Γιατί η οικονομική κατάρρευση της Τουρκίας βάζει φρένο στα γεωπολιτικά σχέδια του Ερντογάν
Ο πληθωρισμός, το τεράστιο ιδιωτικό χρέος και η ενεργειακή εξάρτηση δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο, μετατρέποντας τις πολεμικές ιαχές σε εργαλείο εσωτερικού αντιπερισπασμού.
Η ρητορική της έντασης και η διπλωματική εργαλειοποίηση των κρίσεων αποτελούν πάγια τακτική της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Το τελευταίο διάστημα, η Άγκυρα επιχειρεί να αναδειχθεί σε κεντρικό παίκτη στη Μέση Ανατολή, με τον Ταγίπ Ερντογάν να υιοθετεί ακραία επιθετικό τόνο, προβάλλοντας τη χώρα του ως τον νέο γεωπολιτικό πυλώνα της περιοχής. Με επιρροή στη Συρία και το Ιράκ, στρατιωτική παρουσία στη Σομαλία και στενές σχέσεις με το Κατάρ και την Αίγυπτο, η Τουρκία φαντάζει ως μια ανερχόμενη, απειλητική δύναμη. Ως το κράτος με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, η εικόνα που εκπέμπει είναι αυτή μιας περιφερειακής υπερδύναμης έτοιμης να επιβάλει τους όρους της.
Ωστόσο, πίσω από την οθόνη του γεωπολιτικού θορύβου κρύβεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των στρατιωτών του, αλλά, πρωτίστως, με τις αντοχές των ταμείων του. Μια ενδελεχής ματιά στα μακροοικονομικά μεγέθη της Τουρκίας αποκαλύπτει ότι η χώρα βρίσκεται σε δραματική κατάσταση, γεγονός που ρίχνει άπλετο φως στις πραγματικές δυνατότητες της Άγκυρας να μετουσιώσει τη ρητορική της σε πράξη.
Ο δείκτης μιζέριας και η παγκόσμια κατάταξη
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να εξετάσουμε τον περίφημο δείκτη μιζέριας (Misery Index), ο οποίος υπολογίζεται ετησίως από τον κορυφαίο οικονομολόγο Steve Hanke. Η μεθοδολογία είναι εξαιρετικά απλή και αποτυπώνει με ακρίβεια τον οικονομικό πόνο που βιώνει ο μέσος πολίτης: προσθέτει το ποσοστό του πληθωρισμού με το ποσοστό της ανεργίας. Όσο υψηλότερο είναι το άθροισμα, τόσο χειρότερη είναι η ποιότητα ζωής στη δεδομένη χώρα.

Για το 2025, ο συγκεκριμένος δείκτης αξιολόγησε 156 χώρες. Το αποτέλεσμα για την Τουρκία προκαλεί ίλιγγο. Η χώρα κατέταξε την οικονομία της ως την τρίτη χειρότερη στον κόσμο, πίσω μόνο από τη Βενεζουέλα και το Σουδάν—δύο κράτη που μαστίζονται από εμφυλίους, επαναστάσεις και απόλυτη θεσμική κατάρρευση. Η Τουρκία, μια χώρα της G20, βρέθηκε σε χειρότερη θέση από το Ιράν, την Αργεντινή, την Αϊτή, τον Λίβανο και τη Συρία. Αυτό το αμείλικτο στατιστικό δεδομένο αποτελεί το απαραίτητο πρίσμα μέσα από το οποίο οφείλουμε να διαβάζουμε τις εξαγγελίες του Τούρκου προέδρου.
Ο πληθωρισμός και το χάσμα αξιοπιστίας
Ο πρώτος πυλώνας που συντηρεί αυτόν τον εφιαλτικό δείκτη είναι ο πληθωρισμός. Με βάση τα επίσημα στοιχεία του Ιουλίου, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 31,8%. Αυτό σημαίνει ότι τα βασικά αγαθά—από τα τρόφιμα και τα ενοίκια μέχρι τις μεταφορές—κοστίζουν σχεδόν ένα τρίτο παραπάνω σε σχέση με πέρυσι. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης πανηγυρίζει, προβάλλοντας το αφήγημα ότι ο πληθωρισμός μειώνεται, καθώς υποχώρησε από τα επίπεδα άνω του 35% που είχε καταγράψει νωρίτερα μέσα στο έτος, εν μέσω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή.
Το πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται στις προσδοκίες των καταναλωτών, οι οποίες αποτελούν κρίσιμο δείκτη για την πορεία μιας οικονομίας. Στις έρευνες που διεξάγονται, τα τουρκικά νοικοκυριά εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός στο τέλος του έτους θα αγγίξει το 45%. Αυτό το τεράστιο χάσμα μεταξύ της κυβερνητικής ρητορικής (31%) και της λαϊκής αντίληψης (45%) καταδεικνύει την πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης. Όταν οι πολίτες δεν πιστεύουν ότι οι τιμές θα τεθούν υπό έλεγχο, προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους: ξοδεύουν ταχύτερα, απαιτούν υψηλότερους μισθούς και οι ιδιοκτήτες αυξάνουν ραγδαία τα ενοίκια. Με αυτόν τον τρόπο, η προσδοκία του πληθωρισμού τροφοδοτεί και γιγαντώνει τον ίδιο τον πληθωρισμό.
Η κρυφή ανεργία της νεολαίας ως ωρολογιακή βόμβα
Το δεύτερο συστατικό της εξίσωσης είναι η ανεργία. Επισήμως, το ποσοστό ανεργίας στην Τουρκία κυμαίνεται στο 8,5%, ένα νούμερο που εκ πρώτης όψεως δεν δείχνει καταστροφικό. Αν όμως αναλύσουμε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και εξετάσουμε τον ευρύτερο δείκτη που περιλαμβάνει τους νέους που έχουν εγκαταλείψει την αναζήτηση εργασίας ή έχουν εγκλωβιστεί σε θέσεις μερικής απασχόλησης, η εικόνα γίνεται ζοφερή.
![Ανεργία: Στα επίπεδα του 2009 αλλά με χαμηλότερη απασχόληση [πίνακες] - ΤΑ ΝΕΑ](https://www.tanea.gr/wp-content/uploads/2023/11/anergia-768x543-1.jpg)
Η πραγματική ανεργία στους νέους εκτοξεύεται στο 36%. Περισσότεροι από ένας στους τρεις νεαρούς ενήλικες είναι λειτουργικά αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορά ακριβώς εκείνη την ηλικιακή ομάδα που ιστορικά πυροδοτεί την πολιτική αστάθεια σε παγκόσμιο επίπεδο. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα να χάσουν και κανένα ουσιαστικό μερίδιο στο υφιστάμενο σύστημα, καθιστώντας τους ιδιαίτερα ευάλωτους στην κοινωνική οργή.
Η αιμορραγία των συναλλαγματικών αποθεμάτων
Την ίδια στιγμή, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας δίνει έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης για να αποτρέψει την πλήρη κατάρρευση της τουρκικής λίρας. Η λειτουργία της θυμίζει μια επιχείρηση που, για να δείχνει εύρωστη προς τα έξω και να πληρώνει τα τρέχοντα έξοδά της, αδειάζει μανιωδώς τον λογαριασμό καταθέσεών της. Στην περίπτωση της τουρκικής οικονομίας, αυτός ο λογαριασμός είναι τα εθνικά συναλλαγματικά αποθέματα και ο χρυσός.

Κατά τη διάρκεια των χειρότερων εβδομάδων της γεωπολιτικής κρίσης με το Ιράν, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας αναγκάστηκε να πουλήσει πάνω από 26 δισεκατομμύρια δολάρια σε συνάλλαγμα και περισσότερους από 56 τόνους χρυσού μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες. Στόχος της ήταν αποκλειστικά η συγκράτηση της ισοτιμίας. Η πρακτική αυτή είναι απολύτως μη βιώσιμη. Η τουρκική κυβέρνηση κατασπαταλά τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης για να προβάλει μια τεχνητή εικόνα σταθερότητας, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά ότι η πραγματική νομισματική σταθερότητα έχει προ πολλού χαθεί.
Η θηλιά του εξωτερικού χρέους
Σε επιχειρηματικό επίπεδο, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Ένας τεράστιος αριθμός τουρκικών επιχειρήσεων είχε δανειστεί στο παρελθόν σε δολάρια, εκμεταλλευόμενος τα χαμηλότερα επιτόκια. Ωστόσο, τα έσοδά τους προέρχονται σε λίρες. Καθώς το τουρκικό νόμισμα υποτιμάται διαρκώς, το χρέος αυτών των επιχειρήσεων διογκώνεται αυτόματα, χωρίς καν να έχουν δανειστεί νέα κεφάλαια. Συνολικά, ο τουρκικός ιδιωτικός τομέας οφείλει περίπου 197 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα σε ξένο νόμισμα από ό,τι κατέχει σε περιουσιακά στοιχεία. Αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο άνοιγμα των τελευταίων 8 ετών, καθιστώντας τις επιχειρήσεις εξαιρετικά ευάλωτες σε κάθε νέα πτώση της λίρας.
Παράλληλα, το τουρκικό κράτος καλείται φέτος να αναχρηματοδοτήσει βραχυπρόθεσμο εξωτερικό χρέος ύψους 101,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό προϋποθέτει την τυφλή εμπιστοσύνη των ξένων δανειστών και επενδυτών. Εάν μια αξιολόγηση από διεθνείς οίκους—όπως η αναμενόμενη από την S&P—υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, το κόστος δανεισμού θα εκτοξευθεί, καθιστώντας το roll-over του χρέους δυσβάσταχτο, αν όχι αδύνατο.
Η ενεργειακή εξάρτηση και το σοκ του Οκτωβρίου
Ο μεγαλύτερος, ίσως, δομικός κίνδυνος για την οικονομία της Τουρκίας είναι η σχεδόν απόλυτη ενεργειακή της εξάρτηση. Η χώρα εισάγει πάνω από το 90% του αργού πετρελαίου και το 96% του φυσικού αερίου που καταναλώνει. Κάθε διακύμανση στις διεθνείς τιμές χτυπάει απευθείας την τουρκική οικονομία. Αυτό φάνηκε έντονα στην πρόσφατη ιρανική κρίση, όταν η εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου από τα 60 στα 110 δολάρια προκάλεσε κραδασμούς στο σύστημα.
Για να απορροφήσει τις αντιδράσεις, η κυβέρνηση εφάρμοσε μια πολιτική επιδότησης του φόρου καυσίμων. Κάθε φορά που η παγκόσμια τιμή ανέβαινε, το κράτος μείωνε τον φόρο, χάνοντας 240 εκατομμύρια λίρες την ημέρα (περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια) σε φορολογικά έσοδα. Αυτό το μαξιλάρι ωστόσο τελειώνει. Βάσει του προγράμματος εξόδου, η επιδότηση μειώθηκε σταδιακά και στις 1 Οκτωβρίου καταργείται πλήρως. Από εκείνη την ημέρα, όποια κι αν είναι η διεθνής τιμή του πετρελαίου, θα χτυπήσει απευθείας και χωρίς δίχτυ ασφαλείας τον Τούρκο καταναλωτή, προκαλώντας ένα πρωτοφανές ціνικό σοκ στην αντλία.
Η πραγματική στρατηγική πίσω από τις κραυγές
Ενώνοντας τα κομμάτια αυτού του μακροοικονομικού παζλ, γίνεται σαφές το κίνητρο πίσω από τις φλογερές δηλώσεις του Ερντογάν, ειδικά όσον αφορά το Ισραήλ και τη Δύση. Η σκληρή ρητορική είναι πολιτικά αποδοτική, ενισχύει το προφίλ του στον μουσουλμανικό κόσμο, συσπειρώνει την εκλογική του βάση και, το σημαντικότερο, δεν κοστίζει ούτε μία λίρα. Σε μια περίοδο που η κοινωνία μαστίζεται από τη χειρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, οι κραυγές προσφέρουν έναν εξαιρετικά βολικό αντιπερισπασμό.
Πρέπει βέβαια να αναγνωριστεί ότι ο Ερντογάν δεν υποκρίνεται ιδεολογικά. Η φιλοδοξία του να καταστεί ηγέτης του σουνιτικού κόσμου και ο αναθεωρητισμός του αποτελούν γνήσια στρατηγικά οράματα που έχουν τις ρίζες τους στις καταβολές του. Ο συνδυασμός του ιδεολογικού φανατισμού με την απόλυτη ανάγκη για πολιτικό αντιπερισπασμό καθιστά την τακτική του αναπόφευκτη ενόψει του 2028.
Το τελικό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι αδιαπραγμάτευτο: Η τουρκική οικονομία βρίσκεται στην εντατική. Μια χώρα που καίει τα αποθέματά της για να σώσει το νόμισμά της, που έχει ταμειακό άνοιγμα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων και που βασίζεται εξ ολοκλήρου σε εισαγόμενη ενέργεια, δεν μπορεί να αντέξει το κόστος ενός πολέμου ή μιας ρήξης που θα επέφερε κυρώσεις. Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει την πολυτέλεια να απειλεί, αλλά τα οικονομικά μεγέθη της χώρας του του απαγορεύουν κατηγορηματικά να πατήσει τη σκανδάλη.

