Η τέλεια καταιγίδα της αμερικανικής οικονομίας: Ομόλογα, πετρέλαιο και η γεωπολιτική ικεσία στην Κίνα

Η εκτίναξη των αμερικανικών ομολόγων σε υψηλά εικοσαετίας, ο πόλεμος στο Ιράν που εκτοξεύει τα καύσιμα και η απεγνωσμένη στροφή της Ουάσιγκτον στο Πεκίνο για σανίδα σωτηρίας

Η τέλεια καταιγίδα της αμερικανικής οικονομίας: Ομόλογα, πετρέλαιο και η γεωπολιτική ικεσία στην Κίνα

Η κατάσταση στην αγορά ομολόγων των Ηνωμένων Πολιτειών κάθε άλλο παρά αισιόδοξη φαντάζει αυτή τη στιγμή. Οι πρόσφατες εξηγήσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ενώπιον του Κογκρέσου, θύμιζαν περισσότερο έναν αξιωματούχο που βρίσκεται σε θέση άμυνας παρά τον διαχειριστή της ισχυρότερης οικονομίας. Παρά τις μεγάλες υποσχέσεις για τη σταθερότητα του συστήματος, η πραγματικότητα που αποτυπώνεται στους αριθμούς δείχνει πως οι παρεμβάσεις απέτυχαν να φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

σχετικά άρθρα

Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου έσπασε το φράγμα του 5,04%, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Αυτό δεν αποτελεί απλώς έναν πονοκέφαλο για τους θεσμικούς επενδυτές που διατηρούν κρατικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους. Αποτελεί μια εξέλιξη που ραγίζει και καταστρέφει τα θεμέλια της πραγματικής οικονομίας, πολύ κάτω από την επιφάνεια των χρηματιστηριακών δεικτών. Το αφήγημα πως η αγορά χρέους των ΗΠΑ είναι η πιο βαθιά και ρευστή παγκοσμίως δεν αρκεί πλέον για να κρύψει τις δομικές αδυναμίες ενός συστήματος που βασίζεται στη συνεχή και ιλιγγιώδη έκδοση νέου χρέους.

Σκοτ Μπέσεντ

Το ρήγμα στην πραγματική οικονομία και η στεγαστική κρίση

Τα υψηλά επιτόκια δεν αργούν ποτέ να περάσουν στους πολίτες. Ήδη, το μέσο επιτόκιο για ένα 30ετές στεγαστικό δάνειο αγγίζει πλέον το 7,2%. Οι επίδοξοι αγοραστές ακινήτων πρόκειται να δεχθούν ένα ισχυρότατο χτύπημα από αυτές τις αυξήσεις, ενώ ταυτόχρονα, όσοι σκέφτονται να πουλήσουν τα ακίνητά τους βρίσκονται ουσιαστικά εγκλωβισμένοι. Το δίλημμα είναι αδυσώπητο: είτε θα καταγράψουν σημαντικές ζημιές στην τελική τιμή πώλησης, είτε θα αναγκαστούν να αναχρηματοδοτήσουν τα δάνειά τους με τιμωρητικά επιτόκια όταν λήξει ο χρόνος των υφιστάμενων ευνοϊκών ρυθμίσεων.

Αυτές είναι οι μοναδικές επιλογές που έχουν απομείνει για εκατομμύρια Αμερικανούς ιδιοκτήτες ακινήτων. Είναι ενδεικτικό το πώς οι αξιωματούχοι αποφεύγουν να απαντήσουν στο κεντρικό ερώτημα της οικονομικής επιδείνωσης. Όταν ερωτώνται γιατί τα επιτόκια ανεβαίνουν, παρότι το υπουργείο Οικονομικών προσπαθεί ενεργά να τα συμπιέσει, η απάντηση αναλώνεται στο ότι οι πρόσφατες δημοπρασίες χρέους ήταν θεωρητικά «επιτυχημένες». Ωστόσο, το να πλημμυρίζει η αγορά με ένα τσουνάμι νέων ομολόγων για να διατηρηθεί η οικονομία εν κινήσει, αφήνει ελάχιστα περιθώρια ελιγμών στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το πετρελαϊκό σοκ και ο πόλεμος στο Ιράν

Το πρόβλημα της αμερικανικής οικονομίας, ωστόσο, δεν εξαντλείται στα επιτόκια, καθώς το δημοσιονομικό κενό διογκώνεται. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ξοδεύει περισσότερα, την ώρα που εισπράττει λιγότερα φορολογικά έσοδα. Ολόκληρο το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ βασίστηκε στην έναρξη ενός εμπορικού πολέμου, προκειμένου να αυξηθούν τα κρατικά έσοδα μέσω των δασμών. Όμως, ο πόλεμος στο Ιράν ανέτρεψε πλήρως τους σχεδιασμούς, κάνοντας το πρόβλημα των εσόδων δραματικά χειρότερο.

Τα περιθώρια για μείωση των επιτοκίων είναι ελάχιστα, εκτός αν η οικονομία οδηγηθεί σε πλήρη κατάρρευση και δούμε πραγματική καταστροφή της ζήτησης σε καταναλωτές και βιομηχανίες. Αυτό το εφιαλτικό σενάριο συνδέεται άμεσα με τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου και την επιδεινούμενη κατάσταση στη Σαουδική Αραβία. Οι Σαουδάραβες έχουν ήδη ακυρώσει φορτία πετρελαίου προς τους μεγαλύτερους αγοραστές τους μετά τις πρόσφατες επιθέσεις με drones. Με το κλείσιμο του αγωγού Ανατολής-Δύσης, λιγότερο πετρέλαιο θα ρέει προς την Ευρώπη, δημιουργώντας συνθήκες ενεργειακής ασφυξίας.

Η παγκόσμια αγορά και το ράλι στα καύσιμα

Αν υπάρξει ένα παρατεταμένο κλείσιμο των ενεργειακών υποδομών, μιλάμε για την εξαφάνιση έως και 5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερήσιας προσφοράς από τις αγορές. Πρόκειται για ένα τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Αυτός είναι ο λόγος που το αργό τύπου Brent ξεπέρασε πρόσκαιρα τα 110 δολάρια το βαρέλι. Αν η κρίση βαθύνει, τα 120 δολάρια δεν αποτελούν πλέον απλή πρόβλεψη, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα.

Οι αυξανόμενες τιμές δεν αποτελούν μόνο πρόβλημα της Ευρώπης, αλλά και των ΗΠΑ, καθώς η αγορά πετρελαίου είναι παγκόσμια και λειτουργεί χωρίς σύνορα. Τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα εξαντλούνται ταχύτατα και η τακτική της απελευθέρωσής τους για τη συμπίεση των τιμών δεν αποδίδει πλέον. Μπορεί η αμερικανική εγχώρια παραγωγή να αυξηθεί κατά σχεδόν 400.000 βαρέλια ημερησίως έως τον Δεκέμβριο, όμως αυτό δεν επαρκεί με κανέναν τρόπο για να καλύψει ένα έλλειμμα από τη Μέση Ανατολή της τάξης του 1,5 εκατομμυρίου βαρελιών. Το ίδιο ισχύει και για τη Βενεζουέλα. Σε μια ελεύθερη αγορά, το αμερικανικό πετρέλαιο θα καταλήξει εκεί που οι αγοραστές (σε Ασία και Ευρώπη) πληρώνουν τα περισσότερα.

Ο φόβος της ύφεσης και οι πιέσεις

Αυτή ακριβώς η δυναμική είναι που κρατάει τις τιμές της ενέργειας στο εσωτερικό των ΗΠΑ σε διαρκή και ανελέητη άνοδο. Το ντίζελ έχει ξεπεράσει τα 6,27 δολάρια ανά γαλόνι σε εθνικό επίπεδο, μια αύξηση 80% από τις αρχές Ιανουαρίου. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες σε κάθε τομέα σπάνε υπό το βάρος αυτού του ακραίου κόστους. Είτε μεταφέρονται αυτοκίνητα, είτε γάλα, είτε κρέας, η μεταφορά από το σημείο Α στο σημείο Β έχει γίνει οικονομικός βραχνάς.

Ο πόλεμος στο Ιράν έχει δημιουργήσει έναν βαθιά ριζωμένο πληθωρισμό στο σύστημα. Οι αγορές προεξοφλούν ότι η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) θα προχωρήσει σε νέες αυξήσεις επιτοκίων. Ήδη οι μεγάλες τράπεζες προβλέπουν σύσφιξη έως και 75 μονάδων βάσης, ίσως και σε τρεις διαφορετικές δόσεις, μέχρι το τέλος του 2026. Ο πληθωρισμός ίσως καταπολεμηθεί έτσι, αλλά το ανθρώπινο κόστος θα είναι τεράστιο, καθώς εταιρείες δεν θα δανείζονται για να επεκταθούν και ο κόσμος θα πασχίζει να καλύψει τα βασικά. Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, αντιδρά έντονα, γνωρίζοντας ότι τα υψηλά επιτόκια θα καταστρέψουν το αγαπημένο του σχέδιο για την ανάπτυξη υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης (AI), η επιβράδυνση του οποίου θα αφαιρούσε άμεσα 2% από το ΑΕΠ της χώρας.

Το φάντασμα του 2008 και το παγκόσμιο ντόμινο

Το πρόβλημα των υψηλών αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων επεκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα της αμερικανικής οικονομίας. Επειδή το δολάριο είναι το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, όταν η Fed αυξάνει τα επιτόκια, οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες συνθλίβονται και αναγκάζονται να ακολουθήσουν. Οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της G7 θα πρέπει να αυξήσουν τα δικά τους επιτόκια για να μην δουν τα νομίσματά τους να καταρρέουν και τον εγχώριο πληθωρισμό τους να καλπάζει λόγω των ακριβών εισαγωγών.

Αυτό το φαινόμενο ήδη παρατηρείται, με το κόστος δανεισμού σε Γερμανία και Ιαπωνία να παίρνει την ανιούσα. Είναι αυτό το τελικό στάδιο πριν την ολική κατάρρευση; Το 2007 μας δίνει ένα τρομακτικό ιστορικό προηγούμενο. Τότε, η απόδοση του 10ετούς είχε φτάσει στο 5,26% και χρειάστηκαν 18 μήνες απόλυτου οικονομικού πόνου και κρατικών διασώσεων (bailouts) για να πέσουν τα επιτόκια στο 2%. Όταν το σύστημα απομοχλεύεται σε τέτοια κλίμακα, δεν υπάρχουν ασφαλή καταφύγια· τα πάντα, από την αγορά ακινήτων μέχρι τον χρυσό, παρασύρονται στο κενό. Η ανάκαμψη από τέτοια γεγονότα ποτέ δεν είναι γρήγορη, όπως απέδειξε η τετραετής πορεία του S&P για να ανακτήσει τις απώλειες του 2008.

Η ειρωνεία της αμερικανικής εξάρτησης από την Κίνα

Οι σημερινοί κίνδυνοι, μάλιστα, φαντάζουν μεγαλύτεροι από το 2008. Γι’ αυτό ακριβώς οι ΗΠΑ κάνουν πλέον μια θεαματική στροφή προς την Κίνα αναζητώντας βοήθεια, σε μια κίνηση ταυτόχρονα ειρωνική και αποκαλυπτική της αδυναμίας τους. Ποιος έσωσε άλλωστε την αμερικανική αγορά ομολόγων το 2008; Το Πεκίνο, αγοράζοντας αμερικανικό χρέος άνω των 300 δισ. δολαρίων την πιο κρίσιμη στιγμή. Σήμερα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να χρειάζεται και πάλι αυτή τη βοήθεια.

Ο Μπέσεντ μεταβαίνει στη Νέα Υόρκη για προκαταρκτικές συνομιλίες με τον Κινέζο ομόλογό του, προετοιμάζοντας το έδαφος πριν τη συνάντηση Τραμπ – Σι. Οι ΗΠΑ χρειάζονται την κινεζική υποστήριξη για να αποτρέψουν την πλήρη διάλυση της οικονομίας τους. Αν ένας εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας αναζωπυρωθεί τώρα, οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες θα διαλυθούν οριστικά εν μέσω πληθωριστικής κρίσης. Κι όμως, παρά την ανάγκη για συμβιβασμό, ο Μπέσεντ συνεχίζει να χλευάζει δημοσίως το κινεζικό μοντέλο κεντρικού σχεδιασμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη, δείχνοντας ότι οι ΗΠΑ δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη νέα γεωπολιτική ισορροπία.

Η μάχη της τεχνητής νοημοσύνης και το μειονέκτημα των ΗΠΑ

Η Κίνα προσέρχεται σε αυτές τις διαπραγματεύσεις από απόλυτη θέση ισχύος. Οι βιομηχανίες της δουλεύουν ακατάπαυστα, το εμπορικό της πλεόνασμα αυξήθηκε κατά 120 δισ. δολάρια μόνο τον Αύγουστο και τα αποθέματά της διογκώνονται. Παράλληλα, οι κινεζικές εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 28,2%, μετατρέποντας τη χώρα σε μια υπερδύναμη που καταναλώνει τεράστιους όγκους, ενώ παραμένει ο κορυφαίος εξαγωγέας.

Ο παραλογισμός έγκειται στο γεγονός ότι σχεδόν 30 δισ. δολάρια από το κινεζικό πλεόνασμα του Αυγούστου προήλθαν απευθείας από τις ΗΠΑ (μια αύξηση 44%). Τι αγόραζαν οι Αμερικανοί; Υλικά και ηλεκτρονικά εξαρτήματα, απολύτως απαραίτητα για την κατασκευή των υπερσύγχρονων data centers που υπόσχεται ο Τραμπ. Τα κινεζικά αγαθά ελέγχουν πλέον το μέλλον της αμερικανικής τεχνολογικής ανάπτυξης. Χωρίς αυτές τις εισαγωγές σε προσιτές τιμές, η κούρσα απέναντι στην Κίνα για το AI θα κοστίσει δυσβάσταχτα.

Η Ουάσιγκτον θα ζητήσει από το Πεκίνο να ρίξει τους δασμούς για τα αμερικανικά αγροτικά προϊόντα (όπως σιτάρι και σόγια) και το υγροποιημένο φυσικό αέριο, όμως έχει ελάχιστα διαπραγματευτικά χαρτιά να προσφέρει ως αντάλλαγμα. Το μεγαλύτερο όπλο που είχαν κάποτε οι ΗΠΑ –η ισχύς των κεφαλαιαγορών τους και η φθηνή χρηματοδότηση μέσω του δολαρίου– έχει πια αποδυναμωθεί. Σήμερα, η Κίνα δανείζεται με επιτόκιο μόλις 1,68%, την ώρα που οι ΗΠΑ πληρώνουν πάνω από 5%. Σε έναν πιθανό πόλεμο κρατικών δαπανών, το Πεκίνο διαθέτει πλέον ένα τεράστιο, δομικό πλεονέκτημα κόστους έναντι της Ουάσιγκτον, επιβεβαιώνοντας πως η αμερικανική κυριαρχία βρίσκεται, ίσως για πρώτη φορά, απέναντι σε ένα ανυπέρβλητο αδιέξοδο.