Το αφήγημα Μπέσεντ στους G20, το αμερικανικό χρέος και το γεωπολιτικό ρίσκο
Πώς η Ουάσινγκτον επιχειρεί να καθησυχάσει τις διεθνείς αγορές εν μέσω ανεξέλεγκτου δανεισμού, οι επικίνδυνοι τριγμοί με τον Καναδά και το ενεργειακό μπράντε-φερ με το Ιράν
Το γνωστό θέατρο του παραλόγου έχει ήδη ξεκινήσει, με τη σύνοδο των G20 να μετατρέπεται σε άλλη μία καλοστημένη παράσταση για λογαριασμό των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, επιδιώκει να πείσει τον πλανήτη ότι η αμερικανική οικονομία παραμένει άτρωτη και το χρηματοπιστωτικό σύστημα απόλυτα σταθερό. Ωστόσο, οι δηλώσεις που προέρχονται από τη νέα αμερικανική διοίκηση δείχνουν να απέχουν παρασάγγας από την οικονομική πραγματικότητα. Λίγο μετά τις επαφές του, ο Μπέσεντ δεν δίστασε να καυχηθεί δημόσια για τις συζητήσεις με την Κίνα, υποστηρίζοντας ότι η Ουάσινγκτον κατέχει την ασύμμετρη πληροφόρηση, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εμείς είμαστε το καζίνο. Έχουμε τις πληροφορίες και στο τέλος κερδίζουμε πάντα».
Πρόκειται για μια δήλωση ενδεικτική της αμερικανικής οπτικής. Όμως, η παρομοίωση των ΗΠΑ με ένα καζίνο πάσχει σε ένα θεμελιώδες σημείο: τα πραγματικά καζίνο βγάζουν κέρδη. Δεν λειτουργούν με τεράστια ελλείμματα, ούτε δανείζονται ασταμάτητα για να κρατήσουν τα φώτα τους ανοιχτά. Αντίθετα, δανείζουν χρήματα στους πελάτες τους. Είναι αδύνατον να ισχυρίζεσαι ότι είσαι το καζίνο που «πάντα κερδίζει», όταν ο ετήσιος δανεισμός σου αγγίζει το αστρονομικό ποσό των 1,8 τρισ. δολαρίων. Τα μαθηματικά απλώς δεν βγαίνουν, και αυτό είναι κάτι που οι υπόλοιποι ηγέτες των G20 γνωρίζουν πολύ καλά.

Η διπλωματική απομόνωση και οι πιέσεις στους συμμάχους
Ο Μπέσεντ αντιμετωπίζει ένα τείχος αντίστασης από τα μέλη των G20. Η διεθνής κοινότητα δεν πείθεται από το αφήγημα περί απορρύθμισης και δασμών ως πανάκεια για την παγκόσμια ανάπτυξη, ειδικά όταν είναι κοινό μυστικό ότι οι ΗΠΑ φέρουν την κύρια ευθύνη για τη σημερινή παγκόσμια αναταραχή. Η κλιμάκωση της έντασης με το Ιράν και ο παγκόσμιος πόλεμος των δασμών αποτελούν απλώς τα πιο πρόσφατα παραδείγματα.
Ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους προτιμήσεις, όλες οι χώρες των G20 είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την αμερικανική οικονομία. Όταν το δολάριο υποχωρεί, όταν η αγορά ομολόγων τρίζει και όταν το εθνικό χρέος των ΗΠΑ αυξάνεται ανεξέλεγκτα, η αβεβαιότητα εξαπλώνεται διεθνώς. Ο υποβόσκων φόβος σε κάθε υπουργείο Οικονομικών παγκοσμίως είναι κοινός: εάν οι ΗΠΑ δεν καταφέρουν να νοικοκυρέψουν τα του οίκου τους, θα φτάσουν σε σημείο απελπισίας, προχωρώντας σε ακραίες κινήσεις που θα προκαλέσουν τεράστια παράπλευρη ζημιά.
Η κρίση με το Ιράν αποτελεί το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα, με τις πετρελαϊκές αναταράξεις να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό σε κάθε οικονομία, πλήττοντας εξίσου συμμάχους και αντιπάλους. Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη των στενότερων συμμάχων της Αμερικής, όπως η ΕΕ, ο Καναδάς και η Ιαπωνία, αναθεωρούνται επί τα χείρω, με πτώση άνω των 40 μονάδων βάσης σε ορισμένες περιπτώσεις.
Όταν οι χώρες φτωχαίνουν, η φυσική αντίδραση είναι η αύξηση των επιτοκίων για την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Όμως, αυτό καθίσταται αδύνατο όταν οι ΗΠΑ και η Κίνα έχουν επιδοθεί σε μια εξαιρετικά δαπανηρή τεχνολογική κούρσα που απαιτεί τεράστιες επενδύσεις. Χώρες όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία αναγκάζονται να συνεχίσουν τις επιθετικές δαπάνες, γνωρίζοντας ότι αν δεν επενδύσουν τώρα, οι βιομηχανίες τους θα μείνουν πίσω την επόμενη δεκαετία.
Η μαζική ρευστοποίηση αμερικανικών ομολόγων
Αυτή η ασφυκτική πίεση είναι ο κύριος λόγος που αρκετές χώρες έχουν αρχίσει να ξεφορτώνονται αμερικανικά ομόλογα (US Treasuries) για να εξασφαλίσουν ρευστότητα. Μόνο τον Ιούνιο, καταγράφηκε μείωση των διακρατήσεων κατά 72 δισ. δολάρια. Οι παγκόσμιες κεντρικές τράπεζες μειώνουν τα αποθέματά τους, χρησιμοποιώντας τα κεφάλαια για εγχώριες προτεραιότητες. Για τον Σκοτ Μπέσεντ, αυτή η τάση είναι απολύτως μη αποδεκτή, αποτελώντας την «κατάρα» του αποθεματικού νομίσματος.

Όταν τα παγκόσμια προβλήματα πηγάζουν σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ και της Ουάσινγκτον, τα κράτη αντιδρούν. Είτε πρόκειται για αντίποινα είτε για ένστικτο επιβίωσης, το φαινόμενο ήδη λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις. Για τον λόγο αυτό, ο Μπέσεντ, συνεπικουρούμενος από τον Κέβιν Γουόρς, προσπαθεί εναγωνίως να εκπέμψει ένα μήνυμα εμπιστοσύνης στους παγκόσμιους επενδυτές, πουλώντας το όνειρο μιας ισχυρής οικονομίας με τις «πιο βαθιές και ρευστές αγορές του κόσμου». Πρόκειται ουσιαστικά για μια έμμεση έκκληση —έως και ικεσία— για ξένα κεφάλαια, καμουφλαρισμένη με όρους οικονομικής υπεροχής.
Ο εφιάλτης του χρέους και η αποσύνδεση από την ανάπτυξη
Οι ΗΠΑ έχουν άμεση ανάγκη από φρέσκα κεφάλαια. Ο Ντόναλντ Τραμπ χρειάζεται εταιρείες να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε αμερικανικό έδαφος, ενώ οι τεχνολογικοί κολοσσοί της Τεχνητής Νοημοσύνης απαιτούν φθηνό δανεισμό για να συνεχίσουν να χτίζουν τεράστια κέντρα δεδομένων. Όλα αυτά προϋποθέτουν σημαντική μείωση των επιτοκίων.
Ωστόσο, οι αποδόσεις των ομολόγων συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Καμία ομιλία αυτοπεποίθησης στους G20 δεν μπορεί να κρύψει τη δημοσιονομική πραγματικότητα: το αμερικανικό χρέος βρίσκεται εκτός ελέγχου, αυξανόμενο με ρυθμό πέντε φορές ταχύτερο σε σχέση με πριν από δύο δεκαετίες. Η αμερικανική οικονομία φορτώνεται με 1 τρισ. δολάρια νέου χρέους κάθε 146 ημέρες. Αυτό μεταφράζεται σε ένα τρισεκατομμύριο νέου δανεισμού σχεδόν κάθε πέντε μήνες, χωρίς καμία διακοπή, ενώ τα υψηλά επιτόκια γιγαντώνουν το κόστος εξυπηρέτησης.
Το θεμελιώδες ερώτημα που στοιχειώνει κάθε σοβαρό επενδυτή είναι πόσο καιρό μπορούν οι ΗΠΑ να παραμείνουν φερέγγυες με αυτή την τροχιά. Από το 2006, το αμερικανικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά 19,2 τρισ. δολάρια. Παρότι εντυπωσιακό, το εθνικό χρέος την ίδια περίοδο αυξήθηκε κατά το ιλιγγιώδες ποσό των 31,9 τρισ. δολαρίων. Η συσσώρευση του χρέους είναι κατά 50% μεγαλύτερη από την πραγματική οικονομική ανάπτυξη. Οι επενδυτές αρνούνται να αγοράσουν ομόλογα σε αυτές τις αποδόσεις, ακριβώς επειδή τρέμουν το τελικό στάδιο αυτής της κρίσης: μια πιθανή νομισματοποίηση του χρέους από τη Fed, που θα επιστρέψει στους ομολογιούχους χρήματα τα οποία θα έχουν χάσει την πραγματική αγοραστική τους αξία.
Το επικίνδυνο παιχνίδι με τον Καναδά
Μέσα σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον, το δημογραφικό προφίλ των αγοραστών αμερικανικού χρέους έχει αλλάξει ριζικά. Το 2015, η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος αγοραστής, αλλά σήμερα τη σκυτάλη έχουν πάρει σύμμαχοι όπως η Ιαπωνία, η Ευρώπη και ο Καναδάς. Υπό αυτό το πρίσμα, η επιλογή του Μπέσεντ να ειρωνευτεί τον Καναδά —ρωτώντας απαξιωτικά αν πρόκειται να επιτεθούν στις ΗΠΑ με «δύο υποβρύχια από το εμπορικό κέντρο του Έντμοντον»— αποτελεί ίσως το χειρότερο δυνατό στρατηγικό σφάλμα.
Η κυβέρνηση δείχνει να αγνοεί τις τεράστιες ευπάθειες. Ο Καναδάς κατέχει πάνω από 450 δισ. δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί κρίσιμο ενεργειακό προμηθευτή, παρέχοντας πετρέλαιο, φυσικό αέριο και πετρελαιοειδή αξίας 157 δισ. δολαρίων ετησίως. Συγκεκριμένα, 4,2 εκατομμύρια βαρέλια αργού ρέουν νότια καθημερινά, ενώ ο Καναδάς καλύπτει σχεδόν το 90-100% της κατανάλωσης φυσικού αερίου σε ορισμένες βόρειες αμερικανικές πολιτείες. Μια ενδεχόμενη κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου θα οδηγούσε σε κάθετη πτώση της ζήτησης για δολάρια και ομόλογα, αλλά κυρίως σε μια άνευ προηγουμένου εκτίναξη του ενεργειακού κόστους στις ΗΠΑ.

Η πετρελαϊκή συμφωνία της Βενεζουέλας και η πραγματικότητα
Η κυβέρνηση Τραμπ, στην προσπάθειά της να δημιουργήσει ενεργειακά αντίβαρα, προωθεί ως απόλυτη νίκη της εξωτερικής της πολιτικής τη συμφωνία με τη Βενεζουέλα. Με 65 δισεκατομμύρια βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων στο τραπέζι, οι ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα αγοράς του 20% της παραγωγής σε τιμή κόστους και προτεραιότητα στο υπόλοιπο 80%. Εταιρείες κολοσσοί όπως η Exxon και η Chevron ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν αυτά τα κοιτάσματα.
Όμως, υπάρχει μια τεράστια παγίδα που αποκρύπτεται από τους πανηγυρισμούς: θα απαιτηθούν επενδύσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων και πολύτιμος χρόνος για την ανάπτυξη των υποδομών. Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας δεν μπορεί να αντικαταστήσει αρκετά γρήγορα την καναδική προσφορά. Η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να έχει απόλυτη ανάγκη τον Καναδά.
Ο φόβος των επιτοκίων και ο πόλεμος φθοράς με το Ιράν
Ο μεγαλύτερος φόβος του Μπέσεντ, τον οποίο άφησε να διαρρεύσει, είναι η πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων από τη Federal Reserve εξαιτίας των δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων από την κρίση στο Ιράν. Ήδη οι τιμές της βενζίνης, του ντίζελ και των τροφίμων έχουν εκτοξευθεί, αναγκάζοντας την κυβέρνηση σε έκτακτες εισαγωγές 300.000 τόνων βοείου κρέατος. Ακόμη και ο Κέβιν Γουόρς παραδέχτηκε ότι ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος, πολύ πάνω από τον στόχο του 2%.
Με την καμπύλη των αποδόσεων να παραμένει επίπεδη και σε υψηλά επίπεδα, ο Μπέσεντ δεν μπορεί να βρει καταφύγιο στον βραχυπρόθεσμο δανεισμό χωρίς να πληρώσει τεράστιο κόστος. Αν η Fed αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια, το παιχνίδι τελειώνει για το αμερικανικό εθνικό χρέος. Συνεπώς, η Ουάσινγκτον ποντάρει τα πάντα στην πλήρη οικονομική ασφυξία του Ιράν, ελπίζοντας ότι η Τεχεράνη θα καταρρεύσει πριν «σπάσει» η αμερικανική αγορά ομολόγων.
Σε αυτόν τον πόλεμο αφηγημάτων, η προσπάθεια εμπλοκής της Κίνας στο μέτωπο κατά του Ιράν δείχνει τη βαθιά αποσύνδεση της αμερικανικής ηγεσίας από την πραγματικότητα. Ο ισχυρισμός ότι το Πεκίνο θα συναινέσει στην οικονομική συντριβή της Τεχεράνης αγνοεί το γεγονός ότι η Κίνα μπορεί ανά πάσα στιγμή να προσφέρει οικονομική σανίδα σωτηρίας, υπογράφοντας μελλοντικά συμβόλαια αγοράς πετρελαίου ή ανοίγοντας γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων που παρακάμπτουν πλήρως το δολάριο.
Η μάχη που εκτυλίσσεται δεν είναι πλέον απλώς γεωπολιτική· είναι ένας αδυσώπητος οικονομικός πόλεμος φθοράς, όπου το ρολόι χτυπάει εξίσου δυνατά τόσο για τους αντιπάλους της Ουάσινγκτον όσο και για την ίδια την καρδιά του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

