Μυστική διπλωματία και εμπορικός πόλεμος: Οι ακραίες κινήσεις Τραμπ που κλονίζουν τον πλανήτη
Η μυστική αποστολή στη Μόσχα, η μετωπική σύγκρουση με τον Καναδά, οι απειλές προς την Κίνα και η ραγδαία εσωτερική πολιτική κατάρρευση της νέας αμερικανικής ηγεσίας.
Μια άνευ προηγουμένου γεωπολιτική αναταραχή βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, καθώς η αμερικανική εξωτερική πολιτική δείχνει να αποδομεί δεκαετίες σταθερών συμμαχιών, ανοίγοντας ταυτόχρονα πολλαπλά μέτωπα σε διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο. Οι κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ακραίες αποφάσεις και αιφνιδιαστικές στρατηγικές, προκαλούν έντονο προβληματισμό στη διεθνή κοινότητα. Από τις μυστικές επαφές υψηλού επιπέδου στη ρωσική πρωτεύουσα μέχρι τις εμπρηστικές δηλώσεις κατά παραδοσιακών συμμάχων, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επαναπροσδιορίζει τον ρόλο της στον κόσμο με έναν τρόπο που εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για την παγκόσμια σταθερότητα.
Το σκηνικό που διαμορφώνεται δεν θυμίζει σε τίποτα την παραδοσιακή αμερικανική διπλωματία. Η απρόβλεπτη φύση των αποφάσεων του Λευκού Οίκου συνδυάζεται με μια επιθετική ρητορική που στοχεύει τόσο εχθρούς όσο και φίλους. Το αποτέλεσμα είναι ένα παγκόσμιο ντόμινο αντιδράσεων, όπου οι αγορές κλυδωνίζονται, οι διπλωματικές σχέσεις δοκιμάζονται στα άκρα και το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό των Ηνωμένων Πολιτειών βυθίζεται στην αβεβαιότητα.
Η μυστική αποστολή στη Μόσχα και τα τελεσίγραφα
Αυτή τη στιγμή, μια εξαιρετικά κρίσιμη και μέχρι πρότινος μυστική διπλωματική αποστολή εκτυλίσσεται στη ρωσική πρωτεύουσα. Ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, εστάλη από την αμερικανική κυβέρνηση σε ένα αιφνιδιαστικό ταξίδι για να συναντηθεί με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τον υπουργό Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ. Η άφιξη ενός αμερικανικού στρατιωτικού αεροσκάφους C17 στη Μόσχα και η εμφάνιση αυτοκινητοπομπής με αμερικανικά οχήματα στους ρωσικούς δρόμους, επιβεβαίωσαν τις πληροφορίες για αυτή την υψηλού ρίσκου συνάντηση.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της προσέγγισης, ωστόσο, δεν είναι η ίδια η συνάντηση, αλλά οι παράλληλες πιέσεις που ασκούνται στο Κίεβο. Η Ουάσιγκτον φέρεται να έχει απευθύνει αυστηρό τελεσίγραφο προς τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, απαιτώντας την άμεση παύση κάθε στρατιωτικού χτυπήματος και επίθεσης εναντίον της Μόσχας, της Αγίας Πετρούπολης και των γύρω περιοχών. Αυτή η απαίτηση έρχεται ακριβώς τη στιγμή που οι Αμερικανοί αξιωματούχοι κάθονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τη ρωσική ηγεσία, υποδηλώνοντας μια πιθανή στροφή της αμερικανικής στάσης απέναντι στον πόλεμο της Ουκρανίας και μια σαφή προθυμία για υποχωρήσεις.
Η οικονομική d-day και η σφοδρή αντίδραση της Κίνας
Παράλληλα με τα ανοίγματα προς τη Μόσχα, η αμερικανική κυβέρνηση κλιμακώνει τις απειλές της σε ένα άλλο μέτωπο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προειδοποίησαν για μια επερχόμενη «οικονομική D-Day», η οποία θα στοχεύσει οποιοδήποτε έθνος τολμήσει να διατηρήσει εμπορικές σχέσεις με το Ιράν. Ωστόσο, η πραγματικότητα της διεθνούς οικονομίας καθιστά αυτή την απειλή ιδιαίτερα περίπλοκη, καθώς χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα διατηρούν στενούς οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη.
Η απάντηση της Κίνας στις αμερικανικές απειλές περί επιβολής δευτερογενών κυρώσεων υπήρξε άμεση και καταπελτική. Σε επίσημη συνέντευξη Τύπου, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών κατέστησε απόλυτα σαφές ότι το Πεκίνο δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου τόνισε τη σταθερή αντίθεση της Κίνας στις μονομερείς κυρώσεις, οι οποίες, όπως υποστήριξε, στερούνται νομικής βάσης στο διεθνές δίκαιο και δεν φέρουν την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Οι Κινέζοι αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι οι οικονομικοί πόλεμοι δεν προσφέρουν λύσεις, αλλά οδηγούν σε επικίνδυνη κλιμάκωση που απειλεί την παγκόσμια οικονομική τάξη.
Η επιθετική ρητορική απέναντι στον Καναδά
Ενώ οι σχέσεις με την Ανατολή βρίσκονται σε τεντωμένο σχοινί, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ανοίξει ένα αδιανόητο μέτωπο με έναν από τους στενότερους και πιο παραδοσιακούς συμμάχους της Αμερικής: τον Καναδά. Μέσα από μια σειρά εμπρηστικών αναρτήσεων, έφτασε στο σημείο να δημοσιεύσει χάρτες όπου η Λίμνη Οντάριο ήταν διαγραμμένη, προτείνοντας τη μετονομασία της σε «Λίμνη Αμερική» ως αντίποινα προς τη γειτονική χώρα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ισχυρίστηκε, χωρίς να παρουσιάσει τεκμηριωμένα στοιχεία, ότι οι ΗΠΑ χάνουν κατά μέσο όρο 60 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως την τελευταία δεκαετία λόγω των εμπορικών συμφωνιών με τον Καναδά. Κατηγόρησε την Οττάβα για επιβολή εξωφρενικών δασμών της τάξης του 400% στους Αμερικανούς αγρότες, υποστηρίζοντας ότι ο Καναδάς αποτελεί την πιο «δύσκολη και παράλογη» χώρα στις διεθνείς συναλλαγές. Η ρητορική αυτή κορυφώθηκε με την απαξιωτική δήλωση ότι ο Καναδάς νιώθει «δικαιωματικά προνομιούχος» και ότι αυτό δεν θα γίνει πλέον ανεκτό.
Το χτύπημα στην αμερικανική βιομηχανία
Αυτή η εχθρική στάση της αμερικανικής πλευράς έχει ήδη προκαλέσει ισχυρούς τριγμούς στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο Καναδάς αποτελεί βασικό προμηθευτή ενέργειας, αργού πετρελαίου, αλουμινίου, νικελίου και άλλων κρίσιμων ορυκτών που είναι ζωτικής σημασίας για την αμερικανική βιομηχανία. Επιπλέον, είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος για πολλές αμερικανικές πολιτείες. Η επιβολή δασμών εκ μέρους της Ουάσιγκτον μεταφράζεται ουσιαστικά σε έναν κρυφό φόρο για τους Αμερικανούς πολίτες και τις επιχειρήσεις.
Παρά τις προφανείς οικονομικές συνέπειες, ορισμένοι υποστηρικτές του προέδρου προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις αποφάσεις του. Εκπρόσωποι του Κογκρέσου, όπως η Λίζα Μακλέιν από το Μίσιγκαν, υποστηρίζουν ανοιχτά την επιθετική πολιτική, αναφέροντας παλαιότερους δασμούς στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι πολιτείες με βαριά βιομηχανία, όπως το Μίσιγκαν, το Οχάιο και το Τέξας, θα υποστούν τεράστιο οικονομικό πλήγμα από τα αντίποινα που αναπόφευκτα ακολουθούν σε έναν εμπορικό πόλεμο τέτοιας κλίμακας.
Η σκληρή απάντηση από την Οττάβα και το Οντάριο
Η αντίδραση του Καναδά απέναντι στην κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου υπήρξε άμεση και εξαιρετικά δυναμική. Η καναδική κυβέρνηση ανακοίνωσε την επιβολή δασμών – αντίποινων σε 700 αμερικανικά προϊόντα, συνολικής αξίας 27,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτά τα μέτρα, τα οποία τίθενται σε εφαρμογή αμέσως μετά την αργία της Εργατικής Πρωτομαγιάς (Labor Day) στις 8 Σεπτεμβρίου, συνοδεύονται από ειδικά πακέτα στήριξης για τους Καναδούς εργαζομένους που θα πληγούν.
Ο πρωθυπουργός του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, προχώρησε σε αυστηρές δηλώσεις, υπενθυμίζοντας τον καθοριστικό ρόλο της περιοχής του. Σημείωσε ότι το Οντάριο από μόνο του είναι ο νούμερο ένα πελάτης για 17 αμερικανικές πολιτείες. Τόνισε χαρακτηριστικά ότι περίπου 9 εκατομμύρια Αμερικανοί εργάζονται καθημερινά για να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που καταλήγουν στο Οντάριο. Ο Φορντ υπογράμμισε ότι οι δασμοί της κυβέρνησης Τραμπ έχουν ήδη κοστίσει στον αμερικανικό λαό και στις αυτοκινητοβιομηχανίες πάνω από 110 δισεκατομμύρια δολάρια, καταστρέφοντας θέσεις εργασίας αντί να τις προστατεύουν.
Επικίνδυνες πλάνες γύρω από τα Στενά του Ορμούζ
Στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, η επικοινωνιακή στρατηγική του Λευκού Οίκου έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πραγματικότητα. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε πρόσφατα, με περισσή βεβαιότητα, ότι το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ αφαίρεσε ή εξουδετέρωσε όλες τις νάρκες από τα διεθνή ύδατα στα Στενά του Ορμούζ. Μάλιστα, διαμήνυσε ότι εφαρμόζεται πολιτική «μηδενικής ανοχής» και απείλησε το Ιράν με άμεση καταστροφή οποιουδήποτε πλοίου επιχειρήσει να ποντίσει νέες νάρκες, επικαλούμενος μάλιστα εμπλοκή της Διαστημικής Δύναμης (Space Force).

Αυτοί οι ισχυρισμοί, ωστόσο, καταρρίπτονται από τα πραγματικά γεγονότα στο πεδίο. Την ίδια ακριβώς περίοδο, ένα ακόμη δεξαμενόπλοιο χτυπήθηκε από το Ιράν στη νότια διαδρομή του Ομάν. Η εμπορική κίνηση στα Στενά του Ορμούζ έχει σχεδόν μηδενιστεί, με τα πλοία να απενεργοποιούν τα συστήματα εντοπισμού τους (AIS) υπό τον φόβο επιθέσεων. Διεθνείς παρατηρητές επισημαίνουν ότι καμία αποστολή αποναρκοθέτησης δεν καταγράφηκε από δορυφορικά συστήματα, καθιστώντας τις προεδρικές δηλώσεις μια επικίνδυνη κατασκευή που αποσκοπεί αποκλειστικά στον εντυπωσιασμό του εσωτερικού ακροατηρίου.
Το ενεργειακό κόστος και οι αντιφάσεις
Το αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης κρίσης στη Μέση Ανατολή έχει άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα των Αμερικανών πολιτών και στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου των ΗΠΑ έχουν φτάσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αγγίζοντας ουσιαστικά τον «πάτο» των εγκαταστάσεων αποθήκευσης. Οι τιμές του πετρελαίου κίνησης (diesel) και της βενζίνης καταρρίπτουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Την ίδια στιγμή, οι αναλύσεις για την κατάσταση στο Ιράν βρίθουν αντιφάσεων. Ενώ η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι το ιρανικό καθεστώς καταρρέει οικονομικά και δεν μπορεί να πληρώσει τον στρατό του, οι πραγματικές συνέπειες των αμερικανικών στρατιωτικών εμπλοκών στην περιοχή περιγράφονται ως καταστροφικές. Η διεξαγωγή πολέμων χωρίς σαφή στρατηγική στόχευση οδήγησε όχι μόνο σε τεράστιες ανθρωπιστικές απώλειες και καταστροφή υποδομών, αλλά και στην ακούσια ισχυροποίηση οργανώσεων όπως οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC), ενώ παράλληλα εξάντλησε τα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών.
Η στρατηγική υποχώρηση απέναντι στην Πιονγκγιάνγκ
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της τρέχουσας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι η προσέγγιση με τη Βόρεια Κορέα. Με στόχο να διατηρήσει τις «καλές σχέσεις» με τον Κιμ Γιονγκ Ουν, ο πρόεδρος Τραμπ έδωσε εντολή να σταματήσουν οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις των ΗΠΑ με τη Νότια Κορέα. Η απόφαση αυτή, η οποία αποδυναμώνει σημαντικά την αμυντική ικανότητα της Σεούλ και διαταράσσει τις ισορροπίες στην Ασία, παρουσιάστηκε ως δείγμα καλής θέλησης.
Η αντίδραση της Πιονγκγιάνγκ, ωστόσο, ήταν αποκαλυπτική. Ο Κιμ Γιονγκ Ουν και η ηγεσία της Βόρειας Κορέας αντιμετώπισαν την αμερικανική υποχώρηση με χλευασμό. Ξεκαθάρισαν δημόσια ότι οι αμερικανικές κινήσεις τους είναι «παγερά αδιάφορες» και ότι δεν έχουν καμία απολύτως πρόθεση να συναντηθούν με την αμερικανική ηγεσία. Αυτή η εξέλιξη αφήνει τις ΗΠΑ εκτεθειμένες, καθώς παραχώρησαν ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα (τη διακοπή των ασκήσεων) χωρίς να λάβουν κανένα απολύτως αντάλλαγμα, επιτρέποντας στη Βόρεια Κορέα να εμφανίζεται ως ο ισχυρός παίκτης στην περιοχή.
Η ραγδαία δημοσκοπική φθορά
Οι συσσωρευμένες αστοχίες στην εξωτερική πολιτική, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος διαβίωσης και την εργασιακή ανασφάλεια, έχουν προκαλέσει ραγδαία φθορά στο προφίλ της αμερικανικής ηγεσίας. Τα πιο πρόσφατα δημοσκοπικά δεδομένα αποτυπώνουν μια εικόνα πλήρους κατάρρευσης. Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, το ποσοστό των Αμερικανών που εγκρίνουν σθεναρά την πολιτική Τραμπ έχει κατακρημνιστεί στο ιστορικό χαμηλό του 13%.
Ακόμη πιο ανησυχητικά για τον Λευκό Οίκο είναι τα ευρήματα σε πολιτείες – κλειδιά. Μια έρευνα των New York Times στην Πενσυλβάνια δείχνει ότι η συνολική αποδοχή του προέδρου βρίσκεται μόλις στο 38%. Στους επιμέρους δείκτες, η έγκριση για τους χειρισμούς του στην οικονομία δεν ξεπερνά το 39%, ενώ αναφορικά με τη διαχείριση του κόστους ζωής πέφτει στο απογοητευτικό 33%. Η κοινωνική δυσαρέσκεια διογκώνεται, καθώς το αφήγημα της οικονομικής ανάπτυξης διαψεύδεται από τα καθημερινά προβλήματα των νοικοκυριών.
Πολιτική απομόνωση στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών
Η κρίση δεν περιορίζεται μόνο στη σχέση της κυβέρνησης με τους ψηφοφόρους, αλλά επεκτείνεται και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η τοξικότητα των χειρισμών και η διαρκής αστάθεια έχουν δημιουργήσει αποστάσεις ασφαλείας μεταξύ του προέδρου και των κορυφαίων στελεχών του κόμματός του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προγραμματισμένη, ενδιάμεση πολιτική σύνοδος στο Ντάλας του Τέξας στις αρχές Σεπτεμβρίου. Παρά τις προσπάθειες του προεδρικού επιτελείου να συσπειρώσει τη βάση, τα κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών αρνούνται να παρευρεθούν. Η απροθυμία τους να επιβεβαιώσουν τη συμμετοχή τους αντανακλά τον φόβο ότι η πολιτική ταύτιση με τον σημερινό ένοικο του Λευκού Οίκου μπορεί να αποβεί μοιραία για την πολιτική τους επιβίωση ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.
Συμπεράσματα ενός γεωπολιτικού χάους
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική καμπή όπου η αμερικανική εξωτερική και εσωτερική πολιτική φαίνεται να οδηγείται από παρορμήσεις και όχι από στρατηγικό σχεδιασμό. Η ταυτόχρονη ρήξη με τον Καναδά, η επιθετικότητα απέναντι στην Κίνα, η αδικαιολόγητη υποχώρηση έναντι της Βόρειας Κορέας και οι σκιώδεις διπλωματικές επαφές με τη Μόσχα, συνθέτουν ένα παζλ ακραίας επικινδυνότητας.
Ο κόσμος παρακολουθεί αμήχανος μια υπερδύναμη που, αντί να διασφαλίζει τη διεθνή ισορροπία, μετατρέπεται στον κύριο εξαγωγέα αστάθειας. Όσο το κόστος των αποφάσεων αυτών μετακυλίεται στους πολίτες μέσα από τον πληθωρισμό και την απώλεια θέσεων εργασίας, η πολιτική απομόνωση της ηγεσίας της Ουάσιγκτον θα εντείνεται, αφήνοντας ανοιχτά ερωτήματα για το πόσο γρήγορα –και με ποιο τίμημα– θα μπορέσει να αποκατασταθεί η διεθνής κανονικότητα.

