Πώς μπορεί να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία – Το σενάριο μιας ανακωχής χωρίς οριστική ειρήνη
Με το μέτωπο να μετακινείται αργά και καμία πλευρά να μην μπορεί να πετύχει όλους τους στόχους της στρατιωτικά, η σύγκρουση μετατρέπεται σταδιακά σε μάχη για τους όρους μιας μελλοντικής συμφωνίας – Τι θα μπορούσαν να κερδίσουν Κίεβο και Μόσχα και ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος
Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο πόλεμος έχει αλλάξει χαρακτήρα. Οι επιθέσεις έχουν εξαπλωθεί πολύ πέρα από την πρώτη γραμμή, με drones να πλήττουν κτίρια στη Μόσχα και να προκαλούν κλείσιμο αεροδρομίων, την ώρα που το Κίεβο εξακολουθεί να δέχεται επιθέσεις με Shahed και πυραύλους.
Παρά την αυξανόμενη εμβέλεια και πολυπλοκότητα των όπλων, η γραμμή του μετώπου μετακινείται εξαιρετικά αργά. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να επιδιώκουν στρατιωτικούς στόχους, όμως όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αποκτούν μία δεύτερη διάσταση: να βελτιώσουν τη θέση τους ενόψει των διαπραγματεύσεων που ενδέχεται κάποια στιγμή να ακολουθήσουν.
Για τη Μόσχα, κάθε χωριό που καταλαμβάνεται, κάθε ουκρανικός σταθμός ηλεκτροπαραγωγής που τίθεται εκτός λειτουργίας και κάθε ένδειξη κόπωσης στη Δύση μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Για το Κίεβο, κάθε ρωσικό διυλιστήριο που πλήττεται, κάθε γραμμή άμυνας που διατηρείται και κάθε νέα ευρωπαϊκή δέσμευση υπηρετούν αντίστοιχο στόχο: η Ουκρανία να φτάσει σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ως λειτουργικό και κυρίαρχο κράτος και όχι ως ηττημένη χώρα.
Σύμφωνα με το CaspianReport, η στρατιωτική διάσταση παραμένει κρίσιμη. Το πρόβλημα είναι ότι ούτε η Ρωσία φαίνεται ικανή να κατακτήσει ολόκληρη την Ουκρανία ούτε η Ουκρανία δείχνει ότι μπορεί, μόνο με στρατιωτικά μέσα, να ανακτήσει κάθε κατεχόμενο έδαφος.

Τα drones, η δορυφορική παρακολούθηση, τα εκτεταμένα ναρκοπέδια, ο ηλεκτρονικός πόλεμος και τα όπλα ακριβείας έχουν κάνει τις μεγάλες συγκεντρώσεις στρατευμάτων ευκολότερο να εντοπιστούν και να καταστραφούν. Οι επιθετικές επιχειρήσεις παραμένουν εφικτές, αλλά η μετατροπή μιας τοπικής διάρρηξης της άμυνας σε μεγάλης κλίμακας προέλαση είναι πολύ δυσκολότερη.
Ακόμη και οι επιτυχημένες επιχειρήσεις των τελευταίων ετών έχουν συνήθως μετακινήσει το μέτωπο κατά λίγα χιλιόμετρα, με τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές, πυρομαχικά και στρατιωτικό εξοπλισμό.
Το έδαφος εξακολουθεί να έχει σημασία επειδή δημιουργεί διαπραγματευτική ισχύ. Όσο όμως αυξάνεται το κόστος για κάθε πρόσθετο χιλιόμετρο, τόσο περισσότερο η λογική του πολέμου μεταφέρεται από το ερώτημα «ποιος μπορεί να νικήσει» στο ερώτημα «με ποιους όρους μπορεί να σταματήσει η σύγκρουση».
Γι’ αυτό αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία και οι επιχειρήσεις μακριά από το μέτωπο.
Η Ουκρανία πλήττει ρωσικά διυλιστήρια, κόμβους logistics, αεροπορικές βάσεις και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, επιχειρώντας να περιορίσει την ικανότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί και να υποστηρίζει τον πόλεμο.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, χτυπά το ουκρανικό ενεργειακό σύστημα, τις πόλεις, τις συγκοινωνιακές υποδομές και την αμυντική βιομηχανία, με στόχο να εξαντλήσει το κράτος που βρίσκεται πίσω από τον στρατό.
Οι επιθέσεις αυτές δεν επιδιώκουν μόνο στρατιωτικά αποτελέσματα. Στόχος είναι επίσης να αποδυναμώσουν την οικονομική και πολιτική θέση που θα έχει ο αντίπαλος όταν έρθει η ώρα των διαπραγματεύσεων.

Τι θέλουν πλέον Κίεβο και Μόσχα
Για την Ουκρανία, το βασικό στρατηγικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η συγκράτηση της πρώτης γραμμής. Είναι ταυτόχρονα η διατήρηση ενός λειτουργικού κράτους εν μέσω ενός παρατεταμένου πολέμου.
Η κυβέρνηση πρέπει να χρηματοδοτεί δημόσιες υπηρεσίες, να επισκευάζει κατεστραμμένες υποδομές, να στηρίζει εκτοπισμένους πολίτες και να συντηρεί έναν μεγάλο στρατό.
Η δυτική βοήθεια απέτρεψε την οικονομική κατάρρευση και η Ευρώπη έχει αναλάβει όλο και μεγαλύτερο μέρος του βάρους. Ωστόσο, καμία μακροχρόνια εξωτερική χρηματοδότηση δεν είναι απολύτως εγγυημένη. Κάθε νέο πακέτο βοήθειας πρέπει να περάσει μέσα από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις των χωρών που το χρηματοδοτούν.
Η Ρωσία αντιμετωπίζει διαφορετικού τύπου πίεση.
Οι κυρώσεις έχουν περιορίσει την πρόσβασή της σε τεχνολογία, έχουν δυσκολέψει τις επενδύσεις και έχουν μετατοπίσει όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας προς την αμυντική παραγωγή. Παράλληλα, η Μόσχα έχει καταφέρει να προσαρμοστεί καλύτερα από όσο υπολόγιζαν αρχικά πολλοί, ανακατευθύνοντας το εμπόριο, αυξάνοντας τις στρατιωτικές δαπάνες και αξιοποιώντας τα ενεργειακά της έσοδα.
Αυτή η ανθεκτικότητα, όμως, δεν ισοδυναμεί με υγιή οικονομία.
Μια πολεμική οικονομία μπορεί να διατηρεί υψηλή παραγωγή για χρόνια, την ίδια στιγμή που αποδυναμώνει τις βάσεις της μελλοντικής ανάπτυξης. Όσο περισσότερο συνεχίζεται η σύγκρουση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διαχωριστούν οι προσωρινές ανάγκες του πολέμου από τις μόνιμες στρεβλώσεις της οικονομίας.
Και οι δύο χώρες είναι επίσης εκτεθειμένες σε παράγοντες που δεν ελέγχουν πλήρως: εκλογές, δημοσιονομικές πιέσεις, αλλαγές ηγεσίας, ελλείψεις στη βιομηχανία και νέες διεθνείς κρίσεις που μπορούν να απορροφήσουν χρήματα και πολιτική προσοχή.
Ταυτόχρονα, οι πολιτικοί στόχοι έχουν αρχίσει να προσαρμόζονται στις στρατιωτικές πραγματικότητες.
Η Ουκρανία εξακολουθεί να επιδιώκει την αποκατάσταση της εδαφικής της ακεραιότητας. Άμεση προτεραιότητα, όμως, είναι πλέον η διατήρηση της κυριαρχίας της, η βαθύτερη ενσωμάτωση στην Ευρώπη και η εξασφάλιση αξιόπιστων δεσμεύσεων ασφαλείας.
Αυτές οι εγγυήσεις δεν αφορούν μόνο τον στρατό. Πρέπει να είναι αρκετά πειστικές ώστε οι Ουκρανοί πολίτες, οι επενδυτές και οι πρόσφυγες που σκέφτονται να επιστρέψουν να θεωρούν ότι δεν επίκειται νέος πόλεμος.
Οι ρωσικές απαιτήσεις έχουν επίσης γίνει πιο συγκεκριμένες.
Η Μόσχα θέλει αποδοχή, επίσημη ή έμμεση, τουλάχιστον μέρους των εδαφικών της κερδών, επιθυμεί η Ουκρανία να παραμείνει εκτός ΝΑΤΟ και υπολογίζει ότι η δυτική συμμαχία που στηρίζει το Κίεβο θα αποδυναμωθεί με το πέρασμα του χρόνου.
Θα επιδίωκε επίσης άρση μέρους των κυρώσεων και μια συμφωνία που θα μπορούσε να παρουσιαστεί στο εσωτερικό της Ρωσίας ως απόδειξη ότι η εισβολή κατάφερε να μεταβάλει τη στρατηγική θέση της Ουκρανίας.
Η Ρωσία μπορεί τελικά να μην πετύχει τη σαρωτική γεωπολιτική αλλαγή που επιδίωκε το 2022. Αν όμως η τελική κατάσταση αφήσει την Ουκρανία μικρότερη, περισσότερο περιορισμένη στρατηγικά και μόνιμα εκτεθειμένη, το Κρεμλίνο θα μπορούσε να παρουσιάσει την έκβαση ως επιτυχία.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο χαρακτηρισμός «αδιέξοδο» μπορεί να είναι παραπλανητικός.
Το μέτωπο μπορεί να παραμένει σχετικά σταθερό, όμως η πολιτική και στρατηγική ισορροπία αλλάζει συνεχώς. Μια μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής, μια νέα ευρωπαϊκή δέσμευση στην άμυνα, μια επιτυχημένη επίθεση σε ενεργειακές υποδομές ή μια ξαφνική στρατιωτική διάρρηξη μπορούν να μεταβάλουν το διαπραγματευτικό ισοζύγιο χωρίς να αλλάξει θεαματικά ο χάρτης.

Το πιθανότερο σενάριο: Πάγωμα της γραμμής χωρίς αναγνώριση των κατακτήσεων
Οι σύγχρονοι πόλεμοι σπάνια τελειώνουν με έναν ξεκάθαρο νικητή και έναν πλήρως ηττημένο. Συχνότερα σταματούν όταν οι δύο πλευρές αποφασίσουν ότι το κόστος της συνέχισης είναι μεγαλύτερο από το όφελος που μπορούν πλέον να αποκομίσουν.
Η Ουκρανία μπορεί να κατευθύνεται προς μια τέτοια κατάληξη.
Μια ιστορική αναλογία είναι η Φινλανδία μετά τους πολέμους της με τη Σοβιετική Ένωση. Η χώρα έχασε εδάφη, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία της, ανοικοδόμησε την οικονομία της και σταδιακά πλησίασε τη Δύση χωρίς να διαθέτει τότε εγγυήσεις ασφάλειας αντίστοιχες με εκείνες του ΝΑΤΟ.
Η σύγκριση δεν αποτελεί έτοιμο μοντέλο για την Ουκρανία. Οι δύο χώρες, οι δύο εποχές και το σημερινό ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας είναι διαφορετικά.
Το βασικό δίδαγμα είναι άλλο: η απώλεια εδάφους δεν σημαίνει αναγκαστικά και πολιτική υποταγή.
Σε ένα πιθανό σενάριο, οι μάχες θα μπορούσαν να σταματήσουν περίπου πάνω στη σημερινή γραμμή του μετώπου, χωρίς το Κίεβο να αναγνωρίσει νομικά τη ρωσική κυριαρχία στα κατεχόμενα εδάφη.
Η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ θα παρέμενε εκτός τραπεζιού, τουλάχιστον προσωρινά, ενώ το Κίεβο θα συνέχιζε την πορεία του προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και θα λάμβανε μακροχρόνια στρατιωτική υποστήριξη από μεμονωμένες χώρες ή συνασπισμούς κρατών.
Με μια τέτοια συμφωνία, η Ουκρανία ουσιαστικά θα ανέστελλε τη στρατιωτική προσπάθεια ανακατάληψης των κατεχόμενων περιοχών, χωρίς όμως να εγκαταλείψει επίσημα τις εδαφικές της αξιώσεις.
Το τίμημα θα ήταν εξαιρετικά βαρύ.
Μετά από χρόνια κατοχής, εκτοπισμού πληθυσμών και ανθρώπινων απωλειών, οποιαδήποτε ουκρανική κυβέρνηση αποδεχόταν κατάπαυση του πυρός χωρίς την επιστροφή όλων των εδαφών θα δεχόταν κατηγορίες ότι ακυρώνει τις θυσίες που έχουν ήδη γίνει.
Γι’ αυτό η διάκριση ανάμεσα στο τέλος των μαχών και την επίσημη παραίτηση από τα κατεχόμενα εδάφη θα ήταν πολιτικά κρίσιμη.
Θα είχε όμως νόημα μόνο εάν η συμφωνία συνοδευόταν από απτά οφέλη: μεγαλύτερη ασφάλεια, οικονομική ανάκαμψη, πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές, επιστροφή προσφύγων και έναν στρατό αρκετά ισχυρό ώστε να αποτρέψει μια νέα εισβολή.
Για να είναι βιώσιμη μια τέτοια ανακωχή, το κόστος παραβίασής της θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο για τη Ρωσία από το όφελος μιας νέας επίθεσης.
Αυτό θα απαιτούσε μια βαριά εξοπλισμένη Ουκρανία, προβλέψιμη δυτική χρηματοδότηση, συνεχή συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών, επενδύσεις στην αεράμυνα και στην ανοικοδόμηση και μια αξιόπιστη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ που θα αντέχει στις πολιτικές αλλαγές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Για τη Ρωσία, μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε επίσης να προσφέρει απτά κέρδη. Το Κρεμλίνο θα μπορούσε να δείξει τα εδάφη που διατήρησε υπό έλεγχο και το γεγονός ότι η Ουκρανία παραμένει, προς το παρόν, εκτός ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, όμως, μια ανακωχή θα έδινε στη Μόσχα χρόνο για αναδιοργάνωση και ανασυγκρότηση των στρατιωτικών της δυνάμεων.
Και αυτό αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο.
Η Ρωσία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάπαυση του πυρός όχι ως τέλος του πολέμου αλλά ως διάλειμμα, επαναλαμβάνοντας σε διαφορετική μορφή το πρόβλημα που εμφανίστηκε με τις συμφωνίες του Μινσκ.
Το κρίσιμο ζήτημα θα ήταν επομένως όχι μόνο πού θα παγώσει η γραμμή του μετώπου, αλλά τι είδους χώρα θα είναι η Ουκρανία όταν και εάν η Ρωσία εξετάσει ξανά το ενδεχόμενο πολέμου.
Εάν στο μεσοδιάστημα το Κίεβο γίνει πλουσιότερο, στρατιωτικά ισχυρότερο, βαθύτερα ενταγμένο στην Ευρώπη και πολύ δυσκολότερο να δεχθεί νέα εισβολή, τότε η Μόσχα μπορεί κάποια στιγμή να καταλήξει ότι η επανάληψη του πολέμου προσφέρει λιγότερα από τη διατήρηση της συμφωνίας.
Μια ανακωχή μπορεί να παγώσει τον χάρτη. Δεν μπορεί όμως να παγώσει και την ισορροπία ισχύος.
Αυτό είναι τελικά και το πιθανό κλειδί για το τέλος του πολέμου: όχι μια πλήρης στρατιωτική νίκη της μίας πλευράς, αλλά μια συμφωνία που θα σταματήσει τις μάχες χωρίς να λύσει όλες τις διαφορές. Μια διευθέτηση στην οποία η Ρωσία θα διατηρεί εδάφη, η Ουκρανία δεν θα τα αναγνωρίζει ως ρωσικά και το πραγματικό αποτέλεσμα του πολέμου θα κριθεί όχι μόνο από τη γραμμή που θα χαραχθεί στον χάρτη, αλλά από το ποια από τις δύο πλευρές θα χρησιμοποιήσει καλύτερα την ειρήνη που θα ακολουθήσει.

