Τι έκρυβε η αιφνιδιαστική επίσκεψη του επικεφαλής της CIA στη Μόσχα και τα σενάρια για την επόμενη κίνηση της Ρωσίας
Οι φόβοι για διεύρυνση του πολέμου στην Ουκρανία, οι καταγγελίες για σαμποτάζ στην Ευρώπη και οι πληροφορίες για ρωσική βοήθεια στο πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν – Γιατί μια επίθεση σε χώρα του ΝΑΤΟ θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη για τη Μόσχα
Η αιφνιδιαστική και ιδιαίτερα δημόσια επίσκεψη του διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ στη Μόσχα είχε έρθει σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις της Ρωσίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να συνεχίζεται και μια σειρά από παράλληλες εξελίξεις να ενισχύουν την αβεβαιότητα για τις επόμενες κινήσεις της Μόσχας.
Στο ίδιο διάστημα, ένα drone με εκρηκτικά εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο της Λειψίας, με τη Γερμανία να κατηγορεί τη Ρωσία, ενώ δημοσίευμα των Financial Times ανέφερε ότι η Μόσχα βοηθά το Ιράν στην ανάπτυξη εγκατάστασης για την κατασκευή υπερηχητικών πυραύλων. Παράλληλα, η Ρωσία προειδοποιεί για μεγάλης κλίμακας επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας.
Το τι ακριβώς συζητήθηκε κατά την επίσκεψη του Ράτκλιφ στη ρωσική πρωτεύουσα δεν είναι γνωστό. Σύμφωνα με το Geopolitical Futures, μία από τις εκδοχές είναι ότι η Ουάσινγκτον θέλησε να καταστήσει σαφές στη Μόσχα ότι δεν θα ανεχθεί επέκταση της σύγκρουσης προς την Ευρώπη, ιδιαίτερα εάν μια ρωσική ενέργεια έθετε σε κίνδυνο Αμερικανούς στρατιώτες.
Μια δεύτερη εκδοχή συνδέει τις συνομιλίες με πληροφορίες και φήμες περί αυξανόμενης δυσαρέσκειας στις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου και την απροθυμία του Βλαντίμιρ Πούτιν να τον τερματίσει. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα σενάριο που δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Η τρίτη πιθανή διάσταση αφορά το Ιράν και τις πληροφορίες για ρωσική βοήθεια στην ανάπτυξη πυραυλικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης.
Το βέβαιο είναι ότι η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε με τρόπο που δεν άφηνε αμφιβολίες ότι η Ουάσινγκτον ήθελε να γίνει γνωστή. Η δημόσια παρουσία του επικεφαλής της CIA στη Μόσχα μπορούσε να λειτουργήσει ως μήνυμα τόσο προς το αμερικανικό και ευρωπαϊκό κοινό όσο και προς τη ρωσική πλευρά ότι βρίσκονται σε εξέλιξη απευθείας επαφές σε υψηλό επίπεδο.
Τέτοιες συναντήσεις μεταξύ αντίπαλων δυνάμεων δεν είναι πρωτοφανείς. Αντίστοιχες επαφές είχαν πραγματοποιηθεί και λίγο πριν από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επιχειρήσει να αποτρέψουν τη ρωσική εισβολή.
Αυτή τη φορά, όμως, υπάρχει μία ακόμη εξέλιξη που μπορεί να συνδέεται με την προσπάθεια διαπραγμάτευσης: η πρόσκληση του Ρώσου υπουργού Οικονομικών στη σύνοδο της G20 από τον Ντόναλντ Τραμπ, για πρώτη φορά μετά την έναρξη του πολέμου. Η κίνηση προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων, αλλά μπορεί να ερμηνευθεί ως επαναφορά μιας παλαιότερης αμερικανικής πρότασης προς τη Ρωσία.
Η λογική της πρότασης είναι ότι, εφόσον η Μόσχα τερματίσει τον πόλεμο, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για οικονομική συνεργασία και αμερικανικές επενδύσεις στη Ρωσία, μια χώρα με σημαντικούς φυσικούς πόρους και δυνατότητες προσέλκυσης κεφαλαίων.
Με τη ρωσική οικονομία να βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση, η παρουσία του υπουργού Οικονομικών στην G20 θα μπορούσε επομένως να αποτελεί μήνυμα ότι αυτή η επιλογή εξακολουθεί να βρίσκεται στο τραπέζι.

Γιατί μια ρωσική επίθεση στις χώρες της Βαλτικής θα μπορούσε να εμπλέξει άμεσα τις ΗΠΑ
Ένα από τα βασικά σενάρια που συζητούνται αφορά το ενδεχόμενο η Ρωσία να επιχειρήσει να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ, στρεφόμενη εναντίον μιας από τις χώρες της Βαλτικής.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο σε ένα τέτοιο σχέδιο είναι η παρουσία αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή.
Η Λιθουανία, η Λετονία και η Εσθονία είναι μικρές χώρες και οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επίθεση θα είχε σημαντική πιθανότητα να εμπλέξει αμερικανικές δυνάμεις από την αρχή. Μια επιχείρηση θα μπορούσε να ξεκινήσει με αεροπορικά πλήγματα για την προετοιμασία της χερσαίας προέλασης, δημιουργώντας μεγάλο κίνδυνο αμερικανικών απωλειών.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η πολιτική εξίσωση στις Ηνωμένες Πολιτείες θα άλλαζε δραματικά. Η απροθυμία για άμεση εμπλοκή σε έναν ευρωπαϊκό πόλεμο είναι διαφορετική από μια κατάσταση στην οποία Ρώσοι στρατιώτες θα είχαν σκοτώσει Αμερικανούς.
Εκτός από τις αμερικανικές δυνάμεις στις χώρες της Βαλτικής, υπάρχουν περίπου 10.000 Αμερικανοί στρατιώτες στην Πολωνία και συνολικά περίπου 80.000 στην Ευρώπη στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Υπάρχει επίσης το καθαρά στρατιωτικό πρόβλημα.
Η Ρωσία έχει ήδη αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες στην Ουκρανία, ιδιαίτερα στον τομέα των logistics. Σε μια επιθετική επιχείρηση, οι γραμμές ανεφοδιασμού πρέπει να ακολουθούν συνεχώς τις δυνάμεις που προελαύνουν, εξασφαλίζοντας καύσιμα, πυρομαχικά και άλλα εφόδια.
Η δυνατότητα της Μόσχας να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο απέναντι σε χώρες του ΝΑΤΟ, ενώ συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία, δημιουργεί επομένως σοβαρά ερωτήματα.
Στην εξίσωση μπαίνει και η Πολωνία, η οποία διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας πιθανής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.
Για τον ίδιο λόγο αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη και οι ρωσικές απειλές προς τη Βρετανία, με αφορμή τη βρετανική στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία και το ενδεχόμενο παροχής πυραύλων μεγαλύτερου βεληνεκούς.
Ένα πραγματικό ρωσικό πλήγμα σε βρετανικό έδαφος θα μπορούσε να προκαλέσει μια αλυσίδα αντιδράσεων που η Μόσχα δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξει. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι επομένως μόνο τι απειλεί να κάνει η Ρωσία, αλλά ποιες στρατιωτικές δυνατότητες διαθέτει και ποια θα ήταν η αντίδραση των αντιπάλων της.
Η ίδια λογική εφαρμόζεται στο περιστατικό της Λειψίας. Η γερμανική πλευρά απέδωσε στη Ρωσία το drone με εκρηκτικό φορτίο που εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο. Ωστόσο, παραμένουν ερωτήματα για τις συνθήκες του περιστατικού και για το ποιο θα ήταν το ρωσικό όφελος από μια ενέργεια που θα μπορούσε να αυξήσει ακόμη περισσότερο την ευρωπαϊκή εμπλοκή.
Οι ενέργειες που περιγράφονται συχνά ως «υβριδικός πόλεμος» περιλαμβάνουν στην πράξη παλιές μεθόδους αντιπαράθεσης: σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και ψυχολογικό πόλεμο.
Στόχος τους μπορεί να είναι η δημιουργία φόβου και αβεβαιότητας χωρίς να ξεπεραστεί το όριο μιας ανοιχτής στρατιωτικής σύγκρουσης. Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες επιχειρήσεις μπορούν επίσης να προκαλέσουν ακριβώς την αντίδραση που υποτίθεται ότι επιχειρούν να αποτρέψουν.

Το Ιράν, οι ρωσικοί πύραυλοι και το όριο της πυρηνικής κλιμάκωσης
Η πιθανή ρωσική βοήθεια προς το Ιράν για την ανάπτυξη υπερηχητικών πυραύλων αποτελεί διαφορετικής τάξης ζήτημα για την Ουάσινγκτον.
Εάν οι πληροφορίες είναι ακριβείς, η Ρωσία δεν θα περιορίζεται πλέον στην αντιπαράθεση με τη Δύση γύρω από την Ουκρανία, αλλά θα βοηθά μια χώρα που βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποκτήσει πιο προηγμένα οπλικά συστήματα.
Τέτοιοι πύραυλοι θα μπορούσαν να απειλήσουν αμερικανικές δυνάμεις και πλοία στην περιοχή του Κόλπου, αυξάνοντας σημαντικά το στρατηγικό κόστος για την Ουάσινγκτον.
Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί στις συνομιλίες της Μόσχας συμμετείχαν κορυφαία στελέχη των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών FSB και SVR και όχι μόνο πολιτικοί αξιωματούχοι.
Η αμερικανική πλευρά θα μπορούσε να επιχειρεί ταυτόχρονα να στείλει δύο μηνύματα: ότι υπάρχουν όρια τα οποία η Ρωσία δεν πρέπει να ξεπεράσει και ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένας δρόμος οικονομικής επαναπροσέγγισης εφόσον τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Πάνω από όλες αυτές τις εξελίξεις βρίσκεται, βέβαια, το ζήτημα των πυρηνικών όπλων.
Παρά τη σημερινή ένταση, η κατάσταση απέχει από ορισμένες από τις πιο επικίνδυνες στιγμές του Ψυχρού Πολέμου, όπως η κρίση των πυραύλων της Κούβας.
Η βασική αρχή που συγκράτησε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση από μια άμεση πυρηνική σύγκρουση ήταν η αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή – Mutual Assured Destruction (MAD).
Οποιαδήποτε πυρηνική επίθεση από τη μία πλευρά θα προκαλούσε σχεδόν αναπόφευκτα καταστροφικά αντίποινα από την άλλη. Αυτό σήμαινε ότι ακόμη και εκείνος που θα εξαπέλυε το πρώτο πλήγμα δεν θα μπορούσε να υπολογίζει ότι θα επιβίωνε από τις συνέπειες.
Η πραγματικότητα αυτή επέτρεψε στις δύο υπερδυνάμεις να συγκρούονται έμμεσα σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, χωρίς να φτάσουν ποτέ σε άμεσο πόλεμο μεταξύ τους.
Η ίδια αποτρεπτική λογική εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους περιορισμούς στην τρέχουσα αντιπαράθεση.
Οι απειλές, οι επιχειρήσεις σαμποτάζ, οι κυβερνοεπιθέσεις και η στρατιωτική υποστήριξη τρίτων χωρών μπορούν να συνεχιστούν. Μια άμεση σύγκρουση Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών, όμως, θα δημιουργούσε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, στην οποία ο κίνδυνος πυρηνικής κλιμάκωσης θα ήταν αδύνατο να αγνοηθεί.
Η επίσκεψη του επικεφαλής της CIA στη Μόσχα αποκτά σημασία ακριβώς μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Δεν είναι γνωστό τι συμφωνήθηκε ούτε εάν υπήρξε κάποια συμφωνία. Η δημόσια πραγματοποίησή της, όμως, δείχνει ότι ακόμη και σε μια περίοδο έντονης αντιπαράθεσης οι δύο πλευρές διατηρούν απευθείας διαύλους επικοινωνίας.
Και ενώ οι ρωσικές απειλές προς την Ευρώπη, οι καταγγελίες για σαμποτάζ και η πιθανή συνεργασία Μόσχας – Τεχεράνης αυξάνουν την ένταση, το βασικό ερώτημα παραμένει αν πρόκειται για μια προσπάθεια άσκησης πίεσης μέσα σε μια ευρύτερη διαπραγμάτευση ή για τα πρώτα σημάδια μιας πραγματικής επέκτασης της σύγκρουσης πέρα από την Ουκρανία.

