Πώς η Τουρκία απειλεί τη Δύση – Η ηγεμονία, η Μεσόγειος και η αμερικανική τύφλωση
Μια βαθιά γεωπολιτική ανάλυση αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της πολιτικής του Ερντογάν, την απειλή για την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς και τον ρόλο του Ισραήλ ως αναχώματος.
Η διεθνής γεωπολιτική σκακιέρα βιώνει μια περίοδο τεκτονικών αλλαγών, με τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο να βρίσκονται στο επίκεντρο μιας εξαιρετικά επικίνδυνης δίνης. Ενώ τα τελευταία χρόνια οι δυτικές δυνάμεις εστίασαν στην προσπάθεια να υπονομεύσουν την ικανότητα του Ιράν να επιβάλει την ηγεμονία του στη Μέση Ανατολή, αναδύεται πλέον μια εξίσου, αν όχι περισσότερο, απειλητική δυναμική. Η Τουρκία επιχειρεί, με μια διαφορετική αλλά απόλυτα μεθοδική στρατηγική, να κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή. Αυτή η προσπάθεια δεν είναι απλώς ένα διπλωματικό παιχνίδι ελιγμών, αλλά μια ριζωμένη εθνική στρατηγική που αντλεί δύναμη από τις εσωτερικές ανακατατάξεις της χώρας και εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη γεωπολιτική αφέλεια του δυτικού κόσμου. Για όσους παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, η κατανόηση αυτού του φαινομένου αποτελεί το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση των μελλοντικών κρίσεων.
Η εσωτερική κοινωνική ρήξη και η άνοδος του Ερντογάν
Για να αντιληφθεί κανείς την επιθετικότητα της σημερινής Τουρκίας, πρέπει να εμβαθύνει στην εσωτερική της δομή. Ιστορικά, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ πέτυχε κάτι εντυπωσιακό: τον εκσυγχρονισμό και το πολιτισμικό άνοιγμα περίπου του 30% της τουρκικής κοινωνίας. Αυτό το τμήμα του πληθυσμού, με το οποίο ο δυτικός κόσμος μπορεί να επικοινωνήσει και να βρει κοινό έδαφος, αποτέλεσε επί δεκαετίες τη ραχοκοκαλιά της κρατικής μηχανής. Ωστόσο, υπάρχει μια θεμελιώδης πραγματικότητα: οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις δεν άγγιξαν ποτέ το υπόλοιπο 60% με 70% των Τούρκων. Σε αυτή ακριβώς την τεράστια μάζα, βαθιά ριζωμένη στην Ανατολία, πάτησε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να χτίσει την κυριαρχία του. Και δεν έμεινε εκεί. Προχώρησε στη δημιουργία μιας εναλλακτικής μεσαίας τάξης, πλήρως ευθυγραμμισμένης με την ισλαμική και αναθεωρητική του προσέγγιση. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο κράτος, το οποίο χρησιμοποιεί τις τεχνοκρατικές ικανότητες του 30% για να εξυπηρετήσει τα ηγεμονικά οράματα του 70%, προκαλώντας ανοιχτά κάθε πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή.

Η αμερικανική παρανόηση από τον Ομπάμα έως τον Τραμπ
Απέναντι σε αυτή τη διευρυνόμενη απειλή, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών χαρακτηρίζεται από μια ιστορική αδυναμία κατανόησης των πραγματικών δυναμικών. Παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, τόσο ο Μπαράκ Ομπάμα όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ μοιράζονται μια κοινή, επικίνδυνη φαντασίωση: την πεποίθηση ότι η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει ως το θετικό, μετριοπαθές στοιχείο του ισλαμικού κόσμου. Ο Ομπάμα παρερμήνευσε πλήρως τις προθέσεις της Άγκυρας, ενώ ο Τραμπ διατηρεί μια προσέγγιση που δείχνει βαθιά άγνοια για το τι πραγματικά εκτυλίσσεται στο πεδίο. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αποδεικνύεται ανίκανη να αποκωδικοποιήσει τη φύση του μεσανατολικού ριζοσπαστισμού. Αυτή η αμερικανική τύφλωση προσφέρει στην Τουρκία –και κατά περιπτώσεις στο Ιράν– τον απαραίτητο ζωτικό χώρο για να επιβάλλουν τις ατζέντες τους, βασιζόμενοι στο γεγονός ότι η Ουάσιγκτον κάνει σταθερά λανθασμένες στρατηγικές επιλογές.
Ο γεωπολιτικός πόλεμος για την Ανατολική Μεσόγειο
Το πιο άμεσο και κρίσιμο πεδίο σύγκρουσης, με ευθεία αντανάκλαση στα ελληνικά συμφέροντα, είναι η Ανατολική Μεσόγειος. Η στοχοθεσία των Τούρκων είναι ξεκάθαρη: επιδιώκουν την απόλυτη κυριαρχία και τον έλεγχο των οικονομικών υδάτων της περιοχής, επιχειρώντας να ακυρώσουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και να υπονομεύσουν τα συμφέροντα της Αιγύπτου και του Ισραήλ. Ως απάντηση σε αυτή την επιθετικότητα, έχει διαμορφωθεί μια αντικειμενική συμμαχία συνεργασίας μεταξύ Ισραήλ, Αιγύπτου, Κύπρου και Ελλάδας. Εντούτοις, η εξίσωση δεν είναι απλή. Η Αίγυπτος, αν και πολύτιμος εταίρος, αντιμετωπίζει τεράστιους εσωτερικούς περιορισμούς. Η αδυναμία του Καΐρου να αντιδράσει δυναμικά ακόμα και όταν οι αντάρτες Χούθι στραγγαλίζουν οικονομικά τη Διώρυγα του Σουέζ, δείχνει ότι η εσωτερική κοινή γνώμη συχνά δένει τα χέρια της αιγυπτιακής ηγεσίας σε κρίσιμες αποφάσεις.

Η μάχη για τους δρόμους εμπορίου, ενέργειας και δεδομένων
Η γεωπολιτική σύγκρουση, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στη θάλασσα, αλλά επεκτείνεται στους παγκόσμιους δρόμους εμπορίου. Σχεδιάζεται μια στρατηγική διαδρομή που θα ενώνει την Ινδία με την Ευρώπη, περνώντας μέσα από τα Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ. Η Τουρκία επιχειρεί να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο αυτής της ροής, προκρίνοντας μια διαδρομή που θα παρακάμπτει το Ισραήλ και θα περνά μέσα από τα δικά της εδάφη ή τη Συρία. Η μάχη αυτή δεν αφορά μόνο τα αγαθά και τους ενεργειακούς πόρους από τον Καύκασο και τον Περσικό Κόλπο, αλλά αφορά την πληροφορία. Στη σύγχρονη εποχή, το στοίχημα είναι τα δίκτυα δεδομένων (cyber). Θα περάσουν αυτές οι υποδομές αιχμής από το Ισραήλ ή θα ελεγχθούν από τον άξονα Τουρκίας-Συρίας; Πρόκειται για ένα κλασικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Ό,τι ευνοεί την Τουρκία, αποτελεί άμεσο κίνδυνο για τους αντιπάλους της και δεν αφήνει περιθώρια για διπλωματικούς συμβιβασμούς.
Το συριακό μέτωπο και η εμμονή με το Ισραήλ
Σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, η δραστηριότητα της Άγκυρας στη Συρία αναδεικνύεται σε κορυφαία απειλή. Εάν η Τουρκία καταφέρει να κυριαρχήσει στο συριακό έδαφος, θα αποκτήσει τη δυνατότητα να απειλήσει έμμεσα το Ισραήλ, επιδιώκοντας τη στρατηγική του αποδυνάμωση. Το βαθύ μίσος της Τουρκίας και του Ιράν απέναντι στο Ισραήλ δεν εδράζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά ή βαθιά αντισημιτικά κίνητρα, αλλά είναι πρωτίστως γεωστρατηγικό. Το Ισραήλ αποτελεί μακράν την ισχυρότερη δύναμη στη Μέση Ανατολή –στρατιωτικά, τεχνολογικά και οικονομικά– και είναι το μοναδικό κράτος με την ικανότητα και την αποφασιστικότητα να ανακόψει τα ηγεμονικά τους σχέδια. Έτσι, το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως έναν ξεκάθαρο εχθρό σε πολλαπλά μέτωπα: στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Γάζα, στη Συρία, ακόμα και μέσα στην Ιερουσαλήμ, όπου η Άγκυρα επιχειρεί συστηματικά να ριζοσπαστικοποιήσει τους τοπικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς.
Ο ευρωπαϊκός στρουθοκαμηλισμός και η απειλή στη Γερμανία
Αν το πρόβλημα παρέμενε στα σύνορα της Μέσης Ανατολής, η κατάσταση θα ήταν απλώς δύσκολη. Το ανησυχητικό είναι ότι η τουρκική απειλή έχει διεισδύσει βαθιά στην Ευρώπη. Η γηραιά ήπειρος μοιάζει να έχει αναγάγει την υποτίμηση των κινδύνων σε “ειδικότητα”. Ενώ κάποτε οι Ευρωπαίοι κυριαρχούσαν, σήμερα ειδικεύονται στο να τρέφουν αυταπάτες. Το παράδειγμα της Γερμανίας είναι αποκαλυπτικό. Τα εκατομμύρια των Τούρκων μεταναστών της δεκαετίας του ’70 είχαν ενσωματωθεί σε έναν ικανοποιητικό βαθμό και δεν αποτελούσαν ριζοσπαστική απειλή. Σήμερα, όμως, το ποσοστό των Τούρκων στη Γερμανία που ψηφίζουν τον Ερντογάν είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό εντός της ίδιας της Τουρκίας. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια μεγάλη κοινότητα στην καρδιά της Ευρώπης που έχει ήδη εν μέρει ριζοσπαστικοποιηθεί. Οι Ευρωπαίοι άργησαν δραματικά να ξυπνήσουν με τη Ρωσία και την Ουκρανία, και φαίνεται να κάνουν το ίδιο ακριβώς λάθος με την Τουρκία, αδυνατώντας να δουν τον εσωτερικό κίνδυνο.

Η εργαλειοποίηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας
Το μακρύ χέρι της τουρκικής επιρροής φτάνει παντού, από τα βάθη της Αφρικής και τη Σομαλία μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα. Το ισχυρότερο όπλο της, ωστόσο, είναι η ιδεολογική ταύτιση και υποστήριξη προς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Είναι οξύμωρο και άκρως επικίνδυνο: μια μη αραβική χώρα, μέλος του ΝΑΤΟ, στηρίζει ενεργά την ιδεολογία που ευθύνεται για τη διαχρονική υπανάπτυξη και την πολιτική καθυστέρηση του αραβικού κόσμου. Ενώ ο δυτικός Τύπος και η αμερικανική διπλωματία, σε ένα ρεσιτάλ ιστορικής αφέλειας, πίστεψαν κάποτε ότι ομάδες σαν την Αδελφότητα ήταν φορείς δημοκρατίας, η αλήθεια είναι ότι ο απώτερος σκοπός τους παραμένει η ίδρυση ενός νέου χαλιφάτου. Ο Ερντογάν απέδειξε πόσο ικανός είναι στην πολιτική εξαπάτηση, όταν στις αρχές του 21ου αιώνα έπεισε τη Δύση ότι αποτελεί έναν μετριοπαθές μοντέλο ηγέτη.
Η πραγματικότητα στη σύγχρονη Μέση Ανατολή είναι σκληρή: οι επιλογές σπάνια κινούνται ανάμεσα στο καλό και το κακό. Τις περισσότερες φορές, η διεθνής διπλωματία καλείται να επιλέξει ανάμεσα στο αποκρουστικό και το απόλυτα καταστροφικό. Η Τουρκία και το Ιράν αντιπροσωπεύουν σήμερα τους υπέρτατους κινδύνους για την περιφερειακή σταθερότητα. Και όσο ο αραβικός κόσμος φτάνει στα όρια των δικών του δυνατοτήτων αντίδρασης, το βάρος της ανάσχεσης πέφτει αναπόφευκτα στο Ισραήλ και στις στοχευμένες περιφερειακές συμμαχίες. Εμπρός σε αυτή την αναθεωρητική λαίλαπα, η ψευδαίσθηση του κατευνασμού αποτελεί πολυτέλεια που η Δύση δεν αντέχει πλέον να πληρώνει.

