Η Ουάσιγκτον ζητά 700 δισ. για τις τράπεζες
20 Σεπτεμβρίου 2008
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2008, πέντε ημέρες μετά την πτώχευση της Lehman Brothers και μόλις τέσσερις ημέρες μετά την έκτακτη διάσωση της AIG, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών υπέβαλε στο Κογκρέσο ένα σχέδιο που έδειχνε πόσο κοντά είχε φθάσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην κατάρρευση. Το Treasury ζητούσε εξουσιοδότηση να εκδώσει έως 700 δισ. δολάρια νέου κρατικού χρέους, ώστε να αγοράσει προβληματικά περιουσιακά στοιχεία από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Το σκεπτικό του υπουργείου ήταν ότι τα μη ρευστοποιήσιμα στεγαστικά προϊόντα και mortgage-backed securities είχαν φράξει τον μηχανισμό της πίστωσης. Οι τράπεζες δεν γνώριζαν με βεβαιότητα πόσο άξιζαν οι τίτλοι που είχαν στους ισολογισμούς τους ούτε ποιοι ανταγωνιστές τους έκρυβαν μεγαλύτερες ζημιές. Η αμοιβαία δυσπιστία προκαλούσε πάγωμα της διατραπεζικής αγοράς και απειλούσε να περάσει στην πραγματική οικονομία μέσω ακριβότερων ή ανύπαρκτων στεγαστικών, φοιτητικών, επιχειρηματικών και καταναλωτικών δανείων.
Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ότι το Treasury θα μπορούσε να αγοράζει κυρίως στεγαστικά και εμπορικά mortgage-related assets, με τις τιμές να καθορίζονται όπου ήταν δυνατόν μέσω μηχανισμών αγοράς, όπως reverse auctions. Το ανώτατο όριο των 700 δισ. δολαρίων ήταν τόσο μεγάλο ώστε απαιτούσε αντίστοιχη αύξηση του αμερικανικού ορίου δημόσιου χρέους. Η πρόταση προκάλεσε έντονη πολιτική αντιπαράθεση, αλλά αποτέλεσε τη βάση του Emergency Economic Stabilization Act, που εγκρίθηκε στις αρχές Οκτωβρίου και δημιούργησε το Troubled Asset Relief Program — το γνωστό TARP. Στην πράξη, η στρατηγική άλλαξε και μεγάλο μέρος των χρημάτων χρησιμοποιήθηκε τελικά για απευθείας κεφαλαιακές ενέσεις στις τράπεζες.
Η 20ή Σεπτεμβρίου 2008 αποτελεί έτσι μια από τις ημερομηνίες όπου η κρίση άλλαξε χαρακτήρα: από κατάρρευση μεμονωμένων ιδρυμάτων σε κρατική επιχείρηση διάσωσης ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

