Η 3η Μαΐου 1994 έχει χαραχτεί στη μνήμη των Ελλήνων τραπεζιτών ως η ημέρα που η δραχμή δέχθηκε μια από τις πιο άγριες κερδοσκοπικές επιθέσεις στην ιστορία της. Μετά την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων, οι αγορές «μύρισαν αίμα» και άρχισαν να ποντάρουν στην υποτίμηση του εθνικού νομίσματος. Η απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν πρωτοφανής: τα επιτόκια ανέβηκαν στο αστρονομικό 180% για να αναχαιτιστεί η φυγή κεφαλαίων.
Ήταν μια πράξη οικονομικής απελπισίας και ταυτόχρονα αποφασιστικότητας. Αν το δούμε με τη σημερινή οπτική, η κρίση εκείνη ήταν το προοίμιο της ένταξης στην Ευρωζώνη· η απόδειξη πως ένα μικρό νόμισμα σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά είναι έρμαιο των διαθέσεων των «vigilantes» των ομολόγων. Η 3η Μαΐου μας θυμίζει ότι η νομισματική κυριαρχία είναι δίκοπο μαχαίρι.
Σήμερα, που η ΕΚΤ παλεύει με τον πληθωρισμό, τα επιτόκια του 4% μας φαίνονται υψηλά, όμως το 1994 μας δίδαξε τι σημαίνει πραγματική νομισματική ασφυξία. Η τότε κρίση ανάγκασε το πολιτικό σύστημα να καταλάβει ότι ο μόνος δρόμος για τη σταθερότητα ήταν η δημοσιονομική πειθαρχία — ένα μάθημα που δυστυχώς χρειάστηκε να το ξαναμάθουμε με πολύ πιο επώδυνο τρόπο το 2010. Η δραχμή εκείνης της ημέρας δεν πάλευε μόνο με τα hedge funds, αλλά με την ίδια την αξιοπιστία ενός κράτους που έψαχνε τη θέση του στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.
