Πώς ο ευρωπαϊκός Νότος γύρισε το παιχνίδι και ξεπέρασε τους ισχυρούς του Βορρά
Η εντυπωσιακή δημοσιονομική ανάκαμψη σε Ελλάδα, Ισπανία και Ιταλία, την ώρα που ο σκληρός πυρήνας της Ευρωζώνης, με επίκεντρο τη Γερμανία και τη Γαλλία, βυθίζεται στην αβεβαιότητα και την ύφεση, σύμφωνα με τις νεότερες αναλύσεις.
Για πολλά χρόνια, ο ευρωπαϊκός Νότος αντιμετωπιζόταν ως ο μεγάλος ασθενής, η προφανής αδύναμη αλυσίδα της Ευρωζώνης. Στο αφήγημα των περισσότερων διεθνών αναλυτών και κυρίως στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Βόρειας Ευρώπης, χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία αποτελούσαν τα προβληματικά παιδιά της ένωσης. Πνιγμένες στο χρέος και τα δυσθεώρητα ελλείμματα, θεωρούνταν νομοτελειακά εξαρτημένες από τις διασώσεις και τα πακέτα στήριξης των πιο “υπεύθυνων” βόρειων εταίρων τους.
Σήμερα, ωστόσο, η πραγματικότητα έχει ανατραπεί πλήρως. Το οικονομικό σκηνικό στη Γηραιά Ήπειρο επανασχεδιάζεται, με τους παλιούς πρωταγωνιστές να βρίσκονται σε βαθιά κρίση και τους άλλοτε αδύναμους κρίκους να οδηγούν την κούρσα της ανάπτυξης. Το πώς φτάσαμε σε αυτή τη μεταστροφή, αποτυπώνει ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίο οι μακροχρόνιες πολιτικές, η γεωπολιτική συγκυρία και η δημοσιονομική προσαρμογή μπορούν να αλλάξουν τον χάρτη της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η ανατροπή των ρόλων στον ευρωπαϊκό χάρτη
Ενώ ο Νότος καταγράφει θετικά πρόσημα, ο Βορράς δοκιμάζεται σκληρά. Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά δημοσιονομική κρίση, σε σημείο που στους διεθνείς κύκλους ακούγονται ψίθυροι ακόμη και για πιθανή παρέμβαση του ΔΝΤ. Την ίδια στιγμή, χώρες με παραδοσιακά ισχυρή οικονομία, όπως η Ολλανδία και η Σουηδία, φλερτάρουν ανοιχτά με την ύφεση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γερμανίας, της πάλαι ποτέ ατμομηχανής της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Από το 2019, η γερμανική οικονομία παλεύει με μια παρατεταμένη ύφεση, έχοντας χάσει το πλεονέκτημα της φθηνής ενέργειας και βλέποντας την εξαγωγική της ισχύ να δοκιμάζεται. Στον αντίποδα, η εικόνα στη Μεσόγειο είναι εντελώς διαφορετική. Η ισπανική ανάπτυξη ξεπέρασε πέρυσι αυτή των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης, η ιταλική κυβέρνηση αποδεικνύεται πολύ πιο σταθερή και προσεκτική δημοσιονομικά από ό,τι φοβούνταν οι επενδυτές, και η Ελλάδα απολαμβάνει μια σταθερή πολυετή ανάκαμψη, η οποία επισφραγίστηκε με την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023.

Οι ρίζες του προβλήματος και το φθηνό χρήμα
Για να κατανοήσουμε τη σημερινή δυναμική, οφείλουμε να εξετάσουμε το ιστορικό υπόβαθρο. Ιστορικά, οι χώρες της Νότιας Ευρώπης εμφάνιζαν χαμηλότερη παραγωγικότητα και χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σύγκριση με χώρες όπως η Γερμανία. Ωστόσο, το χάσμα αυτό γιγαντώθηκε μέσα από τις στρεβλώσεις που έφερε η ίδια η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης.
Τη δεκαετία του ’90 και στις αρχές του 2000, τα κράτη του Νότου συσσώρευσαν σημαντικά χρέη. Καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία ήταν η εισαγωγή του ευρώ, η οποία επέτρεψε στις χώρες αυτές να δανείζονται με επιτόκια δραματικά χαμηλότερα σε σχέση με το παρελθόν, χάρη στην “ομπρέλα” της ενιαίας νομισματικής πολιτικής. Για παράδειγμα, ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ της Πορτογαλίας εκτοξεύθηκε από το 50% το 1999 στο 70% το 2007. Στην Ελλάδα, η προσπάθεια μείωσης του χρέους ήταν αναιμική, με το ποσοστό να παραμένει κολλημένο κοντά στο 100% του ΑΕΠ για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 2000. Όλα αυτά, πολύ πριν το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
![]()
Το χτύπημα της κρίσης και ο εφιάλτης της λιτότητας
Όταν η κρίση της Ευρωζώνης χτύπησε την πόρτα της ηπείρου, οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε τεράστιες δαπάνες για να κρατήσουν τις οικονομίες τους ζωντανές. Το δημόσιο χρέος εκτοξεύθηκε εκτός ελέγχου, αγγίζοντας το 130% του ΑΕΠ στην Πορτογαλία, το 100% στην Ισπανία και φτάνοντας έως και το 170% στην Ελλάδα. Καθώς το κόστος δανεισμού γινόταν απαγορευτικό και ο κίνδυνος χρεοκοπίας ορατός, οι χώρες αυτές στράφηκαν στην ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για βοήθεια.
Οι βόρειες οικονομίες, ωστόσο, έθεσαν ως απαράβατο όρο για τη διάσωση την εφαρμογή ακραίων μέτρων λιτότητας. Ήταν η εποχή που εδραιώθηκε στον δημόσιο λόγο το αφήγημα περί των “σπάταλων του Νότου”. Η λιτότητα επιβλήθηκε οριζόντια, οδηγώντας σε δραματικές περικοπές δημόσιων δαπανών, μειώσεις εισοδημάτων και πολυετή οικονομική στασιμότητα. Η παραγωγικότητα κατέρρευσε. Στην Ιταλία, ενώ η παραγωγικότητα ήταν 9% υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2005, σταδιακά συρρικνώθηκε. Το ίδιο συνέβη και στην Ισπανία, ενώ σε Ελλάδα και Πορτογαλία παρέμεινε σταθερά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η εντυπωσιακή αλλαγή και οι ρυθμοί ανάπτυξης
Τα τελευταία χρόνια, το αφήγημα αυτό ανατρέπεται πλήρως. Οι οικονομίες της Νότιας Ευρώπης όχι μόνο ανέκαμψαν, αλλά άρχισαν να καταγράφουν ρυθμούς ανάπτυξης ταχύτερους από εκείνους του Βορρά. Μεταξύ 2017 και 2023, ο Νότος αναπτύχθηκε ταχύτερα από τη Γερμανία κατά περίπου 5%. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα του ΔΝΤ, αυτή η υπεραπόδοση αναμένεται να συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια του τρέχοντος έτους, κινούμενη αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η περίπτωση της Ισπανίας ξεχωρίζει. Μέσα από στοχευμένες πολιτικές, κατάφερε να συγκρατήσει τον πληθωρισμό και το 2023 η οικονομία της αναπτύχθηκε κατά 2,5%, ένας ρυθμός πέντε φορές υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η δυναμική αυτή διατηρείται και το 2024, με τη Eurostat να προβλέπει ανάπτυξη 2,6% για το 2025. Εξίσου θετική είναι η εικόνα για την Ελλάδα, η οποία κατέγραψε ανάπτυξη 2,3% πέρυσι και αναμένεται να κινηθεί στο 2% φέτος. Η Πορτογαλία, επίσης, ξεπέρασε ελαφρώς τις κυβερνητικές προβλέψεις της με ανάπτυξη 1,9% του ΑΕΠ. Ακόμη και η Ιταλία, παρά την αναμενόμενη ελαφρά επιβράδυνση το 2025, προέρχεται από μια εξαιρετικά ισχυρή μεταπανδημική ανάκαμψη.
Ο δημοσιονομικός έλεγχος έναντι της βόρειας “τρύπας”
Η πιο ηχηρή απάντηση του Νότου, ωστόσο, δεν δίνεται μόνο μέσω του ΑΕΠ, αλλά κυρίως μέσω της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Οι περισσότερες χώρες της περιοχής τηρούν πλέον αυστηρά τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, διατηρώντας τα ελλείμματα κάτω από το όριο του 3%. Η Ισπανία κατέγραψε έλλειμμα 3,2% το 2024 με προοπτική μείωσης στο 2,8% φέτος, ενώ η Ιταλία το περιόρισε στο 3,4%, σχεδόν στο μισό σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Πορτογαλία πέτυχαν δημοσιονομικά πλεονάσματα, μπαίνοντας στο ίδιο κλειστό κλαμπ με την Ιρλανδία και τη Δανία.
Την ίδια στιγμή, οι αριθμοί στον Βορρά είναι αμείλικτοι. Η Γαλλία παλεύει με ένα ανεξέλεγκτο έλλειμμα ύψους 5,4% του ΑΕΠ και ένα χρέος που ξεπερνά το 110%, τοποθετώντας την ανάμεσα στις πλέον υπερχρεωμένες χώρες παγκοσμίως. Η Γερμανία, το απόλυτο σύμβολο της δημοσιονομικής ορθοδοξίας, βρίσκεται σε αδιέξοδο. Παρά την εγκατάλειψη του περίφημου “φρένου χρέους” προκειμένου να δανειστεί, η χώρα αντιμετωπίζει μια μαύρη τρύπα στον προϋπολογισμό της ύψους 170 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2029, κυρίως λόγω των ασθενέστερων του αναμενομένου φορολογικών εσόδων. Δεν είναι τυχαίο ότι το κόστος δανεισμού για τις χώρες του Νότου έχει πλέον συγκλίνει με αυτό της Γερμανίας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ισπανικών και ιταλικών ομολόγων, είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο γαλλικό.

Το Ταμείο Ανάκαμψης και η ευρωπαϊκή συγκυρία
Ποιοι είναι όμως οι πραγματικοί λόγοι πίσω από αυτή τη θεαματική αντιστροφή των τάσεων; Οι διεθνείς αναλυτές εστιάζουν σε τέσσερις βασικούς πυλώνες. Πρώτον, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, η δεκαετής περίοδος λιτότητας και βαθιών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κατέστησε τις οικονομίες του Νότου εξαιρετικά προσεκτικές. Το πάθημα έγινε μάθημα, και η δημοσιονομική διαχείριση είναι πλέον πολύ πιο συντηρητική από ό,τι πριν το 2008.
Δεύτερον, ο ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ υπήρξε καταλυτικός. Από το πακέτο των 800 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι χώρες του Νότου ήταν οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι, με την Ιταλία και την Ισπανία να λαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος. Οι πόροι αυτοί προσέφεραν την απαραίτητη ανάσα για τη διαχείριση του χρέους, αλλά κυρίως για τη χρηματοδότηση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων και υποδομών. Μόνο στην Ιταλία, εκτιμάται ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια θα ενισχύσουν το ΑΕΠ κατά 3,4% έως το 2026.
Ο τουρισμός και η επόμενη μέρα των μεταρρυθμίσεων
Ο τρίτος καθοριστικός παράγοντας σχετίζεται με τη γεωπολιτική και την ενεργειακή κρίση. Τα κράτη της Νότιας Ευρώπης ήταν, σε γενικές γραμμές, πολύ λιγότερο εκτεθειμένα στην ενεργειακή εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό Βορρά. Έτσι, ο αντίκτυπος από την εκτόξευση των τιμών της ενέργειας, που γονάτισε τη βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία, υπήρξε αισθητά ηπιότερος για τις μεσογειακές οικονομίες.
Τέλος, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η δυναμική του τουρισμού. Μετά την άρση των περιορισμών της πανδημίας, η τουριστική βιομηχανία, που αποτελεί βασικό πυλώνα του ΑΕΠ για τις χώρες του Νότου, βιώνει μια άνευ προηγουμένου άνθιση. Η Ισπανία κατέγραψε ρεκόρ εσόδων 126,1 δισεκατομμυρίων ευρώ πέρυσι, με τη δυναμική να διατηρείται αμείωτη, καταγράφοντας ήδη αύξηση 7,2% για το 2024. Η Ελλάδα κεφαλαιοποιεί επίσης στο έπακρο το ισχυρό της brand, ενισχύοντας τα κρατικά ταμεία.
Ασφαλώς, η ευφορία των αριθμών δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό. Το δημόσιο χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι μισθοί στις χώρες του Νότου εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά σε σχέση με τις απολαβές στον ευρωπαϊκό Βορρά. Οι πολίτες έχουν πίσω τους μια χαμένη δεκαετία στάσιμης ανάπτυξης και μειωμένης αγοραστικής δύναμης. Ωστόσο, η σημερινή εικόνα αποδεικνύει ότι η σωστή δημοσιονομική διαχείριση, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και η προσαρμοστικότητα μπορούν, σταδιακά, να γεφυρώσουν το ιστορικό χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου, αλλάζοντας οριστικά τους συσχετισμούς δυνάμεων στην ήπειρο.

