Το σύμφωνο κοινής άμυνας της Μέκκας: H νέα συμμαχία που αλλάζει τη Μέση Ανατολή
Πώς το λεγόμενο «ισλαμικό ΝΑΤΟ» φιλοδοξεί να επαναπροσδιορίσει τον γεωπολιτικό χάρτη με μια ρήτρα αμοιβαίας άμυνας
Την περασμένη Παρασκευή, οι ηγέτες της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν προχώρησαν στην υπογραφή ενός ιστορικού αμυντικού συμφώνου, το οποίο έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί τεκτονικές αναταράξεις στη διεθνή διπλωματία. Το σύμφωνο κοινής άμυνας της Μέκκας, όπως ονομάζεται επίσημα, έχει χαρακτηριστεί από πολλούς διεθνείς αναλυτές ως ένα εν δυνάμει «ισλαμικό ΝΑΤΟ». Η τριμερής αυτή συμφωνία ορίζει ρητά ότι οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός εκ των τριών κρατών θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, απηχώντας ξεκάθαρα τη λογική του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ περί αμοιβαίας συνδρομής.
Σε μια περίοδο όπου ο αμερικανο-ιρανικός πόλεμος παραμένει άλυτος, η κλιμάκωση στην Υεμένη και την Ερυθρά Θάλασσα χτυπάει «κόκκινο» και η διαρκής ένταση μεταξύ του Ισραήλ και των γειτόνων του διατηρείται αμείωτη, αυτή η κίνηση δεν είναι τυχαία. Το νέο αυτό σύμφωνο έρχεται να τοποθετηθεί στο επίκεντρο μιας εξαιρετικά ταραγμένης Μέσης Ανατολής, φιλοδοξώντας να αλλάξει άρδην τις ισορροπίες ισχύος.

Το παρασκήνιο μιας πολυετούς διπλωματικής προετοιμασίας
Η υπογραφή αυτής της συμφωνίας δεν προέκυψε εν αιθρία. Το σύμφωνο κοινής άμυνας της Μέκκας βρισκόταν στα σκαριά εδώ και αρκετό καιρό. Σύμφωνα με δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, οι σχετικές προσπάθειες βρίσκονταν σε εξέλιξη τα τελευταία δύο χρόνια και οκτώ μήνες. Κατά τη διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου, υπήρξαν εκτενείς συζητήσεις σχετικά με την αυξημένη συνεργασία μεταξύ της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν, αλλά και της Αιγύπτου, αν και τελικά το Κάιρο επέλεξε να μην υπογράψει το σύμφωνο σε αυτή τη φάση.

Επιπλέον, τον περασμένο Σεπτέμβριο, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία είχαν ήδη προχωρήσει στην υπογραφή ενός δικού τους, διμερούς αμυντικού συμφώνου. Είναι σαφές ότι τα τρία αυτά κράτη έχουν μακρά ιστορία στρατιωτικής συνεργασίας. Το Πακιστάν, για παράδειγμα, συνέβαλε καθοριστικά στην εκπαίδευση των σαουδαραβικών δυνάμεων για δεκαετίες. Παράλληλα, τόσο το Ισλαμαμπάντ όσο και το Ριάντ αποτελούν σταθερούς αγοραστές του τουρκικού στρατιωτικού εξοπλισμού, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και τα πολεμικά πλοία, ενισχύοντας έτσι την αμυντική βιομηχανία της Άγκυρας.
Τι φέρνει ο κάθε σύμμαχος στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων
Στην ιστορική συνάντηση της περασμένης Παρασκευής στην ιερότερη πόλη του Ισλάμ, τη Μέκκα, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Πακιστανός πρωθυπουργός Σεχμπάζ Σαρίφ και ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν επισφράγισαν τη συνεργασία τους. Αν και οι ακριβείς λεπτομέρειες δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως, κοινή ανακοίνωση ανέφερε ότι το σύμφωνο βασίζεται στα κοινά στρατηγικά τους συμφέροντα. Κάθε χώρα, άλλωστε, συνεισφέρει κάτι το μοναδικό σε αυτή τη νεοσύστατη συμμαχία.
Η Σαουδική Αραβία προσφέρει τον τεράστιο πετρελαϊκό της πλούτο, την ισχυρή οικονομική της επιφάνεια και τη διπλωματική της επιρροή σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Το Πακιστάν διαθέτει έναν αριθμητικά κολοσσιαίο στρατό και, το σημαντικότερο, αποτελεί το μοναδικό έθνος με μουσουλμανική πλειοψηφία που είναι οπλισμένο με πυρηνικά όπλα. Η Τουρκία, από την πλευρά της, συνεισφέρει με την εδραιωμένη και ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία, καθώς και με έναν από τους πιο ισχυρούς και εμπειροπόλεμους στρατούς στην ευρύτερη περιοχή. Η συνδυαστική τους ισχύς δημιουργεί ένα γεωπολιτικό ανάχωμα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.

Η απάντηση στο κενό ασφαλείας και την αμερικανική υποχώρηση
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας έσπευσε να διευκρινίσει ότι η κίνηση αυτή δεν αποτελεί προσπάθεια δημιουργίας ενός στρατιωτικού άξονα ή ενός σεχταριστικού μπλοκ, ούτε συνδέεται με πυρηνικές φιλοδοξίες. Αντίστοιχα, η τουρκική κυβέρνηση περιέγραψε το σύμφωνο ως αμιγώς αμυντικό, τονίζοντας ότι δεν στρέφεται εναντίον κανενός συγκεκριμένου παίκτη. Ωστόσο, παρατηρώντας κανείς το σύμφωνο κοινής άμυνας της Μέκκας με φόντο τη συνεχιζόμενη αναταραχή, είναι προφανές ότι αποτελεί μια άμεση απάντηση στο ρευστό τοπίο ασφαλείας.
Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση ενός Σαουδάραβα αναλυτή, με στενούς δεσμούς με το βασιλικό παλάτι, ο οποίος υποστήριξε ότι η τριμερής συμφωνία αντανακλά την αναγνώριση πως η αμερικανική αποτροπή έχει αποδυναμωθεί σημαντικά. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η διαχείριση των περιφερειακών απειλών, όπως αυτή που θέτει το Ιράν, θα πρέπει όλο και περισσότερο να αναλαμβάνεται από τις ίδιες τις περιφερειακές δυνάμεις, παρά να επαφίεται στην προστασία της Ουάσιγκτον.
Οι οργισμένες αντιδράσεις από την Τεχεράνη και το Τελ Αβίβ
Παρά τις διαβεβαιώσεις των τριών χωρών ότι το σύμφωνο δεν στρέφεται εναντίον τρίτων, η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονη δυσφορία στην Τεχεράνη. Ένας Ιρανός αξιωματούχος της κοινοβουλευτικής επιτροπής εθνικής ασφάλειας ανέφερε αιχμηρά ότι οι Σαουδάραβες πρέπει να γνωρίζουν πως οι έγγραφες συμφωνίες δεν θα τους φέρουν ασφάλεια, όπως άλλωστε δεν τους έφερε και το «άρμεγμα» ετών από τους Αμερικανούς. Η ιρανική πλευρά προειδοποιεί τις χώρες αυτές να αλλάξουν τις πολιτικές τους αντί να επαιτούν για ασφάλεια.
Ούτε όμως η ισραηλινή κυβέρνηση βλέπει με καλό μάτι τη νέα αυτή συνεργασία. Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει στο παρελθόν προειδοποιήσει για την ανάδυση ενός νέου, ισχυρού «σουνιτικού άξονα». Η Τουρκία βρίσκεται ήδη σε μια τροχιά έντονης λεκτικής αντιπαράθεσης με το Ισραήλ, χαρακτηρίζοντάς το ως τη μεγαλύτερη απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα, ενώ Ισραηλινοί πολιτικοί επιχειρούν συχνά να παρουσιάσουν την Άγκυρα ως το «νέο Ιράν».
Τα αντικρουόμενα συμφέροντα και ο ρόλος των μεμονωμένων συγκρούσεων
Κάθε χώρα από τις τρεις έχει τις δικές της πιεστικές ανησυχίες στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Η Σαουδική Αραβία έχει δεχθεί άμεσες επιθέσεις από ιρανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου ΗΠΑ-Ιράν, ενώ αντιμετωπίζει μια αναζωπυρωμένη σύγκρουση με τους αντάρτες Χούθι της Υεμένης. Το γεγονός αυτό είναι κρίσιμο, καθώς οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα απειλούν την κύρια οδό εξαγωγής του σαουδαραβικού πετρελαίου, έπειτα από το ιρανικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Το Πακιστάν, από την άλλη, κατάφερε να μείνει εκτός της αμερικανο-ιρανικής σύγκρουσης, διεκδικώντας ρόλο μεσολαβητή. Ωστόσο, αντιμετωπίζει τις δικές του προκλήσεις, έχοντας συγκρουστεί με την Ινδία πέρυσι, ενώ πρόσφατα ανακοίνωσε ανοιχτό πόλεμο κατά των Αφγανών Ταλιμπάν, τους οποίους κατηγορεί για υποστήριξη επιθέσεων στο έδαφός του. Το ερώτημα που πλανάται πλέον είναι αν το νέο αμυντικό σύμφωνο σημαίνει ότι η Τουρκία, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία θα εμπλακούν άμεσα στις πολεμικές συγκρούσεις των συμμάχων τους.
Η πρακτική εφαρμογή και η ευλογία των Ηνωμένων Πολιτειών
Η απάντηση στο κατά πόσο η συμμαχία θα λειτουργήσει ως ένας αυτόματος μηχανισμός εμπλοκής είναι, προς το παρόν, συγκρατημένη. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών διευκρίνισε ότι, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο ΝΑΤΟ, η χώρα που δέχεται επίθεση θα πρέπει να ζητήσει επίσημα συνδρομή και να καθορίσει το είδος της βοήθειας που χρειάζεται. Είναι ενδεικτικό ότι, παρά την προηγούμενη διμερή συμφωνία Ριάντ-Ισλαμαμπάντ και την ανάπτυξη πακιστανικών στρατευμάτων στη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν δεν ενεπλάκη στον πόλεμο κατά του Ιράν ούτε εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον των Χούθι.
Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη του συμφώνου αυξάνει αναπόφευκτα τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης περιφερειακής διάχυσης των συγκρούσεων. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι βλέπουμε ένα βήμα προς την επισημοποίηση μιας νέας αρχιτεκτονικής περιφερειακής ασφάλειας, η οποία θα μπορούσε μελλοντικά να συμπεριλάβει και άλλα κράτη. Είναι μια απόδειξη ότι οι περιφερειακές δυνάμεις αναλαμβάνουν πλέον τα ηνία, αντί να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις ΗΠΑ. Και δεδομένης της διακηρυγμένης επιθυμίας του Ντόναλντ Τραμπ να αναλάβουν οι σύμμαχοι το δικό τους μερίδιο ευθύνης στην άμυνα (burden sharing), η εξέλιξη αυτή είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπιστεί μάλλον θετικά στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας τις χώρες της περιοχής να καθαρίσουν μόνες τους τα γεωπολιτικά τους ανοιχτά μέτωπα.

