ικονομικός πόλεμος και ενεργειακή απόγνωση: Πώς η αμερικανική στρατηγική απομονώνει τις ΗΠΑ
Από τον εμπορικό εκβιασμό του Καναδά μέχρι τη λεόντεια συμφωνία με τη Βενεζουέλα, η Ουάσιγκτον προσπαθεί να διαχειριστεί ένα πολύπλοκο παγκόσμιο οικονομικό αδιέξοδο με σπασμωδικές κινήσεις
Το παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό βρίσκεται για άλλη μια φορά σε αναβρασμό, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να υιοθετούν μια ρητορική απειλών που, παραδόξως, φαίνεται να υπονομεύει την ίδια τους την επιρροή. Η διακυβέρνηση Τραμπ δοκιμάζει καθημερινά τις αντοχές των παραδοσιακών της συμμάχων, φθείροντας την αμερικανική αξιοπιστία. Χαρακτηριστικό της νέας προσέγγισης είναι τα αιχμηρά σχόλια για τα σύνορα, με αναφορές που υποβαθμίζουν τη γεωγραφική ακεραιότητα γειτονικών χωρών, κάνοντας λόγο για μια ενιαία «αμερικανική λίμνη» στα βόρεια σύνορα. Η κατάσταση με τον Καναδά αποτελεί ίσως την πιο ηχηρή απόδειξη αυτής της μεταστροφής, προμηνύοντας μια βαθιά ρήξη με έναν από τους στενότερους και πιο κρίσιμους εμπορικούς εταίρους της Ουάσιγκτον.
Τα δεδομένα είναι πλέον αμείλικτα. Η αμερικανική πλευρά επιδιώκει να κλιμακώσει τον εμπορικό πόλεμο με τον Καναδά, ωστόσο, οι πολιτικές ισορροπίες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών δεν επιτρέπουν δραστικές και άμεσες κινήσεις. Ως εκ τούτου, η στρατηγική έχει στραφεί σε έμμεσες πιέσεις, οι οποίες γίνονται ολοένα και πιο διαφανείς, αλλά ταυτόχρονα προδίδουν μια αυξανόμενη απελπισία. Ο Λευκός Οίκος απαιτεί πλέον ανοιχτά από τις καναδικές εταιρείες να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε αμερικανικό έδαφος, εκφράζοντας παράλληλα έντονη δυσαρέσκεια για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ που μετεγκαταστάθηκαν στον Καναδά τα προηγούμενα χρόνια.

Το δέλεαρ των μηδενικών δασμών και η ιστορική πραγματικότητα
Για να επιτύχει αυτόν τον επαναπατρισμό, η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί ως δέλεαρ την επιβολή μηδενικών δασμών για όποια εταιρεία δεχτεί να μετακομίσει στον Νότο. Ωστόσο, η συγκεκριμένη προσέγγιση αγνοεί τους θεμελιώδεις λόγους που οδήγησαν αυτές τις επιχειρήσεις στη φυγή εξαρχής. Τη δεκαετία του 2010, το αμερικανικό φορολογικό σύστημα ήταν εξαιρετικά τιμωρητικό, με τον εταιρικό φόρο να αγγίζει το 35% και μια παγκόσμια φορολογική δομή που λειτουργούσε αποτρεπτικά. Ο επαναπατρισμός κερδών από το εξωτερικό σήμαινε βαρύτατη φορολόγηση.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Καναδάς αναδείχθηκε σε έναν εξαιρετικά ελκυστικό προορισμό για επιχειρήσεις με εκτεταμένα συμφέροντα στη Βόρεια Αμερική. Εταιρείες κολοσσοί στον φαρμακευτικό και όχι μόνο τομέα, μετέφεραν την έδρα τους βόρεια εδώ και δεκαπενταετία, αναζητώντας ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών τους βρισκόταν ήδη εκεί. Μόνο μετά τις φορολογικές περικοπές του 2017 άρχισε να επιβραδύνεται αυτή η εταιρική μετανάστευση. Σήμερα, η προσφορά μηδενικών δασμών δεν αρκεί για να διαγράψει τα δομικά προβλήματα που καθιστούν το λειτουργικό κόστος στις ΗΠΑ δυσβάσταχτο.
Οι άμεσες συνέπειες του εμπορικού πολέμου
Ο ίδιος ο εμπορικός πόλεμος υπονομεύει το κυβερνητικό αφήγημα. Αμερικανικές εταιρείες που εξαρτώνται από τις καναδικές αγορές υφίστανται άμεσα πλήγματα από την κλιμάκωση των δασμών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα επιχειρήσεων στον τομέα της ποτοποιίας, οι οποίες κατέγραφαν τεράστιες πωλήσεις στον Καναδά πριν από την έναρξη της κρίσης. Όταν συγκεκριμένες καναδικές επαρχίες αφαίρεσαν πλήρως τα αμερικανικά προϊόντα από τα ράφια τους ως αντίποινα, ορισμένα προϊόντα έχασαν σχεδόν το 100% των πωλήσεών τους εν μία νυκτί, καθώς η καναδική αγορά ήταν ουσιαστικά ο μοναδικός τους πελάτης.
Η πραγματικότητα δείχνει ότι τα μποϊκοτάζ στα αμερικανικά προϊόντα λειτουργούν άμεσα, ειδικά όταν το εθνικό αίσθημα στρέφεται κατά των ξένων εμπορικών σημάτων. Αντί να επιστρέψουν, κάποιες αμερικανικές εταιρείες αναγκάζονται πλέον να μεταφέρουν τμήματα της παραγωγής τους μέσα στον Καναδά για να επιβιώσουν, φέρνοντας ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει ο Ντόναλντ Τραμπ. Σε ένα περιβάλλον συνεχούς κλιμάκωσης, η μετεγκατάσταση στις ΗΠΑ φαντάζει όλο και λιγότερο ελκυστική.

Η επίκληση της κινεζικής απειλής και η εγχώρια παραγωγή
Όταν τα αμιγώς οικονομικά επιχειρήματα καταρρέουν, η επόμενη κίνηση της αμερικανικής διοίκησης είναι η επίκληση του «κινεζικού μπαμπούλα». Η Ουάσιγκτον κατηγορεί ευθέως το Πεκίνο ότι χρησιμοποιεί τον Καναδά ως ενδιάμεσο σταθμό (transshipment) για να πλημμυρίσει την αμερικανική αγορά παρακάμπτοντας τους κανονισμούς. Αν και η κινεζική εμπορική διείσδυση είναι υπαρκτή, ο πραγματικός λόγος που οι εταιρείες δεν επιστρέφουν είναι πολύ πιο πεζός: η παραγωγή αγαθών στο εσωτερικό των ΗΠΑ έχει καταστεί απλώς υπερβολικά ακριβή.
Η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών βιομηχανιών μειώνεται δραματικά. Τα πρόσφατα στοιχεία για την απασχόληση επιβεβαιώνουν μια οικονομία σε φάση επιβράδυνσης, με τη δημιουργία 79.000 λιγότερων θέσεων εργασίας από ό,τι είχε αρχικά αναφερθεί, διαψεύδοντας παταγωδώς τις προβλέψεις για θετική αναθεώρηση. Το κόστος παραγωγής αυξάνεται ταυτόχρονα από πολλές πλευρές. Το πετρέλαιο κίνησης (diesel), το οποίο αποτελεί την κινητήρια δύναμη των μεταφορών, της ναυτιλίας, της βιομηχανίας και της γεωργίας, πλησιάζει ξανά τα 6 δολάρια ανά γαλόνι. Η σύγκρουση με το Ιράν και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έχουν εκτινάξει τα κόστη, πλήττοντας καίρια τη βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ. Κανείς επιχειρηματίας δεν εγκαταλείπει ένα περιβάλλον χαμηλού κόστους για να βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα.
Η ενεργειακή συμφωνία με τη Βενεζουέλα: Μια σύγχρονη αποικιοκρατία
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό ενεργειακό περιβάλλον, οι ΗΠΑ αναζητούν απεγνωσμένα λύσεις, στρέφοντας το βλέμμα τους στη Λατινική Αμερική. Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τον πετρελαϊκό πλούτο της Βενεζουέλας είναι ενδεικτικές μιας πρωτοφανούς γεωπολιτικής επιθετικότητας. Η Ουάσιγκτον κινείται για να αναλάβει τον πλειοψηφικό έλεγχο των κοιτασμάτων μέσω μιας συμφωνίας κοινοπραξίας (Joint Venture) που, στα χαρτιά, θυμίζει εποχές αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης πόρων.
Σύμφωνα με τους όρους, οι ΗΠΑ θα ελέγχουν το 55% της συνολικής παραγωγής και θα πληρώνουν το πετρέλαιο στην τιμή κόστους –περίπου 19 δολάρια το βαρέλι– και όχι στην τρέχουσα τιμή των διεθνών αγορών. Η κοινοπραξία εξασφαλίζει μια παραχώρηση 100 ετών σε κοιτάσματα που υπολογίζονται σε πάνω από 60 δισεκατομμύρια βαρέλια. Ως αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ δεσμεύονται να επενδύσουν περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια για την επανεκκίνηση και επέκταση των υποδομών, οι οποίες έχουν καταρρεύσει.

Παρά τους ισχυρισμούς αξιωματούχων του Καράκας ότι το σχέδιο θα αποφέρει σταδιακά 210 δισεκατομμύρια δολάρια, το δομικό πρόβλημα ελέγχου είναι εμφανές. Με το 55% στα χέρια της Ουάσιγκτον, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για το ποιος θα έχει τον τελικό λόγο στις εξαγωγές. Θα μπορέσει η Βενεζουέλα να πουλήσει σε τρίτες χώρες, όπως η Κίνα, αν προσφέρουν υψηλότερα τιμήματα, ή οι ΗΠΑ θα ασκούν βέτο προωθώντας τα φορτία αποκλειστικά στην αμερικανική αγορά;
Τεχνικά εμπόδια και νομικές ακροβασίες
Η πρόθεση του Λευκού Οίκου να χρησιμοποιήσει το πετρέλαιο της Βενεζουέλας για να γεμίσει τα Στρατηγικά Αποθέματα Πετρελαίου (SPR) παρουσιάζεται επικοινωνιακά ως μια άμεση νίκη. Στην πράξη, όμως, το εγχείρημα ενέχει κολοσσιαίες δυσκολίες. Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι εξαιρετικά βαρύ και θειούχο, καθιστώντας αδύνατη την άμεση ανάμειξή του με το ελαφρύτερο αργό που ήδη αποθηκεύεται στις αμερικανικές εγκαταστάσεις.
Η αναβάθμιση του διυλιστικού συστήματος των ΗΠΑ για να μπορέσει να επεξεργαστεί αυτό το βαρύ αργό θα απαιτήσει επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων και χρόνια εργασιών. Η υπόσχεση για άμεση ανακούφιση από την ενεργειακή κρίση μοιάζει περισσότερο με ευσεβή πόθο παρά με ρεαλιστικό σχέδιο. Επιπλέον, το νομικό και πολιτικό ρίσκο είναι τεράστιο. Το σύνταγμα της Βενεζουέλας θα μπορούσε να μπλοκάρει τη συμφωνία, ενώ μια μελλοντική αλλαγή ηγεσίας ίσως ακυρώσει τις συμβάσεις. Ταυτόχρονα, η αλαζονική ρητορική της Ουάσιγκτον, που ορισμένες φορές κάνει λόγο ειρωνικά για τη Βενεζουέλα ως την «51η πολιτεία» των ΗΠΑ, τροφοδοτεί έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Ο κίνδυνος στη Μέση Ανατολή και η νομισματική κρίση
Ακόμα και αν το σχέδιο προχωρήσει απρόσκοπτα, δεν πρόκειται να προσφέρει άμεση λύση απέναντι στην ανάφλεξη της Μέσης Ανατολής. Η άμεση πρόσβαση σε 50 εκατομμύρια ήδη εξορυγμένα βαρέλια καλύπτει μόλις πέντε ημέρες από τις απώλειες που θα προκαλούσε ένα κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Για τα επόμενα χρόνια, το Καράκας δεν θα είναι σε θέση να καλύψει τα παγκόσμια κενά.
Η ρίζα του προβλήματος, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στην ενέργεια, αλλά στον πυρήνα του νομισματικού συστήματος. Η αμερικανική διοίκηση καταφεύγει σε απέλπιδες προσπάθειες –επαναγορές ομολόγων, παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος, λεηλασία πόρων τρίτων χωρών και απειλές κατά κινεζικών τραπεζών– για να αποτρέψει την κατάρρευση της αγοράς κρατικού χρέους. Το αμερικανικό κράτος χρηματοδοτεί την παγκόσμια γεωπολιτική του παρουσία διοχετεύοντας φρεσκοτυπωμένο ή δανεικό χρήμα στην οικονομία.

Η νομισματική προσφορά (M2) των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 100 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο τον περασμένο Ιούλιο, καταγράφοντας άνοδο σοκ 862 δισεκατομμυρίων από τις αρχές του 2026. Ο ρυθμός αύξησης του χρήματος από το 2000 ανέρχεται μεσοσταθμικά στο 6,3% ετησίως. Αυτός είναι ο πραγματικός κινητήρας του δομικού πληθωρισμού. Όταν η προσφορά χρήματος αυξάνεται ταχύτερα από την παραγωγή, τα πάντα γίνονται ακριβότερα. Ακόμη και τα αμερικανικά ομόλογα με αποδόσεις άνω του 5% δεν επαρκούν για να καλύψουν τη συνεχή απώλεια αγοραστικής δύναμης.
Το τέλος της οικονομικής ορθοδοξίας
Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου οι κλασικές οικονομικές θεωρίες φαντάζουν ανενεργές. Η αμερικανική πολιτική χαρακτηρίζεται από ακραία απρόβλεπτη συμπεριφορά. Μια απλή ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ στα κοινωνικά δίκτυα, αφήνοντας υπονοούμενα για πλήγμα στον τερματικό σταθμό πετρελαίου του ιρανικού νησιού Χαρκ (Kharg Island), είναι ικανή να εκτοξεύσει τις τιμές του αργού μέσα σε λίγα λεπτά. Οι αγορές είναι υποχρεωμένες να τιμολογούν καθημερινά τον γεωπολιτικό παραλογισμό.
Κάθε κίνηση της Ουάσιγκτον για τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας της συνοδεύεται πλέον από δυσθεώρητο κόστος και απρόβλεπτες παρενέργειες. Το μεγάλο ερώτημα που πλανάται είναι αν αυτές οι στρατηγικές –είτε αφορούν τον καταναγκαστικό επαναπατρισμό βιομηχανιών είτε την οιονεί υφαρπαγή ξένων πόρων– θα αποφέρουν τελικά ένα βιώσιμο στρατηγικό πλεονέκτημα ή αν θα καταλήξουν ως μνημειώδεις αποτυχίες σε έναν κόσμο που έχει ήδη αρχίσει να χαράσσει την επόμενη, πολυπολική του ημέρα.

