Η κατάρρευση των αμερικανικών ομολόγων και ο πόλεμος οδηγούν μαθηματικά στην απόλυτη παγκόσμια οικονομική κρίση
Η αλόγιστη κυβερνητική δαπάνη των ΗΠΑ σε πολλαπλά μέτωπα, από τη Μέση Ανατολή έως την κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, προκαλεί ένα άνευ προηγουμένου ντόμινο στις διεθνείς αγορές
Η κατάσταση στην αγορά ομολόγων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής επιδεινώνεται με ραγδαίους ρυθμούς, και πλέον οι βαθιές ρωγμές στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα εξαπλώνονται σαν ντόμινο σε ολόκληρο τον πλανήτη. Όπως είχαν προβλέψει αρκετοί ανεξάρτητοι αναλυτές το προηγούμενο διάστημα, ο κόσμος έχει πλέον εγκλωβιστεί σε έναν ατέρμονο και άκρως καταστροφικό κύκλο κρατικών δαπανών που δεν έχει προηγούμενο στη σύγχρονη ιστορία.
Είναι πρακτικά και οικονομικά αδύνατο για οποιαδήποτε υπερδύναμη να διεξάγει ταυτόχρονα έναν ανελέητο παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο, έναν σκληρό πόλεμο για την απόλυτη κυριαρχία στα μικροτσίπ, μια ιλιγγιώδη τεχνολογική κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη (AI) και, ταυτόχρονα, μια ανοιχτή, θερμή στρατιωτική σύγκρουση σε νευραλγικά γεωπολιτικά σημεία. Όλα αυτά απαιτούν αστρονομικά ποσά τα οποία δεν υπάρχουν στα κρατικά ταμεία.
Οι μεγάλες οικονομίες της ομάδας των G7 υφίστανται αυτή τη στιγμή το ισχυρότερο πλήγμα. Ο πληθωρισμός τις καταβροχθίζει κυριολεκτικά ζωντανές, τα χρέη συσσωρεύονται, και η κρατική σπατάλη δεν λέει να σταματήσει, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τις διεθνείς αγορές.
Τα δύο επικίνδυνα μονοπάτια και το αδιέξοδο των κεντρικών τραπεζών
Γινόμαστε πλέον μάρτυρες μιας ιστορικής φυγής κεφαλαίων, καθώς οι επενδυτές ξεφορτώνονται μαζικά τα κρατικά ομόλογα σε πραγματικό χρόνο, μην έχοντας καμία απολύτως εμπιστοσύνη στις μελλοντικές αποδόσεις τους. Μόνο στα αμερικανικά ομόλογα, η κατάρρευση της ζήτησης έχει ωθήσει τις αποδόσεις σε υψηλό 20ετίας. Το ίδιο ακριβώς φαινόμενο, μάλιστα, εκτυλίσσεται ταυτόχρονα και στις αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ιαπωνίας.

Επειδή η παγκόσμια οικονομία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο φθηνό χρέος, οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων μάς ωθούν προς δύο εξαιρετικά επικίνδυνες κατευθύνσεις, καθεμία με ολέθριες συνέπειες. Το πρώτο μονοπάτι είναι η αθρόα εκτύπωση χρήματος. Οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να δημιουργούν χρήμα από το μηδέν για να αγοράσουν τα δικά τους κρατικά ομόλογα, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να καταστείλουν τεχνητά τις αποδόσεις.
Το δεύτερο μονοπάτι είναι η απότομη επιβράδυνση των κρατικών δαπανών. Οι κυβερνήσεις καλούνται να προβούν σε σκληρές και άμεσες δημοσιονομικές περικοπές για να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των αγορών. Αν δεν επιλεγεί κάποιο γρήγορα, το παγκόσμιο χρέος θα διογκωθεί σε μη διαχειρίσιμα επίπεδα. Παράλληλα, ο υψηλός πληθωρισμός ρουφάει τη ρευστότητα, συρρικνώνοντας επικίνδυνα τη δεξαμενή των αγοραστών.
Το όριο των 40 τρισεκατομμυρίων και η κατάρρευση της αξιοπιστίας
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πιαστεί σε μια θανάσιμη οικονομική παγίδα, χωρίς καμία καθαρή και ανώδυνη διέξοδο να διαφαίνεται στον ορίζοντα. Κάτι πρέπει να υποχωρήσει, και αυτό πρέπει να γίνει πάρα πολύ σύντομα. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και ο κ. Μπέσεντ προσπαθούν ακόμη να πείσουν το κοινό ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν ευθύνεται για αυτό το πρωτοφανές δημοσιονομικό χάος, ρίχνοντας συστηματικά το φταίξιμο στην οικονομική διαχείριση της προηγούμενης κυβέρνησης Μπάιντεν. Οι επίσημες δηλώσεις παρομοιάζουν την αμερικανική οικονομία με έναν ασθενή στα επείγοντα που χτυπήθηκε από φορτηγό, υποστηρίζοντας ότι τα πράγματα σταθεροποιούνται. Όμως η πραγματικότητα των παγκόσμιων αγορών διαψεύδει το αφήγημα.
Η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου μόλις άγγιξε το 5,3% για πρώτη φορά μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 – υπενθυμίζοντας σε όλους τις μέρες λίγο πριν καταρρεύσει ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα την τελευταία φορά. Είναι ένα ξεκάθαρο, ηχηρό μήνυμα ότι η αγορά δεν πιστεύει πλέον ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να περιορίσει τις δικές της σπατάλες. Η αξιοπιστία έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Το εθνικό χρέος των ΗΠΑ ετοιμάζεται να ξεπεράσει το δυσθεώρητο, ιστορικό ορόσημο των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ένα ψυχολογικό όριο που θα αναγκάσει κάθε θεσμικό επενδυτή να επανεξετάσει ριζικά την έκθεσή του.
Ο εφιάλτης της αναχρηματοδότησης και η ωρολογιακή βόμβα των τόκων
Ο μεγαλύτερος, ίσως, άμεσος κίνδυνος για το αμερικανικό και παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ένα τεράστιο, ταυτόχρονο σοκ αναχρηματοδότησης. Οι ΗΠΑ δανείστηκαν τεράστια ποσά τα προηγούμενα χρόνια, όταν οι αποδόσεις βρίσκονταν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα – συχνά κάτω από το 2% για τα μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα. Εκείνη την εποχή, η έκδοση μακροπρόθεσμου χρέους φάνταζε ως μια εξαιρετικά έξυπνη στρατηγική κίνηση.
Όμως, τα ψέματα τελείωσαν με τον πιο επώδυνο τρόπο. Τρισεκατομμύρια δολάρια παλαιού χρέους πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν ακριβώς τώρα, αλλά αυτή τη φορά οι όροι είναι δραματικά διαφορετικοί. Αυτό θα συμβεί με επιτόκια που αγγίζουν το 4,7% για το 10ετές ομόλογο και προσεγγίζουν το 5,3% για το 30ετές. Πρακτικά, το κόστος δανεισμού έχει σχεδόν τριπλασιαστεί.

Τα νούμερα είναι τρομακτικά: οι ετήσιες δαπάνες για τόκους επί του εθνικού χρέους άγγιξαν το 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια τους τελευταίους 12 μήνες, ποσό που ξεπερνά τις συνολικές ετήσιες δαπάνες των ΗΠΑ για την εθνική άμυνα. Οι ΗΠΑ κυριολεκτικά δανείζονται σήμερα νέα χρήματα απλώς και μόνο για να πληρώσουν τους τόκους σε αυτούς που τους δάνεισαν στο παρελθόν. Μέχρι το 2028, οι τόκοι θα αποτελούν το μεγαλύτερο κονδύλι ολόκληρου του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, ξεπερνώντας ακόμα και την κοινωνική ασφάλιση.
Ο πόλεμος στο Ιράν και το ενεργειακό σοκ στο Ορμούζ
Ο δανεισμός γεννά νέο δανεισμό, διότι η πορεία των κρατικών δαπανών δεν δείχνει κανένα απολύτως σημάδι σταθεροποίησης. Η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, που θέλει να επικρατήσει σε πολλαπλά, ανοιχτά μέτωπα ταυτόχρονα, κάνει το σύστημα να ραγίζει. Η τρέχουσα στρατιωτική σύγκρουση στο Ιράν κοστίζει στους Αμερικανούς τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο δολάρια κάθε μέρα. Οι ναύτες που υπηρετούν σε πολεμικά πλοία, όπως το αεροπλανοφόρο USS Lincoln στον Περσικό Κόλπο, περιγράφουν την κατάσταση ως μια ατελείωτη «πλωτή φυλακή».
Πρόκειται για μια ανοιχτή οικονομική αιμορραγία χωρίς καμία ορατή ημερομηνία λήξης. Τα πράγματα επιδεινώθηκαν ραγδαία όταν ο Τραμπ έδωσε εντολή να διακοπούν πλήρως οι διπλωματικές επαφές με την Τεχεράνη. Επιπλέον, προχώρησε στο πρωτοφανές βήμα να ανακηρύξει τα Στενά του Ορμούζ ως «νέο αμερικανικό έδαφος». Φυσικά, η πραγματικότητα στο πεδίο είναι τελείως διαφορετική, καθώς το Ιράν διατηρεί τον πλήρη αποκλεισμό των στενών. Ουσιαστικά κανένα εμπορικό πλοίο δεν διασχίζει τη στρατηγική αυτή αρτηρία. Η κρίση αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA) να εκτιμά ότι χάνονται καθημερινά 4 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, στερώντας το 4% της συνολικής παγκόσμιας προσφοράς.
Η σύγκρουση με την Κίνα και η ασφυκτική πίεση στους συμμάχους
Υπό κανονικές συνθήκες, μια μείωση της βιομηχανικής ζήτησης θα μπορούσε να εξισορροπήσει ένα τέτοιο τεράστιο σοκ στην προσφορά πετρελαίου. Στο σημερινό περιβάλλον, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Οι ΗΠΑ και η Κίνα παραμένουν βαθιά εμπλεκόμενες σε έναν ανελέητο, ολοκληρωτικό οικονομικό και τεχνολογικό πόλεμο. Απαιτούνται ασύλληπτες ποσότητες ενέργειας για να τροφοδοτηθούν οι νέες υποδομές και τα εργοστάσια ημιαγωγών. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη τρέχει να ανοικοδομήσει την αμυντική της βιομηχανία και το στρατιωτικο-βιομηχανικό της σύμπλεγμα (MIC) μετά από δεκαετίες υποεπένδυσης, κρατώντας τις ενεργειακές ανάγκες στα ύψη.

Εγκλωβισμένη σε αυτό το πολυμέτωπο ενεργειακό και γεωπολιτικό αδιέξοδο, η Ουάσιγκτον βλέπει τις επιλογές της να εξαντλούνται. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τις στρατιωτικές δαπάνες για νέες επιθέσεις, χωρίς να προκαλέσει ολοκληρωτική κατάρρευση στην αγορά ομολόγων. Η απελπισία είναι τόσο μεγάλη, που πλέον απαιτείται άμεση οικονομική και στρατιωτική συνδρομή από συμμάχους, όπως η Νότια Κορέα. Η Ουάσιγκτον υπενθυμίζει στη Σεούλ ότι ξοδεύει δισεκατομμύρια για τη συντήρηση 39.000 Αμερικανών στρατιωτών στην κορεατική χερσόνησο. Απλώς, οι ΗΠΑ δεν έχουν πια το περιθώριο να αυξήσουν τον δανεισμό τους χωρίς να προκαλέσουν ένα άμεσο και ανεξέλεγκτο ρίσκο.
Η φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης και ο ανταγωνισμός για ρευστότητα
Πέραν της γεωπολιτικής κρίσης, η παγκόσμια οικονομία δέχεται τεράστια πίεση από τον τεχνολογικό τομέα. Η κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη (AI) εξελίσσεται σε μια δυσθεώρητη φούσκα χρέους. Η JP Morgan υπολογίζει ότι οι τεχνολογικοί κολοσσοί θα χρειαστεί να ξοδέψουν σχεδόν 700 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στο έτος για να διατηρήσουν την ανάπτυξη των data centers. Το απίστευτο αυτό ποσό σημαίνει ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα βρεθεί σύντομα να ανταγωνίζεται ευθέως τις ισχυρότερες εταιρείες του πλανήτη, διεκδικώντας κεφάλαια από την ίδια, περιορισμένη δεξαμενή διεθνών επενδυτών.

Σε αυτή τη μάχη ρευστότητας, κανείς δεν βγαίνει αλώβητος. Το κόστος αυξάνεται εκθετικά με το πέρασμα του χρόνου. Ακόμη και χωρίς κινεζικά αντίποινα στα υλικά, αναμένεται τεράστιο σοκ στις τιμές. Τα μικροτσίπ μνήμης DRAM, που αντιπροσωπεύουν το 20% έως 30% του κόστους ενός data center, αναμένεται να τριπλασιαστούν σε τιμή (από 4 σε 12 δολάρια ανά gigabyte). Για να κρατήσουν το σύστημα όρθιο, βλέπουμε κινήσεις απόλυτης υπερβολής, όπως την Nvidia να εγγυάται η ίδια 100 δισεκατομμύρια από τον δικό της ισολογισμό για την κατασκευή υποδομών της OpenAI στο Οχάιο, δημιουργώντας έναν επικίνδυνο κύκλο κυκλικής χρηματοδότησης που η αγορά ομολόγων παρακολουθεί με τρόμο.
Η ώρα της κρίσης και το ντόμινο σε δολάριο και χρηματιστήρια
Όλη αυτή η αβεβαιότητα αντανακλάται ξεκάθαρα στο παγκόσμιο συναλλαγματικό και χρηματιστηριακό σύστημα. Σε διάστημα μόλις 30 ημερών, το αμερικανικό δολάριο έχει υποχωρήσει κατά σχεδόν 2%. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ανησυχητική πτώση για το νόμισμα που θεωρείται το παγκόσμιο αποθεματικό, μια εξέλιξη που κανονικά δεν θα δικαιολογούνταν σε περίοδο υψηλών επιτοκίων, όπου τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία θα έπρεπε να προσελκύουν διεθνή κεφάλαια. Ο συνδυασμός ραγδαία αυξανόμενων αποδόσεων στα ομόλογα με ένα διαρκώς αποδυναμωμένο δολάριο, δείχνει μια απόλυτη και καθολική απόρριψη της αμερικανικής δημοσιονομικής πολιτικής από τις αγορές. Αυτή η απόρριψη συμπαρασύρει και τις αγορές μετοχών, οι οποίες καταγράφουν σημαντικές απώλειες.
Ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones, ο ευρύτερος S&P που καταγράφει πτώσεις έως και 5%, αλλά και ο τεχνολογικός NASDAQ, δέχονται σφοδρό σφυροκόπημα. Ο τεχνολογικός κλάδος, όντας υπερβολικά εξαρτημένος από τον φθηνό δανεισμό, δεν μπορεί να αντέξει το ακριβό χρήμα. Όπως παραδέχονται κορυφαίοι παράγοντες της αγοράς, όπως ο επενδυτής Δρ. Μίλερ, ίσως τελικά να χρειαστεί μια πραγματική, βίαιη κατάρρευση της αγοράς ομολόγων προκειμένου να καταλάβουν οι πολιτικοί το μέγεθος του προβλήματος. Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι: είτε θα βυθιστεί σε μια οδυνηρή και παρατεταμένη ύφεση, είτε θα οδηγηθεί στο απόλυτο ξεχαρβάλωμα του νομίσματος μέσω της ακατάσχετης τύπωσης νέου χρήματος.

