Ο Draghi μειώνει το χρήμα στην ευρωζώνη
26 Οκτωβρίου 2017
Στις 26 Οκτωβρίου 2017, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ανακοίνωσε μια καθοριστική αλλαγή στη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης. Υπό την προεδρία του Mario Draghi, η Τράπεζα αποφάσισε να μειώσει στο μισό τον μηνιαίο ρυθμό αγορών ομολόγων, σηματοδοτώντας ένα σημαντικό βήμα προς τη σταδιακή απόσυρση των έκτακτων μέτρων στήριξης που είχαν εφαρμοστεί μετά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους.
Σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, οι αγορές τίτλων θα συνεχίζονταν με ρυθμό 60 δισεκατομμυρίων ευρώ τον μήνα έως τον Δεκέμβριο του 2017.
Από τον Ιανουάριο του 2018, ο μηνιαίος ρυθμός θα μειωνόταν στα 30 δισεκατομμύρια ευρώ, με προβλεπόμενη διάρκεια έως τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ή και περισσότερο, εφόσον οι οικονομικές συνθήκες το απαιτούσαν.
Η κίνηση αποτελούσε μέρος της στρατηγικής του tapering, δηλαδή της σταδιακής μείωσης των αγορών περιουσιακών στοιχείων από μια κεντρική τράπεζα.
Η ΕΚΤ είχε εφαρμόσει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, γνωστό ως Quantitative Easing (QE), προκειμένου να αντιμετωπίσει τον εξαιρετικά χαμηλό πληθωρισμό, να μειώσει το κόστος δανεισμού και να ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα.
Το πρόγραμμα βασιζόταν σε μεγάλες αγορές κρατικών και άλλων ομολόγων από τις αγορές, γεγονός που αύξανε τη ζήτηση για τους συγκεκριμένους τίτλους και συνέβαλλε στη συγκράτηση των αποδόσεών τους.
Η επίδραση στην πραγματική οικονομία ήταν σημαντική.
Τα χαμηλότερα επιτόκια διευκόλυναν τη χρηματοδότηση κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και νοικοκυριών, ενώ παράλληλα ενίσχυαν τις συνθήκες ρευστότητας στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, η γενικότερη νομισματική στήριξη της ΕΚΤ είχε ιδιαίτερη σημασία, αν και η συμμετοχή κάθε χώρας στα επιμέρους προγράμματα δεν ήταν ίδια.
Τον Οκτώβριο του 2017, η οικονομία της ευρωζώνης παρουσίαζε ενδείξεις ισχυρότερης ανάπτυξης, αλλά ο πληθωρισμός εξακολουθούσε να βρίσκεται χαμηλότερα από τον επιθυμητό στόχο.
Ο Draghi επιδίωξε επομένως να στείλει ένα διπλό μήνυμα στις αγορές.
Από τη μία πλευρά, η οικονομική ανάκαμψη επέτρεπε στην ΕΚΤ να περιορίσει σταδιακά την ένταση της παρέμβασής της.
Από την άλλη, η κεντρική τράπεζα δεν ήταν έτοιμη να αποσύρει πλήρως τη στήριξη, καθώς μια απότομη αλλαγή πολιτικής θα μπορούσε να προκαλέσει αναταραχή στις αγορές ομολόγων.
Η ΕΚΤ αποφάσισε επίσης να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά της επιτόκια.
Το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης παρέμεινε στο 0%, ενώ το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων διατηρήθηκε στο -0,40%.
Η διατήρηση αρνητικού επιτοκίου καταθέσεων αποτελούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδιαίτερα χαλαρής νομισματικής πολιτικής εκείνης της περιόδου.
Ο Draghi ξεκαθάρισε επίσης ότι οι αγορές ομολόγων δεν επρόκειτο να σταματήσουν απότομα, επιδιώκοντας να αποτρέψει ένα χρηματοπιστωτικό σοκ.
Η ανακοίνωση είχε σημαντικές επιπτώσεις στις προσδοκίες για τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, την ισοτιμία του ευρώ και τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων.
Για τις επιχειρήσεις, τους επενδυτές και τις τράπεζες, η απόφαση αποτελούσε ένδειξη ότι η ευρωζώνη εισερχόταν σε μια νέα φάση οικονομικής πολιτικής.
Η 26η Οκτωβρίου 2017 αποτελεί ιστορικό ορόσημο στη διαδικασία εξόδου από την εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική της προηγούμενης περιόδου.
Το σημαντικότερο δίδαγμα είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν επηρεάζουν την οικονομία μόνο μέσα από τα επιτόκια, αλλά και μέσω του μεγέθους των παρεμβάσεών τους στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Παράλληλα, η απόφαση ανέδειξε τη σημασία της προσεκτικής επικοινωνίας: η σταδιακή αλλαγή της νομισματικής πολιτικής μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με την ίδια την κατεύθυνση της αλλαγής.

