Το παράδοξο των δημοσκοπήσεων: Οργή για την κυβέρνηση – Αντέχει ο Μητσοτάκης

Οι πολιτες θέλουν αυτοδύναμη κυβέρνηση

Το παράδοξο των δημοσκοπήσεων: Οργή για την κυβέρνηση – Αντέχει ο Μητσοτάκης

Η κοινωνία δυσανασχετεί με την ακρίβεια και τους θεσμούς, όμως η προοπτική υπερισχύει του θυμού – Το 43% θέλει αυτοδύναμη κυβέρνηση, ενώ ο Μητσοτάκης διατηρεί καλύτερη εικόνα από το κυβερνητικό έργο.

σχετικά άρθρα

Ένα σύνθετο πολιτικό μήνυμα εκπέμπουν οι δημοσκοπήσεις της εβδομάδας. Η δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση παραμένει ισχυρή, η οικονομία πιέζει τα νοικοκυριά και η αρνητική αξιολόγηση των θεσμών καταγράφεται σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, η κοινωνική δυσφορία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε διάθεση πολιτικής τιμωρίας. Οι πολίτες εμφανίζονται να αναζητούν περισσότερο μια πειστική προοπτική για την επόμενη ημέρα παρά μια ψήφο εκδίκησης. Την ίδια στιγμή, προτιμούν την αυτοδυναμία από τις κυβερνήσεις συνεργασίας, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να αξιολογείται καλύτερα από την κυβέρνηση της οποίας ηγείται.

Αυτή είναι η βασική αντίφαση που αναδεικνύεται από τις μετρήσεις της Pulse και της Metron Analysis, οι οποίες παρουσιάστηκαν στις 22 Οκτωβρίου, και από τα ευρήματα της GPO που δημοσιοποιήθηκαν την ίδια εβδομάδα.

Η προοπτική πάνω από τον θυμό

Το πιο ενδιαφέρον εύρημα προέρχεται από την έρευνα της Pulse. Στο ερώτημα για το βασικό κίνητρο επιλογής κόμματος, το 53% απαντά ότι καθοριστικό στοιχείο είναι η προοπτική. Αντίθετα, μόλις το 10% δηλώνει ότι κινείται κυρίως από θυμό και διάθεση τιμωρίας.

Η διαφορά είναι εντυπωσιακή και έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Δείχνει ότι, παρά τη δυσαρέσκεια που καταγράφεται για την κυβερνητική πολιτική, η ψήφος δεν αντιμετωπίζεται από την πλειονότητα ως εργαλείο εκτόνωσης. Οι πολίτες φαίνεται να αναζητούν μια επιλογή που θα απαντά στα προβλήματα της καθημερινότητάς τους και θα δημιουργεί προσδοκίες για το μέλλον.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν υφίσταται πολιτική φθορά. Σημαίνει ότι η φθορά αυτή δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει την ενίσχυση των αντιπάλων της. Η αντιπολίτευση καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει συγκεκριμένο σχέδιο, εφαρμόσιμες λύσεις και πειστική πρόταση διακυβέρνησης. Η καταγγελία μπορεί να καταγράφει τη δυσαρέσκεια, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι αρκεί για να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε εκλογική μετακίνηση.

Η ακρίβεια παραμένει ο μεγάλος πονοκέφαλος

Το πρόβλημα της κυβέρνησης βρίσκεται πρωτίστως στην οικονομία. Στη δημοσκόπηση της Pulse, το 50% αναδεικνύει την οικονομία και το κόστος ζωής ως το βασικό κριτήριο που θα καθορίσει την ψήφο του.

Στη Metron Analysis, η αρνητική αξιολόγηση της κυβερνητικής επίδοσης στην οικονομία, στους μισθούς, στην ακρίβεια και στη φορολογία φτάνει το 77%. Πρόκειται για το χειρότερο αποτέλεσμα μεταξύ των βασικών τομέων κυβερνητικής πολιτικής που εξετάστηκαν.

Παράλληλα, το 71% αξιολογεί αρνητικά την κυβέρνηση στα ζητήματα δημοκρατίας και θεσμών, ενώ το 64% εκφράζει αρνητική γνώμη για την επίδοσή της στην καθημερινότητα, στο κράτος πρόνοιας και στην ασφάλεια.

Η εικόνα είναι σαφής: η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αποτελεί αφηρημένη πολιτική διαμαρτυρία. Συνδέεται με το διαθέσιμο εισόδημα, το κόστος των βασικών αγαθών, την αίσθηση δικαιοσύνης και την αποτελεσματικότητα του κράτους. Το γεγονός ότι η οικονομία βρίσκεται ταυτόχρονα στην κορυφή των κοινωνικών προτεραιοτήτων και στον πάτο της κυβερνητικής αξιολόγησης δημιουργεί μια δύσκολη εξίσωση για το Μέγαρο Μαξίμου.

Το παράδοξο Μητσοτάκη και κυβέρνησης

Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ποιοτικά στοιχεία της εβδομάδας. Στη μέτρηση της Metron Analysis, το 67,3% αξιολογεί αρνητικά την κυβέρνηση και το 27,8% θετικά. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 65% αρνητικές και 31,2% θετικές αξιολογήσεις.

Ο πρωθυπουργός, δηλαδή, διατηρεί ένα μικρό αλλά σαφές πλεονέκτημα έναντι της κυβέρνησής του στην προσωπική αξιολόγηση. Η θετική εικόνα του βρίσκεται περίπου τρεις μονάδες υψηλότερα από εκείνη του κυβερνητικού έργου.

Το εύρημα δεν σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός έχει ανατρέψει το αρνητικό κλίμα. Η πλειονότητα εξακολουθεί να τον αξιολογεί αρνητικά. Δείχνει, ωστόσο, ότι η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση δεν μεταφέρεται αυτούσια στην προσωπική του εικόνα.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το ερώτημα της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία. Στην Pulse, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 29%, έναντι 16% του Αλέξη Τσίπρα και 8% του Νίκου Ανδρουλάκη. Το εύρημα αποτυπώνει τη διαφορά στην προσωπική αξιολόγηση των πολιτικών αρχηγών, χωρίς να αναιρεί την αρνητική εικόνα του κυβερνητικού έργου.

Αυτοδυναμία, όχι κυβερνήσεις συνεργασίας

Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η προτίμηση για τον τρόπο σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης. Στην Pulse, το 43% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση, ενώ το 36% επιλέγει κυβέρνηση συνεργασίας. Το υπόλοιπο ποσοστό είτε δεν έχει ιδιαίτερη προτίμηση είτε δεν απαντά.

Η GPO καταγράφει επίσης πλειοψηφική προτίμηση προς την αυτοδυναμία, στο 52,7%, έναντι 43,8% που προτιμά κυβέρνηση συνεργασίας. Οι διαφορές μεταξύ των δύο μετρήσεων υπογραμμίζουν ότι η διατύπωση του ερωτήματος και η ερευνητική μεθοδολογία έχουν σημασία, αλλά η αυτοδυναμία προηγείται και στις δύο.

Εδώ αναδεικνύεται μια ακόμη αντίφαση. Οι πολίτες εμφανίζονται δυσαρεστημένοι από το κυβερνητικό έργο, αλλά δεν στρέφονται μαζικά προς τη λύση των συνεργασιών. Η προτίμηση για αυτοδύναμη κυβέρνηση δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη επιδοκιμασία της σημερινής κυβέρνησης. Μπορεί να εκφράζει την επιθυμία για σαφή ευθύνη, σταθερότητα και αποφυγή παρατεταμένων διαπραγματεύσεων μετά τις εκλογές.

Το πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει: η επιθυμία για αυτοδυναμία δεν εγγυάται ότι θα προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και η Metron καταγράφει το 69% να εκτιμά ότι μετά τις εκλογές θα χρειαστεί νέα προσφυγή στις κάλπες για να σχηματιστεί κυβέρνηση.

Η αντιπολίτευση μπροστά στο δικό της στοίχημα

Τα στοιχεία συνθέτουν μια εικόνα στην οποία η κυβέρνηση δέχεται έντονη κριτική, αλλά η αντιπολίτευση δεν έχει ακόμη μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε αντίστοιχη προσωπική αποδοχή των αρχηγών της.

Ο Αλέξης Τσίπρας καταγράφεται δεύτερος στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, αλλά με σημαντική απόσταση από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει βελτίωση στην αξιολόγησή του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης, από 12% τον Σεπτέμβριο σε περίπου 16% τον Οκτώβριο, αλλά ο Νίκος Ανδρουλάκης παραμένει στο 8% στο ερώτημα της πρωθυπουργικής καταλληλότητας.

Το μήνυμα είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια αποτελεί πολιτική ευκαιρία, όχι αυτόματη μεταβίβαση ψήφων. Χρειάζεται να συνοδευτεί από πειστική εναλλακτική πρόταση, με επίκεντρο την οικονομία και την καθημερινότητα.

Το πραγματικό μήνυμα της κάλπης που έρχεται

Οι δημοσκοπήσεις της εβδομάδας δεν περιγράφουν μια κοινωνία χωρίς θυμό. Περιγράφουν μια κοινωνία που, παρά τη δυσαρέσκεια, δηλώνει ότι θέλει να επιλέξει με βάση την προοπτική. Μια κοινωνία που αξιολογεί αρνητικά την κυβέρνηση, αλλά εξακολουθεί να αναζητά προσωπική αξιοπιστία και καθαρή ευθύνη στη διακυβέρνηση.

Για τη Νέα Δημοκρατία, το στοίχημα είναι να περιορίσει τη φθορά που προκαλούν η ακρίβεια και η αρνητική αξιολόγηση των θεσμών. Για την αντιπολίτευση, είναι να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε συγκεκριμένο σχέδιο για την επόμενη ημέρα.

Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο δυσαρεστημένοι είναι οι πολίτες. Θα κριθεί και από το ποιος θα καταφέρει να τους πείσει ότι διαθέτει την πιο αξιόπιστη προοπτική. Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό από μια απλή ψήφο θυμού.