Η αμερικανική οικονομία στο χείλος του γκρεμού: Τα ομόλογα, το Ιράν και το ιαπωνικό ντόμινο

Αμερικανοί αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις παρεμβάσεις Μπέσεντ, την εκτόξευση του πληθωρισμού και το γεωπολιτικό αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή που απειλούν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η αμερικανική οικονομία στο χείλος του γκρεμού: Τα ομόλογα, το Ιράν και το ιαπωνικό ντόμινο

Η αμερικανική αγορά ομολόγων βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο πιο οριακό της σημείο, ένα σημείο καμπής που ουσιαστικά φέρνει ολόκληρη την οικονομία των ΗΠΑ στο χείλος ενός άνευ προηγουμένου γκρεμού. Βιώνουμε μια περίοδο όπου πολλαπλά, ακραία και συχνά αντιφατικά γεγονότα εξελίσσονται ταυτόχρονα, καταρρίπτοντας κάθε έννοια ορθολογικής οικονομικής ανάλυσης. Όπως επισημαίνουν κορυφαίοι Αμερικανοί αναλυτές, το σκηνικό που διαμορφώνεται στην Ουάσιγκτον και τη Wall Street δεν αποτελεί απλώς μια συνηθισμένη περίοδο μεταβλητότητας, αλλά μια συστημική κρίση που τροφοδοτείται από πολιτικές αποφάσεις, γεωπολιτικά ρίσκα και νομισματικά πειράματα υψηλού κινδύνου. Οι εξελίξεις αυτές, αν και αφορούν πρωτίστως τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα έχουν καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, εφόσον το οικοδόμημα καταρρεύσει.

σχετικά άρθρα

Η προεκλογική υπόσχεση των 5.000 δολαρίων και το σοκ του χρέους

Στο επίκεντρο αυτού του παραλόγου βρίσκεται η πρόσφατη πολιτική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ. Εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών, ο Αμερικανός πρόεδρος υπόσχεται πλέον άμεσες παροχές μετρητών στους πολίτες, υπό την προϋπόθεση ότι το κόμμα του θα κερδίσει τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Η υπόσχεση για ένα «μέρισμα» ύψους 5.000 δολαρίων σε κάθε ενήλικο πολίτη αποτελεί, σύμφωνα με τους αναλυτές, μια κίνηση εκτός κάθε οικονομικής λογικής. Αυτή η εξαγγελία ανατρέπει πλήρως τις βασικές αρχές της δημοσιονομικής ορθοδοξίας, προκαλώντας ερωτήματα για το αν η αμερικανική ηγεσία αντιλαμβάνεται τη ζημιά που προκαλεί στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Στον κόσμο του Donald Trump, οι ισχυροί παίρνουν ό,τι μπορούν

Μια τέτοια κίνηση δεν συνιστά απλώς μια πολιτική υπερβολή, αλλά έναν πραγματικό δημοσιονομικό σεισμό. Αν το σχέδιο αυτό υλοποιηθεί, θα διοχετεύσει στην πραγματική οικονομία περισσότερα χρήματα από ό,τι τα επιδόματα της πανδημίας το 2020. Το άμεσο κόστος για τα ομοσπονδιακά ταμεία υπολογίζεται σε τουλάχιστον 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Το νούμερο αυτό από μόνο του αρκεί για να προκαλέσει πανικό στους κατόχους αμερικανικού χρέους παγκοσμίως. Η βασική ερώτηση είναι από πού θα προέλθουν αυτά τα χρήματα. Η αύξηση της φορολογίας είναι πολιτικά ανέφικτη, ενώ η απευθείας εκτύπωση χρήματος θα κατέρρεε την αξία του δολαρίου σε λίγα δευτερόλεπτα. Το βάρος, επομένως, θα πέσει αναπόφευκτα στην αγορά ομολόγων.

Οι απεγνωσμένες κινήσεις Μπέσεντ και η ψευδαίσθηση σταθερότητας

Οι διεθνείς επενδυτές καλούνται να επωμιστούν το βάρος, την ώρα που ήδη αντιδρούν έντονα στα υφιστάμενα επίπεδα προσφοράς αμερικανικού χρέους. Είναι ενδεικτικό ότι το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ αναγκάστηκε να παρέμβει στις αγορές, επαναγοράζοντας δικό του χρέος. Μέσα σε μία μόλις εβδομάδα, το αμερικανικό Δημόσιο αγόρασε πίσω ομόλογα αξίας περίπου 18 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, στόχευσε συγκεκριμένα στα μακροπρόθεσμα ομόλογα, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει την ανεξέλεγκτη άνοδο των αποδόσεων στη μακρά λήξη της καμπύλης (10, 20 και 30 ετών).

Μπέσεντ: Το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ θα προστατεύει τα πλοία στο Χορμούζ, όταν αυτό είναι εφικτό | ΣΚΑΪ

Ο Μπέσεντ γνωρίζει πως αν οι αποδόσεις αυτών των τίτλων εκραγούν, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές για οτιδήποτε συνδέεται με αυτές. Παράλληλα, το εθνικό χρέος αγγίζει πλέον το αστρονομικό ποσό των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με το ετήσιο έλλειμμα να τρέχει με ρυθμό 1,8 τρισεκατομμυρίων. Υπό αυτό το πρίσμα, η επαναγορά των 18 δισ. είναι απλώς συμβολική. Ο Μπέσεντ ανταλλάσσει τη βραχυπρόθεσμη σταθερότητα της αγοράς ομολόγων με υψηλότερο πληθωρισμό, αφήνοντας το δολάριο να υποτιμηθεί. Προσπαθεί να επιβάλει τη δική του αφήγηση –ένα είδος οικονομικού gaslighting– υποστηρίζοντας ότι η αγορά είναι υγιής, την ώρα που οι τιμές των ομολόγων καταρρέουν σε πραγματικό χρόνο.

Ο κίνδυνος του 5% και οι συνέπειες για την τεχνητή νοημοσύνη

Οι αγορές, ωστόσο, δεν ξεγελιούνται εύκολα. Προχωρώντας σε επαναγορές, το υπουργείο Οικονομικών εκπέμπει σήμα αδυναμίας του δολαρίου στο εγγύς μέλλον, αναγκάζοντας τους σοβαρούς επενδυτές να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις ως αντιστάθμισμα. Με την τιμή του πετρελαίου να προστίθεται στο μείγμα, η απόδοση του κρίσιμου αμερικανικού 10ετούς ομολόγου άγγιξε το 4,97%, επίπεδο υψηλότερο και από τον εμπορικό πόλεμο του 2025. Μια απόδοση στο 5% θεωρείται «μοιραίο κατώφλι» που πυροδοτεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρη την πραγματική οικονομία.

Python in AI & Data Science | Benefits, Libraries & Careers 2025

Η στεγαστική αγορά θα δεχθεί βαρύ πλήγμα καθώς τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων θα αναπροσαρμοστούν βίαια προς τα πάνω. Ίσως όμως η πιο κρίσιμη παράπλευρη απώλεια να είναι ο τομέας της τεχνολογίας. Το αφήγημα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη (AI) στηρίζεται στις κολοσσιαίες επενδύσεις για τη δημιουργία κέντρων δεδομένων. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί (hyperscalers) δανείζονται με επιτόκια συνδεδεμένα με τα κρατικά ομόλογα. Αν το αμερικανικό Δημόσιο πληρώνει 5%, οι εταιρείες αυτές θα κληθούν να δανειστούν με 6% ή 7%, καθιστώντας τα πολυδάπανα έργα υποδομών για την AI οικονομικά ασύμφορα. Αυτό θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα γενικευμένο κραχ στην ευρύτερη χρηματιστηριακή αγορά.

Το μέτωπο του Ιράν, το πετρέλαιο και η ρήξη με την Κίνα

Η νομισματική επισφάλεια επιδεινώνεται ραγδαία από τις γεωπολιτικές επιλογές της Ουάσιγκτον. Η ένταση με το Ιράν κλιμακώνεται εβδομάδα με την εβδομάδα, οδηγώντας το αργό πετρέλαιο σταθερά πάνω από τα 104 δολάρια το βαρέλι. Οι αναλυτές κάνουν λόγο για ένα κλασικό σοκ προσφοράς. Οι αμερικανικές δυνάμεις παραδέχθηκαν ότι εξουδετέρωσαν πέντε έως οκτώ ιρανικά δεξαμενόπλοια σε πρόσφατες επιχειρήσεις, περιορίζοντας τα πλοία που τολμούν τον επικίνδυνο διάπλου των Στενών του Ορμούζ. Η κίνηση αυτή δίνει στην Τεχεράνη το τέλειο πρόσχημα για να χτυπήσει ενεργειακές υποδομές στον ευρύτερο Κόλπο.

Παράλληλα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ετοιμάζεται να επιβάλει αυστηρές κυρώσεις σε μεγάλη κινεζική τράπεζα ως μέρος της στρατηγικής οικονομικής απομόνωσης του Ιράν. Μια τέτοια ενέργεια αναμένεται να προκαλέσει άμεση και σκληρή αντίποινα από το Πεκίνο, πλήττοντας καίρια τις παγκόσμιες εμπορικές ροές από τις οποίες εξαρτάται η ίδια η αμερικανική οικονομία. Αυτό το ντόμινο κυρώσεων θα επιταχύνει βίαια την αποδολαριοποίηση, ωθώντας την αξία των αμερικανικών ομολόγων ακόμη χαμηλότερα. Αντί να αποκλιμακώνει, η αμερικανική ηγεσία στοιχηματίζει ότι η οικονομία του Ιράν θα σπάσει πριν καταρρεύσει η αμερικανική αγορά ομολόγων — ένα επικίνδυνο παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.

Ο εγκλωβισμός της ομοσπονδιακής τράπεζας και ο νέος πληθωρισμός

Το γεωπολιτικό χάος ρίχνει λάδι στη φωτιά της ακρίβειας, μετατρέποντας τον πληθωρισμό σε εσωτερικό εφιάλτη για τις ΗΠΑ. Ο επικεφαλής της Fed, Κέβιν Γουόρς, βρίσκεται απόλυτα εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο καταστροφικές επιλογές. Με τις τιμές της βενζίνης να ξεπερνούν ιστορικά τα 6 δολάρια το γαλόνι (φτάνοντας ακόμα και τα 8 δολάρια στην Καλιφόρνια) και τον πληθωρισμό στα ηλεκτρονικά είδη να καταγράφει ρεκόρ άνω του 20%, η ομοσπονδιακή τράπεζα ξεμένει από δικαιολογίες για να μην αυξήσει τα επιτόκια.

Ωστόσο, μια αύξηση των επιτοκίων, η οποία έχει ήδη αρχίσει να προεξοφλείται από τις αγορές για τον Οκτώβριο και πιθανώς άλλη μία ως τον Ιανουάριο, θα αυξήσει δραματικά το κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους. Τα βασικά επιτόκια μπορεί να εκτιναχθούν πολύ πάνω από το 4%. Μια τέτοια κίνηση ίσως συγκρατήσει μερικώς τις τιμές, όμως δεν θα ενισχύσει το δολάριο, καθώς το υπουργείο Οικονομικών θα συνεχίσει να δανείζεται αδιανόητα ποσά. Ο φόβος είναι ότι η κατάσταση θα οδηγήσει σε λύσεις απόλυτης απελπισίας, όπως μια νέα ποσοτική χαλάρωση (QE), πρακτική που παρομοιάζεται με τη ρίψη χρημάτων από το ελικόπτερο (helicopter money) και απλώς θα υποτιμήσει περαιτέρω το αμερικανικό νόμισμα.

Η βόμβα του ιαπωνικού γιεν και η απειλή για τη Wall Street

Ενώ το εσωτερικό μέτωπο φλέγεται, η μεγαλύτερη αόρατη απειλή για τις ΗΠΑ προέρχεται από την Ασία, και συγκεκριμένα από την Ιαπωνία. Ο Σκοτ Μπέσεντ προκαλεί ανοιχτά την παγκόσμια αγορά, δηλώνοντας ότι θέλει την ενίσχυση του ιαπωνικού γιεν και προτρέποντας την Τράπεζα της Ιαπωνίας (BOJ) να αυξήσει τα επιτόκια. Πρόκειται για ένα ασύλληπτα ριψοκίνδυνο παιχνίδι που απειλεί να τινάξει στον αέρα το carry trade του γιεν. Σήμερα, υπάρχουν παγκοσμίως δάνεια ύψους περίπου 360 τρισεκατομμυρίων γιεν (άνω των 2,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων), χρήματα που έχουν δανειστεί με σχεδόν μηδενικά ιαπωνικά επιτόκια και έχουν επενδυθεί σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερης απόδοσης, κυρίως σε αμερικανικά ομόλογα και στον δείκτη S&P 500.

Αν τα ιαπωνικά επιτόκια αυξηθούν στο 3% και το γιεν ανατιμηθεί, το συστημικό ρίσκο είναι τεράστιο. Οι Ιάπωνες επενδυτές θα έχουν κάθε κίνητρο να ρευστοποιήσουν τις αμερικανικές τους θέσεις και να επαναπατρίσουν τα κεφάλαιά τους. Ήδη, οι μεγάλοι ιαπωνικοί ασφαλιστικοί κολοσσοί, όπως η Nippon Life, στρέφονται μαζικά στα κρατικά ομόλογα της Ιαπωνίας διάρκειας 20 και 30 ετών, καθώς οι αποδόσεις τους προσεγγίζουν το 4%. Ένας επενδυτής έχει να επιλέξει ανάμεσα σε μια σίγουρη εγχώρια απόδοση απαλλαγμένη από συναλλαγματικό κίνδυνο και σε ένα αμερικανικό ομόλογο, η απόδοση του οποίου μπορεί να εξανεμιστεί πλήρως από τη διαφαινόμενη πτώση του δολαρίου. Μια μαζική φυγή κεφαλαίων από τις ΗΠΑ πίσω στο Τόκιο δεν είναι πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά μια εν εξελίξει διαδικασία.

Η οικονομία του παραλόγου και το γεωπολιτικό αδιέξοδο

Η εικόνα που σχηματίζεται είναι αυτή μιας οικονομίας που λειτουργεί υπό καθεστώς σύγχυσης και ακραίων αντιφάσεων, μια κατάσταση που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν πλέον ανοιχτά ως «οικονομία κλόουν». Η ηγεσία στην Ουάσιγκτον φαίνεται να σκάβει τον ίδιο της τον λάκκο. Από τη μία πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ διακηρύσσει ότι δεν θέλει ένα πυρηνικό Ιράν, και από την άλλη εξωθεί την Τεχεράνη στα άκρα, καθιστώντας την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου τη μοναδική της λογική άμυνα. Την ίδια στιγμή, ειρωνεύεται τη στρατηγική σημασία των εμπορικών οδών, αποκαλώντας τα Στενά του Ορμούζ, «Στενά Τραμπ».

Η αμερικανική αγορά κρατικού χρέους, ο ακρογωνιαίος λίθος της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, σφυροκοπείται από τα υψηλά επιτόκια, την επιμονή του πληθωρισμού, τα ιαπωνικά κεφάλαια που αποχωρούν και το γεωπολιτικό κόστος μιας άστοχης εξωτερικής πολιτικής. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το υπουργείο Οικονομικών θα μπορέσει να διασώσει την κατάσταση μέσω περίπλοκων χρηματοοικονομικών τεχνασμάτων, αλλά πόσο χρόνο έχει ακόμη στη διάθεσή του πριν η αγορά σταματήσει οριστικά να αντιδρά στις μπλόφες του. Και όταν η μεγαλύτερη αγορά ομολόγων στον κόσμο χάσει την ισορροπία της, το σοκ θα χτυπήσει ανεξαιρέτως κάθε γωνιά του πλανήτη.