Η συνθήκη που διέλυσε μια τεράστια ενιαία αγορά
10 Σεπτεμβρίου 1919
Στις 10 Σεπτεμβρίου 1919, οι Σύμμαχοι και η νεοσύστατη Δημοκρατία της Αυστρίας υπέγραψαν τη Συνθήκη του Saint–Germain–en–Laye. Επισήμως, η συμφωνία ρύθμιζε την ειρήνη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οικονομικά, όμως, επικύρωνε τη διάλυση ενός τεράστιου χώρου παραγωγής, κατανάλωσης και εμπορίου: της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Η αυστριακή νομοθετική βάση καταγράφει ως ημερομηνία υπογραφής ακριβώς τη 10η Σεπτεμβρίου 1919.
Η προπολεμική αυτοκρατορία λειτουργούσε ως μια μεγάλη εσωτερική αγορά. Βιομηχανικά κέντρα, αγροτικές περιοχές, ανθρακωρυχεία, σιδηρόδρομοι και καταναλωτές βρίσκονταν μέσα σε ένα κοινό οικονομικό σύστημα. Μετά τον πόλεμο, τα νέα σύνορα μετέτρεψαν πολλές από αυτές τις οικονομικές σχέσεις σε διεθνές εμπόριο. Η μικρή πλέον Αυστρία έμεινε με τη Βιέννη —μια πρωτεύουσα σχεδιασμένη για αυτοκρατορία δεκάδων εκατομμυρίων κατοίκων— αλλά χωρίς μεγάλο μέρος της παλιάς παραγωγικής και αγροτικής της ενδοχώρας.
Οι οικονομικές δυσκολίες ήταν ήδη δραματικές. Η χώρα αναγκαζόταν να εισάγει τρόφιμα και καύσιμα, ενώ η αυστριακή κορόνα κατέρρεε. Σύγχρονες πηγές της εποχής περιγράφουν μεγάλη αύξηση της έκδοσης χρήματος, δημοσιονομικά ελλείμματα και φυγή κεφαλαίων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τους όρους των πολεμικών αποζημιώσεων. Οι ίδιες οι συμμαχικές κυβερνήσεις αναγνώριζαν ότι οι πόροι της νέας Αυστρίας δεν επαρκούσαν για να καλύψουν πλήρως τις ζημιές του πολέμου.
Η συνθήκη προέβλεπε επίσης δυνατότητα αποζημιώσεων μέσω χρυσού, εμπορευμάτων, πλοίων, τίτλων και πρώτων υλών, ενώ καθιέρωνε μηχανισμούς εποπτείας των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Αυστρία θα χρειαζόταν διεθνή οικονομική διάσωση και πρόγραμμα σταθεροποίησης. Η εμπειρία της δείχνει πόσο βαθιές μπορεί να είναι οι οικονομικές επιπτώσεις όταν μια ενιαία αγορά σπάει απότομα σε νέα κράτη, τελωνεία, νομίσματα και σύνορα.
Η 10η Σεπτεμβρίου 1919 άλλαξε λοιπόν όχι μόνο τον πολιτικό αλλά και τον οικονομικό χάρτη της Κεντρικής Ευρώπης.

