλεσμα; Οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων εκτινάχθηκαν, οι αγορές ακινήτων υπερθερμάνθηκαν και το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών εκτοξεύτηκε, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που επαναλήφθηκε σχεδόν παντού, αμφισβητώντας την ίδια τη χρησιμότητα της ΕΚΤ ως εργαλείο σταθερότητας.
Το Χρονικό της Αποτυχίας σε ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αντέδρασε ελάχιστα νωρίτερα, ξεκινώντας τις αυξήσεις τον Μάρτιο του 2022. Ωστόσο, το έπραξε όταν ο πληθωρισμός είχε ήδη σκαρφαλώσει στο 7,5% με ξεκάθαρα ανοδική τροχιά. Από την πλευρά της, η Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) έσυρε πρώτη τον χορό των αυξήσεων τον Δεκέμβριο του 2021, αλλά η πρώτη της κίνηση ήταν μια αστεία αύξηση της τάξης του 0,15%.

Αν οι Βρετανοί τεχνοκράτες πίστευαν ειλικρινά ότι το επιτόκιο είναι το κατάλληλο εργαλείο για την αναχαίτιση του πληθωρισμού, η απάντησή τους ήταν τραγικά ανεπαρκής απέναντι στις ορατές πιέσεις. Μόνο η Νέα Ζηλανδία πλησίασε στο να δράσει εγκαίρως, κι όμως, ακόμη και εκεί, ο πληθωρισμός ξεπέρασε τελικά το 7%. Η θεωρία ότι οι κεντρικές τράπεζες προέβλεψαν και ήλεγξαν την κρίση καταρρέει κάτω από το βάρος των γεγονότων.


Το Αυστραλιανό Φιάσκο και η Παγίδα του Καναδά
Η περίπτωση της Κεντρικής Τράπεζας της Αυστραλίας (RBA) αποτελεί μνημείο πολιτικής αποτυχίας. Το 2021 διαβεβαίωνε κατηγορηματικά το κοινό ότι τα επιτόκια δεν επρόκειτο να αυξηθούν πριν από το 2024. Η αναγκαστική, άτακτη υποχώρηση και η εσπευσμένη έναρξη των αυξήσεων τον Μάιο του 2022 κατέστρεψε την αξιοπιστία της, ενώ νέες πληθωριστικές πιέσεις εμφανίστηκαν μόλις άρχισαν οι πρώτες μειώσεις.

Ο Καναδάς ακολούθησε ακριβώς την ίδια τροχιά: βραδύτητα στην αρχή, επιθετικότητα στη συνέχεια, και τώρα ένας εγκλωβισμός σε καθεστώς αβεβαιότητας. Οι Καναδοί βρίσκονται μπροστά σε ένα απόλυτο δίλημμα: νέες μειώσεις επιτοκίων κινδυνεύουν να αναζωπυρώσουν τις τιμές, αλλά η διατήρησή τους σε υψηλά επίπεδα στραγγαλίζει την οικονομία. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για ένα καθολικό, δομικό αδιέξοδο που αποτυπώνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του αναπτυγμένου κόσμου.

Το Σουηδικό Λάθος και το Βρετανικό Τέλμα
Στον αντίποδα, η Σουηδία κινήθηκε στο άλλο άκρο της υπερβολής. Σύσφιξε τη νομισματική της πολιτική τόσο επιθετικά, ώστε σήμερα ο πληθωρισμός να υπολείπεται μόνιμα του στόχου, παγώνοντας την εγχώρια δραστηριότητα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η παγίδα είναι διαφορετική και πιο επώδυνη: το βασικό επιτόκιο παραμένει σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τα προ του 2022 δεδομένα, όμως ο δομικός πληθωρισμός στις υπηρεσίες επιμένει να παραμένει προκλητικά υψηλός.
Η Τράπεζα της Αγγλίας εμφανίζεται να πελαγοδρομεί, μη γνωρίζοντας τι να πράξει στη συνέχεια. Η κατάσταση περιπλέκεται δραματικά λόγω της διαφαινόμενης γεωπολιτικής κρίσης στον Κόλπο, η οποία νομοτελειακά θα αυξήσει το ενεργειακό κόστος, ασκώντας ταυτόχρονα τεράστιες υφεσιακές πιέσεις στην πραγματική οικονομία. Οι τραπεζίτες βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε συμπληγάδες.

Το Μεγάλο Παράδοξο: Τα Υψηλά Επιτόκια Παράγουν Πληθωρισμό
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η μεγάλη αλήθεια που οι κεντρικές τράπεζες αρχίζουν πλέον να αντιλαμβάνονται με τρόμο: τα ίδια τα υψηλά επιτόκια τροφοδοτούν τον πληθωρισμό. Το κόστος στέγασης (μέσω των ενοικίων και των στεγαστικών), τα διογκωμένα επιχειρηματικά έξοδα χρηματοδότησης και το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους μετακυλίονται απευθείας στις τελικές τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών.
Δεν μπορείς να αυξάνεις την τιμή του χρήματος –που είναι ακριβώς αυτό που κάνουν οι τράπεζες όταν ανεβάζουν τα επιτόκια– χωρίς να προκαλείς γενικευμένη αύξηση των τιμών στην αγορά. Οι κεντρικοί τραπεζίτες λησμόνησαν αυτόν τον βασικό κανόνα, τυφλωμένοι από τα νεοφιλελεύθερα εγχειρίδια του περασμένου αιώνα, και τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες της αμελείας τους.
Λάθος Φάρμακο για Λάθος Ασθένεια
Το θεμελιώδες σφάλμα έγκειται στο γεγονός ότι οι αξιωματούχοι χρησιμοποίησαν το λάθος φάρμακο για μια τελείως διαφορετική ασθένεια. Ολόκληρη η οικονομική θεωρία στην οποία βασίζεται η αύξηση των επιτοκίων προϋποθέτει την ύπαρξη υπερβάλλουσας ζήτησης στην οικονομία (μια “υπερθερμασμένη” αγορά). Όμως, η πληθωριστική έκρηξη του 2021-2022 δεν καθοδηγήθηκε από την υπερβολική ζήτηση, αλλά από την κατάρρευση της προσφοράς.
Τα lockdown της πανδημίας διέλυσαν τις παγκόσμιες μεταφορές και ο πόλεμος στην Ουκρανία εκτίναξε την ενέργεια και τα τρόφιμα. Τα υψηλά επιτόκια δεν είχαν τη μαγική ιδιότητα ούτε να ξεφορτώσουν τα μπλοκαρισμένα πλοία με τα εμπορευματοκιβώτια, ούτε να αντλήσουν περισσότερο πετρέλαιο, ούτε να ανοίξουν τους διαδρόμους των σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να μεταφέρουν βίαια τα κόστη στις πλάτες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, επιδεινώνοντας την κρίση.
Η Βίαιη Αναδιανομή Πλούτου Υπέρ του Κεφαλαίου
Αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί ένα τυχαίο, ατυχές συμβάν. Οι ταξικές και αναδιανεμητικές συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν απολύτως προδιαγεγραμμένες. Τα υψηλά επιτόκια ανταμείβουν τους μεγαλοαποταμιευτές, τα τραπεζικά ιδρύματα και τους κατόχους συσσωρευμένου χρηματοοικονομικού πλούτου. Στον αντίποδα, τιμωρούν άγρια τους δανειολήπτες, τις υπερχρεωμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις που πασχίζουν να χρηματοδοτήσουν τις δημόσιες υπηρεσίες.
Η μεταφορά εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο έγινε πιο απροκάλυπτη από ποτέ. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι μια παρενέργεια της νομισματικής πολιτικής, αλλά ένα από τα κύρια, δομικά χαρακτηριστικά της. Το τεράστιο κοινωνικό κόστος που επιβλήθηκε αποδεικνύεται εκ των υστέρων εντελώς περιττό, αφού η πτώση του πληθωρισμού ξεκίνησε αυτόματα μόλις υποχώρησαν τα σοκ στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Ο Εγκλωβισμός σε ένα Νέο, Επικίνδυνο Σημείο Ισορροπίας
Σήμερα, έχοντας οδηγήσει τα επιτόκια στα ύψη, οι κεντρικές τράπεζες στερούνται το πολιτικό και οικονομικό σθένος να τα μειώσουν στο επίπεδο που απαιτεί η πραγματική οικονομία. Το αποτέλεσμα είναι πολλές αναπτυγμένες χώρες να έχουν εγκλωβιστεί σε ένα νέο σημείο ισορροπίας: μόνιμα υψηλά επιτόκια που συνυπάρχουν με έναν επίμονο, δομικό πληθωρισμό, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο στασιμότητας.
Οι τεχνοκράτες εμφανίζονται ανίκανοι να διαχειριστούν τους κινδύνους με αυτοπεποίθηση. Η εποχή της απόλυτης πίστης στην παντοδυναμία των κεντρικών τραπεζών έχει τελειώσει ανεπιστρεπτί. Η αποτυχία του δόγματος της ανεξαρτησίας τους είναι πλέον πασιφανής. Μας άφησαν κληρονομιά μια μόνιμη ακρίβεια και μια οικονομική ασφυξία, χωρίς κανένα απολύτως όφελος για το κοινωνικό σύνολο.
Ώρα να Τελειώνει ο Μύθος του Ανεξάρτητου Τραπεζίτη
Η λατρεία της ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα στα συστημικά μέσα ενημέρωσης ως θέσφατο. Το να αμφισβητεί κανείς αυτή την αυθεντία θεωρείται οικονομική αίρεση. Όμως τα στοιχεία είναι αμείλικτα: το σύστημα αυτό απέτυχε, αποδείχθηκε αναποφάσιστο, βραδύ και επιζήμιο για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία των εργαζομένων και των χρεωμένων πολιτών.
Είναι πλέον καιρός να θέσουμε το θεμελιώδες ερώτημα χωρίς φόβο: Μήπως η εποχή των ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών πρέπει να λάβει τέλος; Το αφήγημα της επιτυχίας τους έχει καταρρεύσει. Χρειαζόμαστε μια ειλικρινή, βαθιά πολιτική συζήτηση για το αν αυτό το μοντέλο εξυπηρετεί τις κοινωνίες ή απλώς τις θυσιάζει στον βωμό των χρηματοπιστωτικών ελίτ. Τα επτά διαγράμματα μίλησαν. Εσείς, τι πιστεύετε;
