Όταν ο J.P. Morgan αποφάσισε να ενώσει την Carnegie Steel με τους ανταγωνιστές της, δεν έφτιαξε απλώς μια εταιρεία· δημιούργησε το πρώτο βιομηχανικό μονοπώλιο που ξεπέρασε σε αποτίμηση το 1 δισεκατομμύριο δολάρια. Η U.S. Steel στις 3 Μαΐου του 1901 δεν ήταν απλώς ένας παραγωγός χάλυβα, αλλά ο καθρέφτης μιας Αμερικής που έπαυε να είναι αγροτική και γινόταν η ατμομηχανή του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Σήμερα, η συζήτηση για την εξαγορά της από τη Nippon Steel μάς θυμίζει πόσο σκληρά εκδικείται ο χρόνος τους βιομηχανικούς γίγαντες που επαναπαύονται στις δάφνες τους. Η άνοδος και η σχετική πτώση της U.S. Steel είναι το απόλυτο μάθημα για το πώς το κεφάλαιο μετακινείται από τη βαριά βιομηχανία στην οικονομία της πληροφορίας. Τότε, ο χάλυβας ήταν το «νόμισμα» της ισχύος· σήμερα είναι οι ημιαγωγοί.
Όμως, η δομή του τραστ που έστησε ο Morgan παραμένει το blueprint για τις σύγχρονες Big Tech: κυριαρχία στην εφοδιαστική αλυσίδα, εξόντωση του ανταγωνισμού και μια σχέση «αγάπης-μίσους» με τις αντιμονοπωλιακές αρχές. Η ιστορία της U.S. Steel μας διδάσκει ότι το μέγεθος προσφέρει προστασία, αλλά η έλλειψη καινοτομίας είναι η αχίλλειος πτέρνα κάθε αυτοκρατορίας. Σε μια εποχή που οι εμπορικοί πόλεμοι επιστρέφουν, η 3η Μαΐου 1901 στέκει ως η αφετηρία του οικονομικού εθνικισμού που ντύθηκε με το μανδύα της ελεύθερης αγοράς. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά σίγουρα κάνει ρίμα με τις σημερινές κεφαλαιακές συγκεντρώσεις.
