Γιατί ο Μητσοτάκης δεν θα κάνει άμεσα ανασχηματισμό

Όλο το παρασκήνιο που φρενάρει τις αλλαγές στην κυβέρνηση

Γιατί ο Μητσοτάκης δεν θα κάνει άμεσα ανασχηματισμό

Πότε θα κάνει ανασχηματισμό; Το ερώτημα απασχολεί σφόδρα τα δημοσιογραφικά γραφεία και όχι μόνο.

σχετικά άρθρα

Θέλει αλλά δεν μπορεί – Τι φοβάται ο πρωθυπουργός; Ποιοι κινδυνεύουν και ποιοι ελπίζουν να επιστρέψουν;

Τα σενάρια για πρόωρες εκλογές φαίνεται να υποχωρούν και, όσο απομακρύνεται το ενδεχόμενο να στηθούν κάλπες το φθινόπωρο, τόσο επιστρέφει στο προσκήνιο το άλλο μεγάλο πολιτικό σενάριο: ο ανασχηματισμός.

Στο Μέγαρο Μαξίμου η συζήτηση για την επόμενη ημέρα της κυβέρνησης έχει ήδη ανοίξει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επαναλάβει ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν το 2027 και ότι η κυβέρνηση θα εξαντλήσει την τετραετία. Η συγκεκριμένη επιλογή αλλάζει αυτομάτως τον σχεδιασμό. Αν δεν υπάρξει εκλογικός αιφνιδιασμός, χρειάζεται μια μεγάλη πολιτική κίνηση που θα αλλάξει την εικόνα της κυβέρνησης και θα σηματοδοτήσει την είσοδό της στην τελική ευθεία.

Και αυτή η κίνηση μπορεί να είναι ένας τελευταίος μεγάλος ανασχηματισμός πριν από τις κάλπες του 2027.

Το ενδιαφέρον, πλέον, δεν βρίσκεται μόνο στο «αν» αλλά κυρίως στο «ποιους». Ποιοι υπουργοί θα παραμείνουν, ποιοι θα μετακινηθούν, ποιοι θα βρεθούν εκτός κυβέρνησης και ποια νέα πρόσωπα θα πάρουν το βάπτισμα του πυρός;

Το αντίδοτο στην κόπωση

Η κυβέρνηση βρίσκεται στη δεύτερη τετραετία της και το Μαξίμου γνωρίζει ότι μέχρι τις εκλογές υπάρχει ακόμη αρκετός χρόνος. Ένας ανασχηματισμός, επομένως, δεν θα έχει απλώς διοικητικό χαρακτήρα.

Θα πρέπει να λειτουργήσει ως πολιτικό restart.

Η λογική που αναπτύσσεται σε κυβερνητικούς και κοινοβουλευτικούς κύκλους είναι απλή: αφού δεν υπάρχει άμεση προσφυγή στις κάλπες, πρέπει να υπάρξει ένα γεγονός που θα αλλάξει την πολιτική ατζέντα. Ένα νέο κυβερνητικό σχήμα μπορεί να δώσει στην κυβέρνηση νέο πολιτικό και επικοινωνιακό «καύσιμο», αλλά και την αίσθηση ότι περνά από τη φάση της διαχείρισης στη φάση της τελικής υλοποίησης του προγράμματός της.

Δεν πρόκειται, πάντως, για ειλημμένη απόφαση. Τα σενάρια παραμένουν σενάρια και η τελική απόφαση ανήκει αποκλειστικά στον πρωθυπουργό. Και στο Μέγαρο Μαξίμου φαίνεται να επικρατεί η δεύτερη σκέψη: ένας ανασχηματισμός στο συγκεκριμένο timing μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα θα κληθεί να λύσει.

Ποιοι θα μπουν στο κάδρο

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο των τελευταίων συζητήσεων είναι ότι ο επόμενος ανασχηματισμός δεν αποκλείεται να έχει έντονο εκλογικό αποτύπωμα.

Σύμφωνα με το σενάριο που επανέρχεται, ο Μητσοτάκης θα αναζητήσει πρόσωπα που δεν διαθέτουν μόνο υπουργικές ικανότητες, αλλά μπορούν να δώσουν μάχη στις εκλογικές τους περιφέρειες, να κινητοποιήσουν την κομματική βάση και να έχουν ισχυρή παρουσία στις τοπικές κοινωνίες.

Αυτό σημαίνει ότι ιδιαίτερο βάρος μπορεί να δοθεί στους βουλευτές που έχουν ισχυρό κοινοβουλευτικό και κομματικό αποτύπωμα.

Και εδώ οι θέσεις των υφυπουργών αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Είναι ο χώρος στον οποίο ο πρωθυπουργός μπορεί να κάνει περισσότερες κινήσεις, να αξιοποιήσει βουλευτές από κρίσιμες περιφέρειες και να δημιουργήσει ένα ευρύτερο δίκτυο κυβερνητικών στελεχών που θα βρεθούν στην πρώτη γραμμή της προεκλογικής μάχης.

Άλλωστε, ο μίνι ανασχηματισμός του Ιουνίου έδειξε ήδη αυτή την κατεύθυνση, με την επιστροφή του Τάσου Χατζηβασιλείου και την αξιοποίηση προσώπων με ισχυρές περιφερειακές αναφορές.

Τα ονόματα που επιστρέφουν

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ενδεχόμενο επιστροφής πρώην υπουργών στην κυβέρνηση.

Στα σενάρια που έχουν δημοσιοποιηθεί περιλαμβάνονται ο Γιάννης Κεφαλογιάννης, ο οποίος είχε αποχωρήσει από το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ο Κώστας Τσιάρας, πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, καθώς και ο Δημήτρης Βαρτζόπουλος, του οποίου η θέση στο υπουργείο Υγείας παραμένει κενή. Οι σχετικές υποθέσεις που είχαν συνδεθεί με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν αρχειοθετηθεί, γεγονός που ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για πιθανή επιστροφή τους.

Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι οι συγκεκριμένες επιστροφές έχουν αποφασιστεί. Δείχνουν όμως τη δεξαμενή προσώπων από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει ο πρωθυπουργός.

Ποιοι μπορεί να δουν την πόρτα της εξόδου;

Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός γρίφος.

Ένας ανασχηματισμός που θα γίνει με στόχο την ανανέωση δεν μπορεί να περιοριστεί σε προσθήκες. Θα πρέπει να υπάρξουν και αποχωρήσεις.

Στο μικροσκόπιο αναμένεται να βρεθούν υπουργοί που έχουν καταγράψει πολιτική φθορά, χαμηλές επιδόσεις ή έχουν συνδεθεί με προβλήματα που η κυβέρνηση θέλει να αφήσει πίσω της. Το κριτήριο δεν θα είναι απαραίτητα η προσωπική πολιτική ισχύς τους, αλλά το αν μπορούν να υπηρετήσουν αποτελεσματικά την επόμενη φάση της κυβερνητικής πορείας.

Το Μαξίμου, άλλωστε, θα θέλει να αποφύγει έναν ανασχηματισμό που θα μοιάζει με ομολογία αποτυχίας. Το ζητούμενο θα είναι να παρουσιαστεί ως επιτάχυνση και όχι ως διόρθωση.

Με άλλα λόγια, όσοι απομακρυνθούν δεν θα πρέπει να εμφανιστούν ως «αποτυχημένοι υπουργοί», αλλά ως πρόσωπα που ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους.

Η ΔΕΘ ο μεγάλος σταθμός

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποκτά έτσι ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Εκεί ο πρωθυπουργός αναμένεται να παρουσιάσει το κυβερνητικό αφήγημα για την επόμενη περίοδο, με έμφαση στην οικονομία, τις παροχές, τις φορολογικές παρεμβάσεις και το πρόγραμμα που θα οδηγήσει τη χώρα μέχρι το 2027.

Ένας ανασχηματισμός πριν ή μετά τη ΔΕΘ θα μπορούσε να αποτελέσει το δεύτερο κομμάτι του ίδιου πολιτικού σχεδιασμού: νέο αφήγημα, νέα πρόσωπα, νέα αρχή.

Το Μαξίμου θα μετρήσει, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, τις δημοσκοπήσεις, την εικόνα της κυβέρνησης, την απήχηση των εξαγγελιών της ΔΕΘ και την πορεία των κυβερνητικών δεσμεύσεων πριν καταλήξει.

Η παγίδα της εσωστρέφειας

Ένας ανασχηματισμός όμως δεν είναι ποτέ μόνο θέμα προσώπων. Είναι και θέμα πολιτικών ισορροπιών. Κάθε υπουργός που απομακρύνεται θα αναρωτηθεί γιατί έφυγε. Κάθε βουλευτής που περιμένει υπουργοποίηση θα αναρωτηθεί γιατί δεν μπήκε. Κάθε νέο πρόσωπο που θα αξιοποιηθεί θα δημιουργήσει προσδοκίες και σε άλλους που θεωρούν ότι δικαιούνται μια θέση στην κυβέρνηση. Και κάπως έτσι, από ένα κυβερνητικό «restart», μπορεί να προκύψει ένα εσωκομματικό «restart» – αλλά με όρους σύγκρουσης. Οι γκρίνιες θα πολλαπλασιαστούν, οι εσωτερικές προστριβές θα ενταθούν και η συζήτηση θα φύγει από το πολιτικό μήνυμα που θέλει να εκπέμψει ο πρωθυπουργός. Αν μάλιστα ορισμένοι από τους σημερινούς υπουργούς θεωρήσουν ότι απομακρύνονται επειδή «χρεώθηκαν» πολιτικά προβλήματα, τότε η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Και το ίδιο ισχύει για εκείνους που θα παραμείνουν εκτός κυβέρνησης, ενώ θεωρούν ότι διαθέτουν ισχυρό πολιτικό κεφάλαιο και εκλογική επιρροή στην περιφέρειά τους.

Πρακτικά για όλους τους παραπάνω λόγους αρκετοί συνομιλητές του Κυριάκου Μητσοτάκη θεωρούν ότι δεν θα μπει αυτή την περίοδο σε συνθήκες ανασχηματισμού διότι κάτι τέτοιο μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα.