Η πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, στο Πεκίνο και η συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ χαρακτηρίστηκε από πολλούς αναλυτές ως μια «στρατηγική αναγνώριση», ενώ άλλοι έσπευσαν να τη χαρακτηρίσουν υποτιμητικά ως ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα χωρίς ουσία.
Η αλήθεια, όπως πάντα στη μεγάλη σκακιέρα της διεθνούς πολιτικής, κρύβεται κάπου στη μέση. Δεν υπήρξαν αρνητικοί τίτλοι στις ειδήσεις, και αυτό από μόνο του αποτελεί επιτυχία και για τις δύο πλευρές. Σε μια εποχή παγκόσμιας ανάφλεξης και έντονης αβεβαιότητας, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Πεκίνο είχαν κάθε συμφέρον να εκπέμψουν μια εικόνα σταθερότητας.
Οι Κινέζοι εστίασαν στην ανάγκη για μια «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα», γεγονός που προδίδει μια σχετική ικανοποίηση για τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται τα πράγματα γι’ αυτούς. Από την άλλη, οι ΗΠΑ, σαφώς λιγότερο εφησυχασμένες με την παγκόσμια δυναμική, προσπάθησαν να αποσπάσουν χειροπιαστά οφέλη. Ο Τραμπ έφυγε από το Πεκίνο με υποσχέσεις για αγορές αεροσκαφών Boeing και αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, δίνοντας στο εγχώριο ακροατήριό του το αφήγημα της «εμπορικής προόδου». Το Πεκίνο επέτρεψε στον Αμερικανό πρόεδρο να καταγράψει αυτές τις μικρές επικοινωνιακές νίκες, εξασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα τη σοβαρή συζήτηση των δικών του μεγάλων προτεραιοτήτων: του στάτους της Ταϊβάν και της ευρύτερης στρατηγικής ισορροπίας.
Το ακανθώδες ζήτημα της Ταϊβάν και το δόγμα Τραμπ
Η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο τριβής και η μεγαλύτερη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ ενέκριναν πρόσφατα ένα τεράστιο πακέτο εξοπλιστικής βοήθειας δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ταϊπέι, οι δηλώσεις του Τραμπ μετά τη συνάντηση επιβεβαίωσαν την εμμονή του στην παραδοσιακή αμερικανική γραμμή: τη στρατηγική ασάφεια. Ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι δεν δεσμεύτηκε για τίποτα απέναντι στον Σι, αποφεύγοντας να δηλώσει είτε ότι οι ΗΠΑ θα πολεμήσουν για την Ταϊβάν είτε ότι θα μείνουν αμέτοχες.
«Το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι να συρθούμε σε έναν πόλεμο 9.500 μίλια μακριά», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος μέσα από το Air Force One.
Αυτή η προσέγγιση, αν και για πολλούς μοιάζει με έλλειψη αποφασιστικότητας, λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας. Η ασάφεια συντηρεί την αμφιβολία στο μυαλό των Κινέζων σχεδιαστών, αποτρέποντας μια μονομερή στρατιωτική ενέργεια, χωρίς παράλληλα να δεσμεύει τις ΗΠΑ σε ένα σενάριο καταστροφικού πολέμου. Παρά την εσωτερική κριτική ότι ο Τραμπ ίσως δεν εφαρμόζει μια συνειδητή πολιτική αλλά απλώς αυτοσχεδιάζει, η ουσία είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν δείχνει καμία διάθεση να ρισκάρει μια άμεση στρατιωτική εμπλοκή στα στενά της Ταϊβάν, ειδικά όταν η αμερικανική αμυντική βιομηχανία είναι ήδη υπερεκτεταμένη.

Το παρασκήνιο του Ιράν και ο παράγοντας του χρόνου
Το φλέγον ζήτημα, ωστόσο, που έκαιγε την αμερικανική αντιπροσωπεία δεν ήταν η Ταϊβάν, αλλά η εν εξελίξει σύγκρουση με το Ιράν. Εδώ, η Κίνα συμφώνησε σε ορισμένες βασικές αρχές: ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ότι τα στενά του Ορμούζ πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά για τη ναυσιπλοΐα και ότι το Πεκίνο θα αυξήσει τις αγορές αμερικανικού πετρελαίου για να αντισταθμίσει τις ελλείψεις. Το Ιράν χρειάζεται απεγνωσμένα άρση των κυρώσεων, αλλά δεν πρόκειται να συνθηκολογήσει πλήρως.
Ο Τραμπ χρειάζεται επειγόντως μια διπλωματική επιτυχία στο μέτωπο αυτό, καθώς ο χρόνος πιέζει ασφυκτικά. Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν και οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, ειδικά η άνοδος των τιμών στα καύσιμα, απειλούν τη δημοτικότητα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Η Κίνα, αντίθετα, έχει την πολυτέλεια της στρατηγικής υπομονής. Δεν αντιμετωπίζει την ίδια επείγουσα ανάγκη για άμεση επίλυση της κρίσης. Στο διπλωματικό παιχνίδι που εξελίσσεται, ο ρόλος του Πακιστάν ως διαμεσολαβητή είναι κομβικός, επιτρέποντας στην Κίνα να ασκεί επιρροή στο παρασκήνιο, χωρίς να εμφανίζεται ο Τραμπ ως ικέτης στο Πεκίνο για μια κρίση που ο ίδιος πυροδότησε.
Η Κίνα ως ο απόλυτος χρηματοδότης της επόμενης μέρας
Όταν η σκόνη του πολέμου στο Ιράν κατακαθίσει, η ανάγκη για ανοικοδόμηση της χώρας θα είναι τεράστια. Ποιος θα χρηματοδοτήσει αυτό το γιγαντιαίο έργο; Οι Ευρωπαίοι αδυνατούν, οι ΗΠΑ αποκλείονται και οι χώρες του Κόλπου είναι μέρος του προβλήματος. Η Κίνα αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο για την Τεχεράνη, καθώς είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου και η μόνη δύναμη με την οικονομική ρευστότητα να στηρίξει την επόμενη ημέρα.
Αυτή η οικονομική εξάρτηση δίνει στο Πεκίνο τεράστιο μοχλό πίεσης πάνω στην ιρανική ηγεσία. Η Κίνα επιθυμεί τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή και την απρόσκοπτη ροή του εμπορίου, επομένως θα χρησιμοποιήσει την επιρροή της για να οδηγήσει το Ιράν σε έναν «λογικό συμβιβασμό» με τις ΗΠΑ, διασφαλίζοντας παράλληλα τα δικά της μακροπρόθεσμα συμφέροντα στην περιοχή μέσω των πωλήσεων όπλων και της μεταφοράς τεχνολογίας.

Τεχνητή Νοημοσύνη και η ψευδαίσθηση της «αποσύνδεσης»
Η παρουσία κορυφαίων Αμερικανών CEOs, όπως ο Ίλον Μασκ και ο Τιμ Κουκ, στην αντιπροσωπεία του Τραμπ, υπογραμμίζει τη σημασία που δίνει η Ουάσιγκτον στις τεχνολογικές ισορροπίες. Η ρητορική περί οικονομικής «αποσύνδεσης» (decoupling) αποδεικνύεται στην πράξη ένας μύθος. ΗΠΑ και Κίνα είναι σαν σιαμαία αδέλφια στον οικονομικό τομέα· οποιαδήποτε βίαιη προσπάθεια διαχωρισμού τους θα απέβαινε μοιραία και για τους δύο, προκαλώντας παγκόσμια κραχ.
Στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) και της ρομποτικής, το ζητούμενο δεν είναι η πλήρης επικράτηση, αλλά η συμφωνία σε βασικούς «κανόνες του παιχνιδιού». Και οι δύο πλευρές τρέμουν την πιθανότητα μιας καταστροφικής, ανεξέλεγκτης εξέλιξης της τεχνολογίας, ειδικά στις στρατιωτικές της εφαρμογές. Υπάρχει ένας βαθύς, αμοιβαίος φόβος για μια τεχνολογική ανακάλυψη του αντιπάλου που θα ανατρέψει τη στρατιωτική ισορροπία. Οι συζητήσεις βρίσκονται ακόμα σε εμβρυακό στάδιο, καθώς η καχυποψία εμποδίζει την ουσιαστική συνεργασία, αναγκάζοντάς τους να ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στον ανταγωνισμό και τη συνύπαρξη.
Η Κίνα δεν είναι Σοβιετική Ένωση: Μια πρωτόγνωρη πρόκληση
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της πρόκλησης που αντιπροσωπεύει η Κίνα για τις ΗΠΑ, πρέπει να ξεχάσουμε τα υποδείγματα του Ψυχρού Πολέμου. Η Σοβιετική Ένωση ήταν ένας στρατιωτικός αντίπαλος, αλλά οικονομικά απομονωμένος από τη Δύση και τεχνολογικά ξεπερασμένος. Η Κίνα είναι ένας οικονομικός και τεχνολογικός ομότιμος εταίρος, πλήρως ενσωματωμένος στην παγκόσμια αγορά. Σε ορισμένους τομείς, μάλιστα, η κινεζική τεχνολογία προηγείται της αμερικανικής.
Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο ή έτοιμο εγχειρίδιο για τη διαχείριση μιας τέτοιας κατάστασης. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να «περιορίσουν» (contain) την Κίνα χωρίς να καταστρέψουν τον εαυτό τους. Αυτό αναγκάζει την Ουάσιγκτον να εφεύρει ένα νέο μοντέλο, όπου ο σκληρός γεωπολιτικός ανταγωνισμός πρέπει να συνυπάρχει με την αναγκαστική οικονομική συνεργασία και τον συντονισμό σε κρίσιμα μέτωπα.
+-----------------------------------------------------------------+
| ΤΟ ΝΕΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ (The 3 C's) |
+------------------------------------+----------------------------+
| Ανταγωνισμός (Competition) | Γεωπολιτική επιρροή & Tech |
+------------------------------------+----------------------------+
| Συντονισμός (Coordination) | Περιφερειακές κρίσεις (Ιράν)|
+------------------------------------+----------------------------+
| Συνεργασία (Cooperation) | Κλιματική αλλαγή & Εμπόριο |
+------------------------------------+----------------------------+
Δομικές αδυναμίες και η μάχη των εσωτερικών προβλημάτων
Παρά την ισχύ της, η Κίνα δεν είναι άτρωτη. Αντιμετωπίζει σοβαρά δομικά προβλήματα στην αγορά ακινήτων, χρηματοδοτικές ελλείψεις στις περιφέρειές της και, πάνω από όλα, μια ωρολογιακή βόμβα στο δημογραφικό. Η Ινδία την ξεπέρασε σε πληθυσμό, και η γήρανση των πολιτών της, ως κατάλοιπο της πολιτικής του ενός παιδιού, απειλεί μακροπρόθεσμα την παραγωγικότητά της.
Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ υποφέρουν από έντονη εσωτερική πολιτική πόλωση και μια ασυνέχεια στην εξωτερική τους πολιτική, καθώς οι ισορροπίες αλλάζουν κάθε δύο χρόνια με τις ενδιάμεσες εκλογές. Ωστόσο, η αμερικανική κοινωνία διατηρεί μια μοναδική ικανότητα αυτοδιορθώσης, καινοτομίας και κινητοποίησης του ανθρώπινου κεφαλαίου της. Το ποιος έχει τον χρόνο με το μέρος του εξαρτάται από το αν η Ουάσιγκτον καταφέρει να ανατάξει τα εσωτερικά της προβλήματα ή αν θα συνεχίσει την καθοδική της τροχιά.

Προς έναν νέο «κοντσέρτο» δυνάμεων;
Η αυταπάτη της δεκαετίας του ’90, ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν τον κόσμο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή τους μέσω μιας «μεταμορφωτικής διπλωματίας», έχει πεθάνει οριστικά στα πεδία των μαχών της Μέσης Ανατολής. Η θεωρία ενός κόσμου «G2», όπου δύο μόνο δυνάμεις θα διοικούν από κοινού τον πλανήτη, είναι επίσης μη ρεαλιστική, καθώς ο ανταγωνισμός τους πάντα θα υπονομεύει τη μεταξύ τους συνεννόηση.
Το μέλλον ανήκει σε έναν πολυκεντρικό ή πολυπλεγματικό κόσμο. Η διεθνής σταθερότητα θα εξαρτηθεί από τη δημιουργία ενός μοντέλου που θα θυμίζει το «Κοντσέρτο της Ευρώπης» του 19ου αιώνα. Πολλαπλοί μεγάλοι παίκτες θα κάθονται στο ίδιο τραπέζι, αναγνωρίζοντας ο ένας τα όρια του άλλου και διασφαλίζοντας ότι η ισορροπία δυνάμεων δεν θα διαταραχθεί τόσο ώστε να οδηγήσει σε παγκόσμια σύρραξη. Αυτό απαιτεί υψηλή διπλωματία και ηγετική ανθεκτικότητα – στοιχεία που, προς το παρόν, αναζητούνται και στις δύο όχθες του Ειρηνικού.
