Η Ρωσία, τα όπλα για το Ιράν και το μήνυμα του Τραμπ στη Μόσχα – Γιατί η Ουάσινγκτον βλέπει κίνδυνο νέας κλιμάκωσης
Οι πληροφορίες για πιθανή ρωσική στρατιωτική υποστήριξη στην Τεχεράνη, οι επαφές με τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών και η πρόσκληση στον υπουργό Οικονομικών στο G20 – Το οικονομικό αντάλλαγμα που παραμένει στο τραπέζι για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία
Μια πιθανή ρωσική εμπλοκή στον εξοπλισμό του Ιράν θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν τη Μόσχα, μετατρέποντας μια ήδη δύσκολη σχέση σε πολύ πιο επικίνδυνη αντιπαράθεση. Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να επαναφέρει προς τη Ρωσία την οικονομική πρόταση που είχε διατυπώσει από την αρχή: τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία με αντάλλαγμα την προοπτική οικονομικής συνεργασίας και αμερικανικών επενδύσεων.
Στο επίκεντρο βρίσκονται πληροφορίες που αποδίδονται στους Financial Times και αφορούν πιθανή συνεργασία της Ρωσίας με το Ιράν στον τομέα των οπλικών συστημάτων. Εφόσον αυτές οι πληροφορίες επιβεβαιωθούν, η εξέλιξη θα αποκτούσε ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ουάσινγκτον, καθώς θα σήμαινε ότι η Μόσχα δεν περιορίζεται πλέον στην αντιπαράθεση με τη Δύση γύρω από την Ουκρανία, αλλά θα μπορούσε να ενισχύει στρατιωτικά μια χώρα με την οποία οι ΗΠΑ έχουν ήδη συγκρουστεί.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της παρουσίας αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή. Εάν ρωσικά οπλικά συστήματα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον αμερικανικών δυνάμεων ή πλοίων, η Ουάσινγκτον θα βρισκόταν μπροστά σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση από εκείνη που αντιμετωπίζει σήμερα στην Ουκρανία.
Η συζήτηση αφορά μεταξύ άλλων υπερηχητικούς πυραύλους cruise, όπλα τα οποία η Ρωσία έχει χρησιμοποιήσει εναντίον στόχων στην Ουκρανία, αλλά των οποίων η πιθανή αξιοποίηση από το Ιράν εναντίον πλοίων στον Κόλπο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές απώλειες και μια νέα κλιμάκωση.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ρωσία θα έπαυε να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας αντίπαλος με τον οποίο η Ουάσινγκτον διαφωνεί για την Ουκρανία. Η παροχή όπλων σε μια δύναμη που θα μπορούσε να τα στρέψει κατά αμερικανικών στρατιωτικών στόχων θα άλλαζε την ίδια τη φύση της αντιπαράθεσης.
Αυτό δημιουργεί και μια ιδιαίτερη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διατηρήσουν ανοιχτή μια οδό συνεννόησης με τη Μόσχα για την Ουκρανία. Από την άλλη, οι πληροφορίες για το Ιράν θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις δύο χώρες σε ακόμη μεγαλύτερη σύγκρουση.

Το οικονομικό «καρότο» του Τραμπ προς τη Ρωσία
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην παρουσία του Ρώσου υπουργού Οικονομικών στη σύνοδο της G20, μια κίνηση που παρουσιάζεται ως η πρώτη τέτοια συμμετοχή μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και η οποία προκάλεσε δυσφορία στους Ευρωπαίους.
Η πρόσκληση ερμηνεύεται ως επαναφορά μιας βασικής πρότασης που ο Τραμπ είχε θέσει προς τη Μόσχα από την αρχή των προσπαθειών του για τον τερματισμό του πολέμου.
Η λογική της ήταν απλή: εάν η Ρωσία τερματίσει τον πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για οικονομική συνεργασία και επενδύσεις στη ρωσική οικονομία.
Η Ρωσία διαθέτει τεράστιους φυσικούς πόρους, ορυκτό πλούτο και εκτάσεις που θα μπορούσαν να προσελκύσουν επενδύσεις. Ωστόσο, η αρχική πρόταση δεν έγινε αποδεκτή από τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η επανεμφάνισή της τώρα αποκτά διαφορετική διάσταση, καθώς η ρωσική οικονομία παρουσιάζεται να βρίσκεται υπό πολύ μεγαλύτερη οικονομική πίεση. Η παρουσία του αρμόδιου Ρώσου υπουργού στο G20 θα μπορούσε επομένως να λειτουργεί ως σαφές μήνυμα ότι η πόρτα για οικονομική συνεργασία εξακολουθεί να είναι ανοιχτή, εφόσον υπάρξει συμφωνία για τον πόλεμο.
Παράλληλα, όμως, οι επαφές της αμερικανικής πλευράς με υψηλόβαθμα στελέχη των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών, της SVR και της FSB, αντί για απευθείας συνομιλίες αποκλειστικά με τον Πούτιν, δημιουργούν ερωτήματα για το τι ακριβώς συζητείται στο εσωτερικό της Ρωσίας.
Μία πιθανή ερμηνεία είναι ότι οι Αμερικανοί επιχειρούν να μεταφέρουν ταυτόχρονα δύο μηνύματα.
Το πρώτο είναι θετικό: ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για επενδύσεις και οικονομική επαναπροσέγγιση.
Το δεύτερο αφορά το Ιράν: εάν η Μόσχα πράγματι βοηθά την Τεχεράνη να αποκτήσει οπλικά συστήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον αμερικανικών δυνάμεων, η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να περάσει χωρίς συνέπειες.
Οι δύο κινήσεις επομένως δεν είναι απαραίτητα αντιφατικές. Μπορούν να αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας προσπάθειας: από τη μία να προσφέρεται στη Ρωσία μια οικονομική διέξοδος και από την άλλη να καθίσταται σαφές ότι η στρατιωτική ενίσχυση του Ιράν θα δημιουργούσε μια νέα και πολύ πιο επικίνδυνη πραγματικότητα.

Η απρόβλεπτη αντίδραση των ΗΠΑ και ο κίνδυνος κλιμάκωσης
Ένας επιπλέον παράγοντας είναι η ίδια η απροβλεψιμότητα του Ντόναλντ Τραμπ.
Ακριβώς επειδή η Μόσχα δεν μπορεί εύκολα να προβλέψει πώς θα αντιδρούσε ο Αμερικανός πρόεδρος σε μια αποκάλυψη ότι η Ρωσία εξοπλίζει το Ιράν, η αβεβαιότητα αυτή μπορεί να λειτουργεί ως μορφή πίεσης.
Οι συνομιλίες με τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών θα μπορούσαν σε αυτό το πλαίσιο να έχουν χρησιμοποιηθεί για να τεθεί το ερώτημα των συνεπειών χωρίς να διατυπωθεί απαραίτητα κάποια άμεση απειλή. Η λογική θα ήταν ότι οι ίδιοι οι Ρώσοι αξιωματούχοι ασφαλείας μπορούν να υπολογίσουν τι θα συμβούλευαν έναν Αμερικανό πρόεδρο να κάνει εάν βρίσκονταν στη θέση των ομολόγων τους και πληροφορούνταν ότι μια ξένη δύναμη εξοπλίζει έναν πιθανό στρατιωτικό αντίπαλο.
Παραμένει άγνωστο εάν τέτοιες επαφές μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο εσωτερικό της Ρωσίας.
Παράλληλα, η κατάσταση απομακρύνει την εικόνα μιας Ρωσίας της οποίας η στρατιωτική ισχύς θα μπορούσε να υποτιμηθεί αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας της να πετύχει γρήγορη και ολοκληρωτική νίκη στην Ουκρανία. Εάν η Μόσχα αρχίσει να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της βιομηχανία και τις διεθνείς σχέσεις της για να ενισχύει άλλους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών, η αντιπαράθεση αποκτά ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια ευρύτερη στρατιωτική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Αντίθετα, η οικονομική πρόταση προς τη Ρωσία δείχνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας δρόμος προς συμφωνία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον εάν η Μόσχα θα επιλέξει αυτή τη διέξοδο ή αν θα προχωρήσει σε βαθύτερη στρατιωτική συνεργασία με το Ιράν.
Οι δύο δρόμοι οδηγούν σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις: ο ένας προς μια πιθανή οικονομική επαναπροσέγγιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία και ο άλλος προς μια πολύ πιο άμεση αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον στη Μέση Ανατολή.

