Όταν ο πρόεδρος χάνει το Κογκρέσο – Τα ιστορικά μαθήματα και το μέλλον του Τραμπ

Η συντριπτική απώλεια της Βουλής και της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές δεν προδικάζει το τέλος μιας προεδρίας. Η ιστορία δείχνει ότι αποτελεί την αφετηρία ενός ανελέητου θεσμικού πολέμου.

Όταν ο πρόεδρος χάνει το Κογκρέσο – Τα ιστορικά μαθήματα και το μέλλον του Τραμπ

«Ο πρόεδρος πρέπει να παραιτηθεί». Η φράση αυτή δεν ειπώθηκε από κάποιον ορκισμένο πολιτικό αντίπαλο, αλλά από έναν γερουσιαστή του ίδιου του κυβερνώντος κόμματος, ακριβώς την επομένη των ενδιάμεσων εκλογών που οδήγησαν στην απώλεια του Κογκρέσου. Η ιδέα του ήταν πρωτοφανής: να παραδώσει ο πρόεδρος την εξουσία στο αντίπαλο κόμμα, ώστε τουλάχιστον μια ενιαία πολιτική δύναμη να διαχειρίζεται ολόκληρη την κυβέρνηση χωρίς προσκόμματα.

σχετικά άρθρα

Όταν ο ίδιος ο πρόεδρος ρωτήθηκε από τους δημοσιογράφους για αυτή την πρόταση, η απάντησή του περιορίστηκε σε δύο μόλις λέξεις: «Ουδέν σχόλιον». Το ημερολόγιο έδειχνε Νοέμβριο του 1946 και ο πρόεδρος ήταν ο Χάρι Τρούμαν. Φυσικά, δεν παραιτήθηκε. Αντιθέτως, δύο χρόνια αργότερα, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές, διαψεύδοντας κάθε προγνωστικό.

Ογδόντα ακριβώς χρόνια μετά, το σκηνικό επαναλαμβάνεται στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Στις 3 Νοεμβρίου 2026, το κόμμα του Ντόναλντ Τραμπ έχασε τον έλεγχο και των δύο νομοθετικών σωμάτων. Τι ακολουθεί λοιπόν από εδώ και πέρα; Αν και η ιστορία δεν μπορεί να προβλέψει με απόλυτη ακρίβεια το μέλλον, ρίχνει άπλετο φως στους δρόμους που έχουν ακολουθήσει οι προηγούμενοι ένοικοι του Λευκού Οίκου υπό παρόμοιες συνθήκες. Σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση, ένας πρόεδρος που χάνει το Κογκρέσο βαδίζει αναπόφευκτα σε έναν από τους εξής τρεις δρόμους: τον πόλεμο των βέτο, τις εξαντλητικές ακροάσεις, ή τη σύγκρουση για τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Το πιο παράδοξο στη σημερινή συγκυρία; Ο σημερινός πρόεδρος έχει ήδη περπατήσει και στους τρεις αυτούς δρόμους κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, μέσα σε διάστημα περίπου ενός έτους.

Χάρυ Τρούμαν - Βικιπαίδεια

Τα τρία κλειδιά της θεσμικής εξουσίας στην Ουάσιγκτον

Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της πολιτικής αλλαγής, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τι ακριβώς χάνει ένας Αμερικανός πρόεδρος όταν χάνει το Κογκρέσο. Το αμερικανικό Σύνταγμα είναι σοφά σχεδιασμένο ώστε να διαμοιράζει την εξουσία, αποτρέποντας την απόλυτη κυριαρχία. Στο πλαίσιο αυτό, το Κογκρέσο κρατά στα χέρια του τρία υπερπολύτιμα «κλειδιά» που κάθε πρόεδρος χρειάζεται απεγνωσμένα.

Το πρώτο κλειδί αφορά τους νόμους και το δημόσιο χρήμα. Κανένα νομοσχέδιο δεν μπορεί να γίνει νόμος του κράτους και κανένα δολάριο δεν μπορεί να δαπανηθεί χωρίς τη ρητή έγκριση του Κογκρέσου. Αν και ο πρόεδρος διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει βέτο σε ένα νομοσχέδιο, εάν τα δύο τρίτα και των δύο σωμάτων ψηφίσουν ξανά υπέρ, το προεδρικό βέτο καταρρίπτεται.

Το δεύτερο κλειδί είναι η θεσμική εποπτεία. Το Κογκρέσο διαθέτει την απόλυτη εξουσία να καλεί μάρτυρες, να διεξάγει δημόσιες ακροάσεις και, στο ακραίο σενάριο, να προχωρά σε παραπομπή (impeachment), απαγγέλλοντας δηλαδή επίσημες κατηγορίες εναντίον του προέδρου.

Το τρίτο κλειδί είναι ο πόλεμος. Βάσει Συντάγματος, μόνο το Κογκρέσο μπορεί να κηρύξει επίσημα τον πόλεμο και, κυρίως, μόνο αυτό μπορεί να εγκρίνει τη χρηματοδότησή του.

Κάθε δύο χρόνια, το σύνολο της Βουλής των Αντιπροσώπων και το ένα τρίτο της Γερουσίας τίθενται στην κρίση των ψηφοφόρων. Η ιστορική τάση θέλει το εκάστοτε κόμμα του προέδρου να υφίσταται απώλειες. Από το 1934, το κυβερνών κόμμα έχει κερδίσει έδρες στη Βουλή σε μόλις τρεις ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις. Ωστόσο, η ταυτόχρονη απώλεια και των δύο σωμάτων είναι ένα σπανιότερο φαινόμενο. Από το 1946 είχε συμβεί μόνο τέσσερις φορές. Πλέον, από τις 3 Νοεμβρίου, έγιναν πέντε, με τους Δημοκρατικούς να κερδίζουν τουλάχιστον επτά κρίσιμες έδρες στη Γερουσιά και δεκάδες στη Βουλή. Ο Τραμπ, αντιδρώντας στο αποτέλεσμα, συνεχάρη τους αντιπάλους του δηλώνοντας λακωνικά: «Δεν το βλέπω ως προσωπικό χτύπημα». Το νέο Κογκρέσο αναλαμβάνει καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου 2027. Από εκείνη την ημέρα, τα κλειδιά αλλάζουν χέρια.

Τραμπ: Οι Δημοκρατικοί είναι πιο επικίνδυνοι από ποτέ – Θέλουν να με παραπέμψουν σε δίκη | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο πρώτος δρόμος: Ο πόλεμος των αρνησικυριών (βέτο)

Ο πιο συνηθισμένος δρόμος σύγκρουσης ξεκινά όταν το Κογκρέσο ψηφίζει νομοσχέδια στα οποία ο πρόεδρος εναντιώνεται ριζικά, με αποτέλεσμα εκείνος να τα μπλοκάρει. Η ιστορία του Τρούμαν είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Το 1947, το νέο ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο ψήφισε έναν κομβικό νόμο για τον περιορισμό των εργατικών συνδικάτων. Ο Τρούμαν άσκησε αμέσως βέτο. Μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, τα δύο σώματα είχαν συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία και κατέρριψαν την προεδρική απόφαση. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Τρούμαν χρησιμοποίησε το όπλο του βέτο εντυπωσιακές 250 φορές, εκ των οποίων το Κογκρέσο τον παρέκαμψε τις δώδεκα.

Αντιμέτωπος με αυτό το νομοθετικό αδιέξοδο, ο Τρούμαν μετέφερε τη μάχη απευθείας στους ψηφοφόρους. Το καλοκαίρι του 1948, ανακάλεσε το Κογκρέσο σε έκτακτη συνεδρίαση, επιλέγοντας συμβολικά την ημέρα που οι αγρότες του Μιζούρι ονόμαζαν «Ημέρα του Γογγυλιού», απαιτώντας να ψηφίσουν τα προγράμματά του. Όταν η συνεδρίαση έληξε άκαρπη, τους κόλλησε την ταμπέλα του «Κογκρέσου που δεν κάνει τίποτα» — μια φράση που έγινε το κεντρικό του προεκλογικό σλόγκαν, παρότι το ίδιο αυτό Κογκρέσο είχε προηγουμένως εγκρίνει το ιστορικό Σχέδιο Μάρσαλ για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης.

Ο Τρούμαν διέσχισε την Αμερική με τρένο, βγάζοντας πύρινους λόγους από την πίσω πλατφόρμα των βαγονιών σε εκατοντάδες σταθμούς. Οι δημοσκοπήσεις και οι αναλυτές προεξοφλούσαν τη συντριβή του. Μάλιστα, μια εφημερίδα του Σικάγο βιάστηκε να τυπώσει το πρωτοσέλιδο με τον λάθος νικητή. Εκείνος, χαμογελώντας πλατιά, κράτησε την εφημερίδα ψηλά μπροστά στις κάμερες. Είχε κερδίσει, και το κόμμα του ανέκτησε τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Οι κυβερνητικές κρίσεις και το κόστος της πόλωσης

Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, ο Μπιλ Κλίντον βρέθηκε ακριβώς στον ίδιο δρόμο. Το 1994, οι Ρεπουμπλικανοί κατέλαβαν τη Βουλή για πρώτη φορά μετά από σαράντα ολόκληρα χρόνια. Η σφοδρή σύγκρουση για τον προϋπολογισμό οδήγησε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε μερική στάση πληρωμών, με τα κρατικά ταμεία να στερεύουν. Εκείνο τον χειμώνα, η Αμερική βίωσε δύο απανωτά «shutdowns» της κυβέρνησης, με εθνικά πάρκα να κλείνουν και δημόσιες υπηρεσίες να παραλύουν. Το δεύτερο μάλιστα κράτησε τρεις εβδομάδες. Έναν χρόνο αργότερα, ο Κλίντον εξασφάλισε τη δεύτερη θητεία του, αποδεικνύοντας ότι το πολιτικό κόστος συχνά το επωμίζεται το Κογκρέσο.

Ωστόσο, αυτός ο δρόμος κρύβει τεράστιους κινδύνους για τη χώρα. Το 2011, η ρεπουμπλικανική Βουλή και ο Μπαράκ Ομπάμα έφτασαν στα άκρα τη διαμάχη για το όριο του ομοσπονδιακού χρέους. Αν και υπήρξε συμφωνία κυριολεκτικά στο παρά πέντε, η ζημιά είχε ήδη γίνει: λίγες μέρες αργότερα, η Αμερική έχασε για πρώτη φορά στην ιστορία της την κορυφαία πιστοληπτική της αξιολόγηση.

Γέλτσιν προς Κλίντον το 1994: Η Ρωσία πρέπει πρώτη να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ - CNN.gr

Σήμερα, οι Δημοκρατικοί απέχουν πολύ από την πλειοψηφία των δύο τρίτων που απαιτείται για την παράκαμψη των προεδρικών βέτο. Άλλωστε, μόλις ένα στα είκοσι πέντε βέτο έχει καταρριφθεί ιστορικά. Ο ίδιος ο Τραμπ, ειρωνευόμενος την κατάσταση την παραμονή των εκλογών, σχολίασε: «Υποθέτω πως θα γίνω ο κύριος Βέτο», συμπληρώνοντας ρεαλιστικά πως κάποια στιγμή θα πρέπει να υπάρξουν συμβιβασμοί.

Ο δεύτερος δρόμος: Οι ακροάσεις και η απειλή της καθαίρεσης

Ο δεύτερος, πιο θορυβώδης δρόμος, είναι αυτός των ερευνών. Το νέο Κογκρέσο αναμένεται να χρησιμοποιήσει την εξουσία του για να ερευνήσει πεπραγμένα, να ζητήσει έγγραφα και να στήσει εξεταστικές επιτροπές. Η απόλυτη έκφραση αυτής της εξουσίας είναι η παραπομπή (impeachment). Πρέπει να γίνει κατανοητό πως η παραπομπή είναι απλώς η απαγγελία κατηγοριών από τη Βουλή και όχι η καθαίρεση. Η ουσιαστική δίκη διεξάγεται στη Γερουσία, όπου απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 67 γερουσιαστών για να απομακρυνθεί ο πρόεδρος.

Ο πρώτος πρόεδρος που υπέστη αυτή τη δοκιμασία ήταν ο Άντριου Τζόνσον. Η σφοδρή του σύγκρουση με το Κογκρέσο αφορούσε την πολιτική ανοικοδόμησης του Νότου μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Το Κογκρέσο ακύρωσε τα βέτο του δεκαπέντε φορές — ένα ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο μέχρι σήμερα. Το 1868, η Βουλή τον παρέπεμψε με ψήφους 126 έναντι 47. Το ενδιαφέρον του κοινού για τη δίκη στη Γερουσία ήταν τόσο τεράστιο, που για πρώτη φορά τυπώθηκαν εισιτήρια εισόδου. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν 35 υπέρ της καθαίρεσης και 19 κατά. Η απόφαση σκόνταψε για μόλις μία ψήφο πριν το αναγκαίο όριο των δύο τρίτων, επιτρέποντας στον Τζόνσον να παραμείνει στο αξίωμα.

Έναν αιώνα αργότερα, βιώσαμε μια διαφορετική, πιο σύγχρονη εκδοχή της ίδιας πίεσης. Το 1986, οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τη Γερουσία επί Ρόναλντ Ρίγκαν. Τον ίδιο Νοέμβριο ξέσπασε το σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας, με μυστικές πωλήσεις όπλων στο Ιράν και παράνομη διοχέτευση των εσόδων στους αντάρτες της Νικαράγουας. Το Κογκρέσο οργάνωσε σαράντα ημέρες τηλεοπτικών ακροάσεων, καθηλώνοντας το αμερικανικό κοινό. Η δημοτικότητα του Ρίγκαν κατακρημνίστηκε από το 63% στο 47%, ωστόσο δεν παραπέμφθηκε ποτέ.

Το πολιτικό ρίσκο της υπερβολής και το μάθημα του 1998

Μερικές φορές, όμως, η στρατηγική της πολιτικής εξόντωσης γυρίζει μπούμερανγκ σε αυτούς που την ξεκινούν. Το 1998, εν μέσω του σκανδάλου Λεβίνσκι, το κόμμα του Κλίντον κατέγραψε κέρδη στις ενδιάμεσες εκλογές, ενάντια στην ιστορική παράδοση. Οι ψηφοφόροι τιμώρησαν την υπερβολή των Ρεπουμπλικανών. Λίγες μέρες αργότερα, ο Ρεπουμπλικανός Πρόεδρος της Βουλής αναγκάστηκε σε παραίτηση.

Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, η Βουλή εντούτοις παρέπεμψε τον Κλίντον. Η δίκη του στη Γερουσία τον Φεβρουάριο οδήγησε στην αναμενόμενη αθώωση. Μέχρι σήμερα, κανένας πρόεδρος δεν έχει καθαιρεθεί ποτέ από τη Γερουσία — και οι Δημοκρατικοί του 2027 θα βρίσκονται τουλάχιστον έντεκα ψήφους μακριά από αυτόν τον μαγικό αριθμό των 67.

Ο τρίτος δρόμος: Η σύγκρουση για τον έλεγχο των πολέμων

Ο πιο σοβαρός δρόμος σύγκρουσης, με άμεσο αντίκτυπο στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, είναι η κόντρα για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η ιστορία εδώ έχει βαθιές ρίζες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Μεξικό, οι ψηφοφόροι έδωσαν τον έλεγχο της Βουλής στους αντιπολιτευόμενους Ουίγους. Ένα από τα νέα πρόσωπα ήταν ένας νεαρός βουλευτής από το Ιλινόις ονόματι Αβραάμ Λίνκολν. Με επιμονή απαιτούσε από τον πρόεδρο να υποδείξει το ακριβές σημείο όπου είχε χυθεί αμερικανικό αίμα για να δικαιολογηθεί ο πόλεμος, με τους επικριτές του να τον ειρωνεύονται αποκαλώντας τον «Σποτάκια Λίνκολν» (Spotty Lincoln). Αν και η Βουλή καταδίκασε τον πόλεμο ως αχρείαστο το 1848, συνέχισε διστακτικά να χρηματοδοτεί τον στρατό.

Δεκαετίες αργότερα, ο Γούντροου Ουίλσον, έχοντας κερδίσει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ζήτησε από τους Αμερικανούς ένα δημοκρατικό Κογκρέσο για να υποστηρίξει τη διεθνή συνθήκη ειρήνης. Οι ψηφοφόροι τού έδωσαν ένα ρεπουμπλικανικό. Η Γερουσία απέρριψε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών δύο φορές. Η Αμερική τερμάτισε επίσημα τον πόλεμο με τη Γερμανία το 1921, με μια απλή υπογραφή στο εξοχικό ενός γερουσιαστή, αποδεικνύοντας πόσο μπορεί ένα εχθρικό Κογκρέσο να ακυρώσει τον ρόλο του προέδρου στο εξωτερικό.

Η πραγματική εξουσία του Κογκρέσου απέναντι στον πόλεμο, ωστόσο, βρίσκεται στο πορτοφόλι του. Το 1973, το Κογκρέσο έκοψε τα κονδύλια για τους βομβαρδισμούς στην Καμπότζη και κατάφερε να παρακάμψει το προεδρικό βέτο για να ψηφίσει τον εμβληματικό Νόμο περί Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Resolution). Αντίθετα, το 2006, όταν οι Δημοκρατικοί κέρδισαν και τα δύο σώματα με τα στρατεύματα εγκλωβισμένα στο Ιράκ, η προσπάθειά τους να επιβάλουν χρονοδιάγραμμα αποχώρησης έπεσε πάνω στο βέτο του Τζορτζ Μπους. Η χρηματοδότηση τελικά συνεχίστηκε.

Η ιστορία του Ντόναλντ Τραμπ που επαναλαμβάνεται

Αυτό μας φέρνει στον πρόεδρο που υποσχεθήκαμε να θυμηθούμε: τον Ντόναλντ Τραμπ. Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι χάνει τώρα τον έλεγχο, αλλά ότι από το 2018 μέχρι το 2020 βάδισε ταχύτατα και στα τρία αυτά μονοπάτια σύγκρουσης.

Όταν οι Δημοκρατικοί κέρδισαν τη Βουλή τον Νοέμβριο του 2018, η κυβέρνηση οδηγήθηκε σε «shutdown» 35 ημερών – το μεγαλύτερο στην ιστορία – λόγω διαφωνίας για τη χρηματοδότηση του τείχους στα σύνορα, αφήνοντας 800.000 υπαλλήλους απλήρωτους. Ο Τραμπ χρησιμοποίησε το πρώτο του βέτο, διασχίζοντας τον πρώτο δρόμο. Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, άσκησε βέτο στην προσπάθεια του Κογκρέσου να τερματίσει την αμερικανική εμπλοκή στον πόλεμο της Υεμένης (ο τρίτος δρόμος). Τον Δεκέμβριο του 2019, η Βουλή τον παρέπεμψε επισήμως, ολοκληρώνοντας το παζλ με τον δεύτερο δρόμο. Μέσα στο 2019, άσκησε συνολικά έξι βέτο και κανένα δεν καταρρίφθηκε, ενώ το 2020 απέκρουσε άλλη μια προσπάθεια περιορισμού των στρατιωτικών δράσεων εναντίον του Ιράν.

Τι φέρνει η επόμενη μέρα και το μέλλον του προέδρου

Η φετινή χρονιά έφερε το δικό της τεστ: τη σφοδρή σύγκρουση με το Ιράν, που ξεκίνησε με αμερικανικά πλήγματα τον Φεβρουάριο του 2026. Τον περασμένο Ιούνιο, τα δύο σώματα είχαν ψηφίσει συμβολικά την επιστροφή των στρατευμάτων, μια κίνηση που δεν έφτασε ποτέ στο οβάλ γραφείο. Πλέον, το σκηνικό αλλάζει.

Τον ερχόμενο Ιανουάριο, το νέο Κογκρέσο, πιθανότατα υπό την ηγεσία του Χακίμ Τζέφρις, θα έχει απτά όπλα. Η διαπίστωση του αντιπροέδρου ήταν κυνικά ειλικρινής: «Ο λόγος που χάσαμε, είναι ο πόλεμος». Ο Τραμπ από την πλευρά του ξεκαθάρισε: «Δεν θέλω απλώς να κάθομαι εκεί για δύο χρόνια ρίχνοντας βέτο στα πάντα».

Αν η ιστορία διδάσκει κάτι, είναι ότι πρέπει να προσέξουμε τρία πράγματα το επόμενο διάστημα: τον πόλεμο φθοράς με τα βέτο, την ένταση των νέων εξεταστικών επιτροπών και τις κρίσιμες ψηφοφορίες για τη χρηματοδότηση του μετώπου στο Ιράν.

Θυμηθείτε τον γερουσιαστή που ζήτησε την παραίτηση του Τρούμαν. Ο πρόεδρος αγνόησε τις πιέσεις, σήκωσε το γάντι του θεσμικού πολέμου και δύο χρόνια μετά δικαιώθηκε θριαμβευτικά στις κάλπες. Στην σκληρή σκακιέρα της Ουάσιγκτον, η απώλεια του Κογκρέσου σπάνια αποτελεί τον πολιτικό επιτάφιο ενός προέδρου. Συνηθέστερα, είναι απλώς η αφετηρία μιας νέας, ακόμη πιο αδυσώπητης μάχης.