Ο ρωσικός εκβιασμός στις ευρωπαϊκές πολυεθνικές και το γεωπολιτικό παιχνίδι του Κρεμλίνου
Πώς η Μόσχα εργαλειοποιεί εταιρείες όπως η Nestle και η Auchan, οι πραγματικές στοχεύσεις του Πούτιν και ο ρόλος των δυτικών κυρώσεων στην ευρωπαϊκή σκακιέρα.
«Ας φοβούνται». Αυτές ήταν οι δυσοίωνες, σχεδόν απειλητικές λέξεις που χρησιμοποίησε πηγή του Κρεμλίνου μιλώντας στο Reuters, απευθυνόμενη στις ευρωπαϊκές εταιρείες που εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στη Ρωσία. Αρκετά χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η παραμονή δυτικών επιχειρήσεων στη ρωσική αγορά προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Ωστόσο, είναι μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Ενώ πολλά ηχηρά ονόματα και κολοσσοί έχουν αποχωρήσει, διαγράφοντας τεράστιες ζημιές, πασίγνωστα brands όπως η ελβετική Nestle, η γερμανική αλυσίδα χονδρικής Metro και η γαλλική Auchan συνεχίζουν να λειτουργούν.
Πλέον, όμως, οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες επί ρωσικού εδάφους γίνονται εξαιρετικά περίπλοκες, καθώς η Ρωσία προχώρησε ουσιαστικά στην ανάληψη του ελέγχου τους. Τεχνικά, τα περιουσιακά τους στοιχεία έχουν τεθεί υπό καθεστώς «προσωρινής διαχείρισης». Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων χάνουν κάθε ικανότητα διοίκησης των ρωσικών θυγατρικών τους. Το Κρεμλίνο διατείνεται ότι πρόκειται για αντίποινα απέναντι στην αυξανόμενη εμπλοκή των αποκαλούμενων «μη φιλικών χωρών» σε άμεσες εχθροπραξίες, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω σκληρά μέτρα.
Η εργαλειοποίηση των επιχειρήσεων ως όπλο διχασμού
Οι τελευταίες κινήσεις της Μόσχας δεν προκαλούν έκπληξη στους βαθύτερους γνώστες της ρωσικής πολιτικής. Όπως αναλύουν κορυφαίοι Αμερικανοί ειδικοί, οι ρωσικές αρχές χρησιμοποιούν σταθερά τέτοιου είδους καταναγκαστικά εργαλεία για να προκαλέσουν ρήγματα. Ο κύριος στόχος είναι διπλός: από τη μία πλευρά να διχάσουν τη διατλαντική συμμαχία και από την άλλη να σπείρουν τη διχόνοια στο εσωτερικό της ίδιας της Ευρώπης. Η πίεση προς τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είναι απλώς ένα ακόμη «όπλο» στο ευρύτερο οπλοστάσιο που επιστρατεύει σήμερα η ηγεσία της Μόσχας.

Η ρωσική πλευρά υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες εξακολουθούν να κατέχουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, παρά την απώλεια του επιχειρησιακού ελέγχου. Ωστόσο, αυτή η διάκριση στερείται ουσιαστικού νοήματος. Είναι κρίσιμο να γίνει κατανοητό ότι το κράτος δικαίου δεν λειτουργεί με κανέναν ουσιαστικό ή δυτικό τρόπο στη σημερινή Ρωσία. Μπορεί η τρέχουσα διοίκηση να μην προχώρησε σε επίσημη μεταβίβαση ιδιοκτησίας, όμως ο ίδιος ακριβώς μηχανισμός είχε προηγηθεί και των αναγκαστικών μεταβιβάσεων των επιχειρήσεων της Danone και της Carlsberg στη Ρωσία πριν από μερικά χρόνια. Επομένως, η «σπάθη του Δαμοκλή» κρέμεται ήδη πάνω από τις εναπομείνασες ευρωπαϊκές εταιρείες.
Γιατί παραμένουν οι δυτικές εταιρείες στη Μόσχα
Πολλοί θεωρούσαν δεδομένο ότι οι δυτικές κυρώσεις είχαν αναγκάσει τις ευρωπαϊκές εταιρείες να εγκαταλείψουν τη Ρωσία πολύ καιρό πριν. Γιατί, λοιπόν, επιχειρήσεις όπως η Metro, η Nestle και η Auchan βρίσκονται ακόμα εκεί; Η απάντηση είναι σύνθετη. Πολλές από τις αλυσίδες λιανικής που έχουν στοχοποιηθεί, παραμένουν κυρίως επειδή είναι από τις λίγες που απέμειναν και αποτελούν εξαιρετικά ορατούς και εύκολους στόχους.
Αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον είναι ότι οι στόχοι της ρωσικής κυβέρνησης είναι σχεδόν αποκλειστικά ευρωπαϊκοί. Σύμφωνα με στοιχεία αναλυτών και του Εμπορικού Επιμελητηρίου των ΗΠΑ, υπάρχουν περίπου 300 αμερικανικές εταιρείες που συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στη Ρωσία. Εντούτοις, δεν έχουν στοχοποιηθεί με τον ίδιο επιθετικό τρόπο. Αυτή η διαφοροποίηση δεν είναι τυχαία. Η σκληρή προσέγγιση προς τις ευρωπαϊκές εταιρείες συνέπεσε χρονικά με την πρόσφατη ανανέωση των κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στέλνοντας ένα σαφές, εκβιαστικό μήνυμα στις Βρυξέλλες, χωρίς να ανοίγει ταυτόχρονα -σε αυτή τη φάση- μέτωπο με τις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Εταιρείες-όμηροι στο γεωπολιτικό σκάκι του Πούτιν
Στο παρελθόν, εταιρείες με πιο κομβική σημασία στον ενεργειακό, βιομηχανικό ή τραπεζικό τομέα είδαν τα περιουσιακά τους στοιχεία να δεσμεύονται σχεδόν αμέσως με την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Εταιρείες όπως η Danone και η Carlsberg εξαναγκάστηκαν σε αποχώρηση. Όμως, εταιρείες λιανικής, σούπερ μάρκετ και καταναλωτικών αγαθών δεν αποτελούν κατασκευαστές όπλων ή στρατηγικά στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία. Ποια είναι, λοιπόν, η αξία τους για το Κρεμλίνο;

Η απάντηση κρύβεται στη στρατηγική της «ομηρίας». Ουσιαστικά, ορισμένες από αυτές τις ευρωπαϊκές θυγατρικές αντιμετωπίζονται ως διαπραγματευτικά χαρτιά. Η Ρωσία εφαρμόζει συχνά αυτή τη στρατηγική, ακόμη και με ανθρώπους — όπως είδαμε με δημοσιογράφους που συλλαμβάνονται για να ανταλλαγούν με Ρώσους κρατούμενους στην Ευρώπη και αλλού. Δεδομένου ότι η Ευρώπη έχει «παγώσει» σημαντικά ρωσικά περιουσιακά στοιχεία και διεξάγει συζητήσεις για την οριστική κατάσχεσή τους προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, η ανάληψη ελέγχου ευρωπαϊκών εταιρειών λειτουργεί ως ένα προληπτικό αντίβαρο εκβιασμού στα χέρια της Μόσχας.
Η ρωσική πολεμική οικονομία και η απελπισία
Το Κρεμλίνο, δια στόματος του εκπροσώπου του, Ντμίτρι Πεσκόφ, επιχειρεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, υποστηρίζοντας ότι τα διατάγματα δεν αποσκοπούν στην αλλαγή ιδιοκτησίας, αλλά στην εισαγωγή «εξωτερικής διαχείρισης». Παράλληλα, παραδέχεται κυνικά ότι η σύνδεση αυτών των εταιρειών με «μη φιλικές χώρες» (βλέπε Ευρωπαϊκή Ένωση) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση.

Φυσικά, οι δημόσιες τοποθετήσεις της ρωσικής ηγεσίας πρέπει πάντα να φιλτράρονται προσεκτικά. Η επιβολή τέτοιων βαρύτατων συνεπειών στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης από μια ρωσική πλευρά που αισθάνεται να συμπιέζεται όλο και περισσότερο οικονομικά. Η Ρωσία διαθέτει πλέον μια πολεμική οικονομία, η οποία, παρά τις όποιες αντοχές επιδεικνύει, δοκιμάζεται σκληρά σε πολλά επίπεδα. Συνεπώς, αυτού του είδους η επιθετικότητα μπορεί να ερμηνευθεί και ως αντανάκλαση μιας βαθύτερης συστημικής απελπισίας, στην προσπάθειά της να διατηρήσει ζωντανή την πολεμική της μηχανή.
Το ηθικό και επιχειρηματικό δίλημμα της παραμονής
Αντιμετωπίζοντας αυτό το περιβάλλον ακραίου ρίσκου, αναδύεται το ερώτημα: γιατί οι εταιρείες αυτές επέλεξαν να μείνουν εξαρχής; Είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς τα ακριβή κίνητρα των διοικήσεων. Κάποιοι πιθανότατα παρέμειναν με την ελπίδα να συνεχίσουν να βγάζουν κέρδη από μια τεράστια αγορά. Κυκλοφορούν, μάλιστα, φήμες —τις οποίες επικαλούνται ρωσικές εταιρικές πηγές— ότι ορισμένες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις περιόριζαν σκόπιμα την ανάπτυξή τους εντός της Ρωσίας για να βλάψουν τη ρωσική οικονομία, κάτι που ωστόσο φαντάζει ως προσπάθεια εκ των υστέρων δικαιολόγησης και «τρισδιάστατο σκάκι» που σπάνια ανταποκρίνεται στη στυγνή εταιρική λογική.
Αυτό που έχει σημασία, είναι το πώς η ρωσική συμπεριφορά εντάσσεται στην ευρύτερη εικόνα ενός αυταρχικού συστήματος. Σε μια χώρα όπου δεν υπάρχει ελεύθερος Τύπος, πολιτική αντιπολίτευση ή κοινωνία των πολιτών που να μπορεί να λειτουργήσει στοιχειωδώς ως θεσμικό αντίβαρο, το Κρεμλίνο λειτουργεί εντελώς ανεξέλεγκτα. Η ηγεσία της Ρωσίας διεξάγει πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας και έναν σκιώδη, υβριδικό πόλεμο εναντίον της Ευρώπης. Σε αυτό το πλαίσιο, η αυθαιρεσία απέναντι στις ξένες επιχειρήσεις δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν.
Για τις δυτικές εταιρείες που παραμένουν εγκλωβισμένες —είτε από επιλογή είτε από αδυναμία αποχώρησης— το δίλημμα είναι πλέον υπαρξιακό. Δεν έχουν απλώς να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα απώλειας των επενδύσεών τους, αλλά καλούνται να απαντήσουν σε ένα βαρύ ηθικό ερώτημα. Εάν δεν το έχουν κάνει ήδη, θα πρέπει να σκεφτούν σοβαρά εάν η συμμετοχή τους στην πολεμική οικονομία της Ρωσίας, η οποία τροφοδοτεί εμμέσως την αιματοχυσία, είναι πραγματικά η θέση στην οποία επιθυμούν να βρίσκονται. Στο τέλος της ημέρας, η επιχειρηματική επιβίωση σε ένα κράτος που καταπατά θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς δικαίου αποδεικνύεται όχι μόνο ζημιογόνα, αλλά και επικίνδυνα τοξική.
