Την 4η Μαΐου 1998, στο Συμβούλιο της ΕΕ στις Βρυξέλλες, σφραγίστηκε η μοίρα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Έντεκα κράτη-μέλη κρίθηκαν έτοιμα να υιοθετήσουν το κοινό νόμισμα. Ήταν η νίκη της πολιτικής βούλησης πάνω στις οικονομικές επιφυλάξεις. Το ευρώ δεν σχεδιάστηκε ποτέ ως ένα απλό νομισματικό εργαλείο, αλλά ως ένας γεωπολιτικός θώρακας απέναντι στην κυριαρχία του δολαρίου. Όμως, εκείνη την ημέρα, οι ηγέτες αγνόησαν τη βασική αρχή των “Βέλτιστων Νομισματικών Περιοχών” του Mundell: δεν μπορείς να έχεις κοινό νόμισμα χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική.
Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι η απόφαση εκείνης της ημέρας έσπειρε τους σπόρους της κρίσης χρέους που βιώσαμε μια δεκαετία αργότερα. Η σύγκλιση των επιτοκίων επέτρεψε στις χώρες της περιφέρειας να δανείζονται με “γερμανικά” κόστη, τροφοδοτώντας φούσκες ακινήτων και υπερκατανάλωση. Σήμερα, η Ευρωζώνη παραμένει ένα ημιτελές οικοδόμημα. Με την ΕΚΤ να παλεύει με τον πληθωρισμό και τις αποκλίσεις στα spreads των ομολόγων να παραμένουν ζωντανές, η 4η Μαΐου 1998 θυμίζει πως οι νομισματικές ενώσεις που δεν συνοδεύονται από τραπεζική και δημοσιονομική ενοποίηση είναι καταδικασμένες σε διαρκή διαχείριση κρίσεων. Η επιτυχία του ευρώ είναι αναμφισβήτητη ως προς τη σταθερότητα των τιμών, αλλά η αρχιτεκτονική του παραμένει υπό δοκιμασία.
