Η Ευρώπη πανηγυρίζει για ανάπτυξη 0,4%, αλλά η Ιρλανδία κρύβει τη μισή αλήθεια
Τα ευρωπαϊκά στοιχεία εμφανίζονται καλύτερα από τις προβλέψεις, όμως η άνιση ανάπτυξη των οικονομιών της ευρωζώνης περιορίζει τον πραγματικό ενθουσιασμό.
The news
Η Eurostat ανακοίνωσε στις 30 Οκτωβρίου ότι το ΑΕΠ της ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 0,4% στο τρίτο τρίμηνο του 2026, ξεπερνώντας τις προβλέψεις για 0,2%.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά κατέγραψε ανάπτυξη 0,5%.
Σε ετήσια βάση, η οικονομία της ευρωζώνης αναπτύχθηκε κατά 1,3%.
Ωστόσο, οι επιδόσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών.
Η Ιρλανδία σημείωσε ανάπτυξη 5,5%, ενώ η Γερμανία περιορίστηκε στο 0,2% και η Γαλλία παρουσίασε συρρίκνωση 0,1%.
Η Ισπανία και η Ολλανδία κατέγραψαν αύξηση 0,6%. Σύμφωνα με την ανάλυση του Associated Press, χωρίς τη συμβολή της Ιρλανδίας η ανάπτυξη της ευρωζώνης διαμορφώνεται περίπου στο 0,2%.
The backstage
Τα συνολικά οικονομικά στοιχεία της Ευρώπης δεν αποκαλύπτουν πάντοτε την πραγματική εικόνα της παραγωγικής δραστηριότητας.
Η Ιρλανδία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση, επειδή η παρουσία μεγάλων πολυεθνικών επηρεάζει έντονα το καταγεγραμμένο ΑΕΠ της.
Μετακινήσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, εταιρικές δραστηριότητες και διεθνείς λογιστικές ροές μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλες διακυμάνσεις στους επίσημους αριθμούς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα στοιχεία της Eurostat είναι λανθασμένα.
Σημαίνει ότι η ονομαστική επίδοση του συνόλου δεν αποτυπώνει πάντα την ανάπτυξη που βιώνουν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Το παρασκήνιο βρίσκεται στη συζήτηση για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων.
Η ΕΚΤ πρέπει να αξιολογήσει μια οικονομία που εμφανίζει θετικό ρυθμό ανάπτυξης, αλλά με έντονες ανισορροπίες μεταξύ των κρατών-μελών.
Η Γερμανία παραμένει αντιμέτωπη με βιομηχανικές δυσκολίες, ενώ η Γαλλία δοκιμάζεται από δημοσιονομικές και πολιτικές πιέσεις.
Αντίθετα, ορισμένες μικρότερες ή περισσότερο προσανατολισμένες στις υπηρεσίες οικονομίες εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Η αύξηση των τιμών της ενέργειας δημιουργεί πρόσθετο πρόβλημα, επειδή περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και αυξάνει το βιομηχανικό κόστος.
Για τους επενδυτές, το σημαντικό δεν είναι μόνο το συνολικό 0,4%, αλλά η σύνθεση της ανάπτυξης.
Η ευρωπαϊκή οικονομία χρειάζεται περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και όχι απλώς καλύτερους στατιστικούς μέσους όρους.

