Το οικονομικό δίκτυο του Τζέφρι Επστάιν: Πώς οι δισεκατομμυριούχοι χρηματοδότησαν το κύκλωμα
Η συγκάλυψη, η συνενοχή της αμερικανικής ελίτ και το σκοτεινό χρήμα που εξέθρεψε το μεγαλύτερο σκάνδαλο εκμετάλλευσης στη σύγχρονη ιστορία.
Όταν το όνομα του Τζέφρι Επστάιν μονοπώλησε την παγκόσμια ειδησεογραφία, η προσοχή της κοινής γνώμης εστιάστηκε, απολύτως δικαιολογημένα, στο αδιανόητο δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης και trafficking. Ωστόσο, πίσω από τις κλειστές πόρτες των πολυτελών επαύλεων και των ιδιωτικών νησιών, κρυβόταν μια άλλη, εξίσου σκοτεινή πραγματικότητα, η οποία συχνά αποσιωπάται: ο Επστάιν ήταν στον πυρήνα του ένας οικονομικός απατεώνας. Δεν εξαπατούσε απλώς τα θύματά του, αλλά κινούνταν με χαρακτηριστική άνεση στα υψηλά κλιμάκια του χρηματοοικονομικού κόσμου, αντλώντας την ισχύ του από την ίδια την αμερικανική ελίτ.
Τα στοιχεία και οι μαρτυρίες αναλυτών καταδεικνύουν πλέον περίτρανα ότι το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση αυτής της εγκληματικής επιχείρησης προήλθε από τις βαθιές τσέπες δύο συγκεκριμένων δισεκατομμυριούχων. Χωρίς την οικονομική τους ασπίδα, η αυτοκρατορία του Επστάιν δεν θα είχε χτιστεί ποτέ. Το ερώτημα που παραμένει είναι πώς ένας άνθρωπος με σκιώδες παρελθόν κατάφερε να ελέγξει αμύθητα ποσά και να στήσει ένα παγκόσμιο δίκτυο, έχοντας τις ευλογίες –ή έστω την εγκληματική αδιαφορία– των ισχυρών της αγοράς.
Ο απατεώνας πίσω από τον μύθο του επενδυτή
Ο πρώτος μεγάλος κρίκος σε αυτή την αλυσίδα χρηματοδότησης ήταν ο Λέσλι Γουέξνερ, ιδιοκτήτης μερικών από τα μεγαλύτερα και πιο αναγνωρίσιμα εμπορικά σήματα λιανικής στις ΗΠΑ. Η είσοδος του Επστάιν στον κύκλο του Γουέξνερ δεν έγινε τυχαία, αλλά μέσω ισχυρών συστάσεων. Όταν ο Γουέξνερ ζήτησε από συνεργάτες του να συναντήσουν τον Επστάιν στη Νέα Υόρκη, με σκοπό να επενδύσει ένα αρχικό ποσό της τάξης των 50 εκατομμυρίων δολαρίων, τα σημάδια ήταν ήδη ανησυχητικά.

Άνθρωποι που βρέθηκαν στα γραφεία του Επστάιν εκείνη την εποχή περιγράφουν μια εικόνα εντελώς ασύμβατη με το προφίλ ενός κορυφαίου διαχειριστή κεφαλαίων. Απουσίαζαν οι υπολογιστές, τα τερματικά, η ίδια η αίσθηση μιας λειτουργικής επιχείρησης. Η προειδοποίηση των ειδικών προς τον Γουέξνερ ήταν σαφής και κατηγορηματική: «Μείνε μακριά του. Είναι ανέντιμος και απατεώνας». Παρά τις προειδοποιήσεις αυτές, ο Γουέξνερ επέλεξε να αγνοήσει τα κόκκινα σημαιάκια, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα του θησαυροφυλακίου του.
Η απόλυτη εξουσία μέσω πληρεξουσίου
Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, ο Επστάιν είχε καταφέρει να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του νέου του πελάτη. Η εξέλιξη αυτή επισφραγίστηκε νομικά με την παραχώρηση ενός γενικού πληρεξουσίου από τον Γουέξνερ. Αυτό το έγγραφο έδινε στον Επστάιν πρωτοφανή νομικό έλεγχο επί του τεράστιου ιδιωτικού πλούτου του δισεκατομμυριούχου. Είχε πλέον το δικαίωμα να πραγματοποιεί πληρωμές εκ μέρους του Γουέξνερ και διέθετε τεράστια ελευθερία κινήσεων για να διαχειριστεί την περιουσία του.
Η τακτική του Επστάιν ήταν μεθοδική. Ανάμειξε τους τραπεζικούς λογαριασμούς, δημιουργώντας έναν οικονομικό λαβύρινθο όπου ήταν αδύνατον να διακριθεί πού τελείωναν τα χρήματα του Γουέξνερ και πού άρχιζαν τα δικά του. Πουλώντας μετοχές του Γουέξνερ, ο Επστάιν άρχισε να χτίζει τις υποδομές του δικτύου του. Αγόρασε το πρώτο του αεροσκάφος, μίσθωσε την περιβόητη έπαυλη στην Ανατολική 71η Οδό της Νέας Υόρκης, και μέχρι το 1998 είχε αποκτήσει το ιδιωτικό νησί και ένα ελικόπτερο.

Η υποδομή της εγκληματικής δραστηριότητας
Το 2002 αποτέλεσε χρονιά καμπή, καθώς καταγράφηκαν μαζικές πωλήσεις μετοχών, αξίας σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Με αυτά τα κεφάλαια, ο Επστάιν απέκτησε διαμερίσματα στη Γαλλία και το περιβόητο αεροσκάφος Boeing 727, το οποίο ανήκε προηγουμένως στην εταιρεία του Γουέξνερ. Αυτή ακριβώς η περιουσία αποτέλεσε τη βασική υποδομή, την υλικοτεχνική βάση, για την εγκληματική επιχείρηση σεξουαλικής εκμετάλλευσης που έστησε σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ο Γουέξνερ, από την πλευρά του, κατέθεσε στο Κογκρέσο ότι είχε εμπιστευτεί στο παρελθόν τέτοιου είδους πληρεξούσια σε υπαλλήλους του και ισχυρίστηκε ότι απέλυσε τον Επστάιν το 2007, όταν ανακάλυψε ότι του είχε κλέψει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Παρά την παραδοχή της κλοπής –το ακριβές ύψος της οποίας παραμένει άγνωστο– ο δισεκατομμυριούχος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι υπήρξε ποτέ μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης νεαρών γυναικών. Για σχεδόν δύο δεκαετίες, ωστόσο, τα δικά του χρήματα χρηματοδοτούσαν ανεξέλεγκτα τον πολυτελή και παράνομο βίο του Επστάιν.
Ο Λίον Μπλακ και η τέχνη της φοροδιαφυγής
Η ιστορία θα μπορούσε να είχε τελειώσει το 2008, όταν ο Επστάιν καταδικάστηκε για προαγωγή ανηλίκου στην πορνεία και μπήκε στο μητρώο καταδικασθέντων για σεξουαλικά αδικήματα. Σε οποιοδήποτε κανονικό επιχειρηματικό περιβάλλον, μια τέτοια καταδίκη θα σήμαινε τον άμεσο και οριστικό εξοστρακισμό. Όμως, η αμερικανική ελίτ λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες. Αυτό ακριβώς αποδεικνύεται από την εμπλοκή ενός δεύτερου δισεκατομμυριούχου: του Λίον Μπλακ, ενός ανθρώπου με μία από τις πολυτιμότερες συλλογές έργων τέχνης στον κόσμο.

Ο Μπλακ προσέλαβε τον Επστάιν με έναν και μόνο σκοπό: να τον βοηθήσει να μειώσει τον φορολογικό λογαριασμό για τα καλλιτεχνικά του αριστουργήματα. Το σκεπτικό ήταν απλό, αλλά ενδεικτικό της νοοτροπίας των υπερπλουσίων. Αν ένας πίνακας είχε αγοραστεί για 10 εκατομμύρια και πωλούνταν για 25 εκατομμύρια, η εφορία θα επέβαλε φόρο στο κέρδος των 15 εκατομμυρίων. Ο Επστάιν ειδικευόταν στην εξεύρεση νομικών και φορολογικών παραθύρων για την αποφυγή αυτών των χρεώσεων. Το γεγονός ότι ο σύμβουλός του ήταν καταδικασμένος παιδεραστής, δεν φάνηκε να απασχολεί στο ελάχιστο τον Μπλακ. Το κέρδος μπήκε πάνω από την ηθική.
Οι ροές εκατομμυρίων και η εταιρεία βιτρίνα
Όταν οι αρχές στις Παρθένες Νήσους ξεκίνησαν να ερευνούν ενδελεχώς τις δραστηριότητες του Επστάιν το 2019, ήρθαν αντιμέτωπες με μια σειρά από τεράστιες πληρωμές που προέρχονταν από τον Λίον Μπλακ. Η προσοχή στράφηκε στη Southern Trust, μία από τις εταιρείες του Επστάιν, η οποία επί της ουσίας συντόνιζε το trafficking. Η εταιρεία αυτή μίσθωνε υπαλλήλους, συντόνιζε τις μετακινήσεις και οργάνωνε τα ταξίδια των γυναικών που έφερνε το κύκλωμα.
Από νωρίς στην έρευνα, κατέστη προφανές ότι υπήρχε μια γιγαντιαία ροή χρήματος προς τη Southern Trust. Μεταξύ του 2013 και του 2017, ο Λίον Μπλακ κατέβαλε στην εταιρεία του Επστάιν το ιλιγγιώδες ποσό των 158 εκατομμυρίων δολαρίων. Το ποσό αυτό δεν ήταν απλώς μια αμοιβή. Αντιπροσώπευε το 85% των συνολικών εσόδων της εταιρείας για εκείνη την περίοδο. Με άλλα λόγια, τα χρήματα του Μπλακ χρηματοδοτούσαν, σχεδόν αποκλειστικά, την ίδια την εγκληματική επιχείρηση του Επστάιν. Οι πτήσεις με τα ιδιωτικά τζετ, οι μεταφορές των κοριτσιών στο νησί, οι αγορές ακινήτων και ο εξωφρενικά πολυτελής τρόπος ζωής του Επστάιν, συντηρήθηκαν από αυτά τα κεφάλαια.
Εκβιασμοί, απελάσεις και συμβιβασμοί εκατομμυρίων
Ο Λίον Μπλακ, όπως ήταν αναμενόμενο, αρνείται κάθε γνώση ή εμπλοκή στα εγκλήματα του Επστάιν. Στα πλαίσια ενός εξωδικαστικού συμβιβασμού, χωρίς να παραδεχθεί νομική υπαιτιότητα, αποδέχθηκε ωστόσο ότι τα χρήματά του χρησιμοποιήθηκαν από τον Επστάιν για τη μερική χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του, καταβάλλοντας 62 εκατομμύρια δολάρια για να κλείσει την υπόθεση. Η αλήθεια όμως που προκύπτει από τα email που έδωσαν στη δημοσιότητα οι αμερικανικές αρχές, αποκαλύπτει μια πολύ πιο σκοτεινή σχέση συνεργασίας.
Ο Επστάιν δεν ήταν απλώς ένας φοροτεχνικός σύμβουλος, αλλά δρούσε ως «fixer» (άνθρωπος για τις βρώμικες δουλειές) για λογαριασμό του Μπλακ. Τα μηνύματα δείχνουν ότι ο Επστάιν διαχειριζόταν τις πληρωμές προς τρεις γυναίκες από την Ανατολική Ευρώπη για λογαριασμό του δισεκατομμυριούχου. Ακόμη πιο εξοργιστικό είναι το γεγονός ότι ο Επστάιν οργάνωσε την παρακολούθηση μιας πρώην συντρόφου του Μπλακ, την οποία ο τελευταίος κατηγορούσε για εκβιασμό, σχεδιάζοντας μάλιστα τρόπους για να της δημιουργήσει προβλήματα με τη βίζα της και να προκαλέσει την απέλασή της. Χρησιμοποιούσαν την οικονομική τους δύναμη και τις διασυνδέσεις τους για να εκφοβίσουν και να συνθλίψουν ανθρώπους.
Η αλαζονεία του πλούτου και το καθεστώς ατιμωρησίας
Σήμερα, παρά τις αποκαλύψεις, ο Λίον Μπλακ συνεχίζει τη ζωή του στους κόλπους της υψηλής κοινωνίας, διατηρώντας θέσεις σε διοικητικά συμβούλια μεγάλων μουσείων και οργανισμών. Η εξήγηση για αυτή την κοινωνική επιβίωση συνοψίζεται σε δύο λέξεις: αλαζονεία και πλούτος. Ο ίδιος δηλώνει ότι μετανιώνει που έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία στον Επστάιν, αποκαλώντας τον πλέον «απεχθές άτομο», και εμμένει στον ισχυρισμό ότι τα εκατομμύρια που του κατέβαλε αφορούσαν νόμιμες συμβουλές που του εξοικονόμησαν δισεκατομμύρια.
Ο Τζέφρι Επστάιν κατηγορήθηκε το 2019 για σωματεμπορία και έδωσε τέλος στη ζωή του μέσα στο κελί του. Όμως, η ιστορία του δεν είναι απλώς το χρονικό ενός διαστροφικού εγκληματία. Είναι η ανατομία μιας τεράστιας απάτης που στήθηκε στις πλάτες της οικονομικής ελίτ. Ο Επστάιν ήταν ένας απατεώνας που έστησε ένα μακροχρόνιο κόλπο εις βάρος των πλουσίων, χρησιμοποιώντας τα δικά τους κεφάλαια για να χτίσει ένα επίγειο κολαστήριο.
Επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, με έρευνες να παραμένουν ανοιχτές σε εννέα χώρες, το βασικό συμπέρασμα είναι πικρό. Ο πυρήνας αυτής της υπόθεσης αφορούσε πάντα την προστασία που παρέχει η εξουσία. Τα ονόματα που συνδέθηκαν με το δίκτυο του Επστάιν ανήκουν σε ανθρώπους με τεράστια οικονομική επιφάνεια και επιρροή, στοιχεία που τους εξασφάλισαν σε μεγάλο βαθμό την ασυλία. Είναι ένα μάθημα για το πώς η αναζήτηση της δικαιοσύνης απέναντι στους ισχυρούς παραμένει ένας μακρύς, δύσβατος και συχνά αδιέξοδος δρόμος.

