Γιατί ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν μπορεί να κερδηθεί από καμία πλευρά – Η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η στάση της Ευρώπης
Το στρατιωτικό αδιέξοδο ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία, οι αμερικανικές πιέσεις για συμφωνία και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που ζητούν συνέχιση του πολέμου χωρίς να στέλνουν στρατεύματα
Ούτε η Ουκρανία φαίνεται ικανή να εκδιώξει τις ρωσικές δυνάμεις από τα εδάφη της ούτε η Ρωσία δείχνει ότι μπορεί να επιβάλει ολοκληρωτική στρατιωτική ήττα στο Κίεβο. Σχεδόν πέντε χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, ο πόλεμος έχει οδηγηθεί σε ένα αδιέξοδο, με την προοπτική μιας αποφασιστικής νίκης για οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές να θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένη.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πίεση που ασκεί ο Ντόναλντ Τραμπ στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για την επίτευξη συμφωνίας με τη Ρωσία. Η αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να θεωρεί ότι η Ουκρανία δύσκολα θα εξασφαλίσει καλύτερους όρους συνεχίζοντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ η παράταση της σύγκρουσης συνεπάγεται σημαντικό κόστος.

Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται περισσότερο ενωμένες στην υποστήριξη του Κιέβου, αλλά δεν έχουν αναλάβει άμεση στρατιωτική εμπλοκή ούτε έχουν παρουσιάσει έναν σαφή τρόπο με τον οποίο η Ουκρανία θα μπορούσε να νικήσει τη Ρωσία.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη στάση του Τραμπ, αλλά και το κατά πόσο υπάρχει μια ρεαλιστική εναλλακτική στρατηγική για τον τερματισμό του πολέμου.
Γιατί ο Τραμπ πιέζει τον Ζελένσκι να συμφωνήσει με τη Ρωσία
Η στάση του Αμερικανού προέδρου απέναντι στην Ουκρανία έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, με επικριτές του να υποστηρίζουν ότι οι πιέσεις προς τον Ζελένσκι ισοδυναμούν με υποχώρηση απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι ο Ουκρανός πρόεδρος είχε πολλές ευκαιρίες να καταλήξει σε συμφωνία και πως πλέον πρέπει να προχωρήσει σε αυτήν.
Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς διατυπώθηκε το επιχείρημα ότι μια κακή ειρηνευτική συμφωνία μπορεί να είναι χειρότερη από τη συνέχιση του πολέμου.
Ο πρώην υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ, Μιτ Ρόμνεϊ, χρησιμοποίησε μάλιστα ένα ιστορικό παράδειγμα, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη λογική θα ισοδυναμούσε με το να ζητούσε κάποιος από τον Τζορτζ Ουάσιγκτον να συμφωνήσει με τους Βρετανούς κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, προκειμένου να σταματήσουν οι θάνατοι.
Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις.
Η ήττα των Βρετανών στον Αμερικανικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας κατέστη δυνατή χάρη στη στρατιωτική επέμβαση της Γαλλίας. Αντίθετα, στην περίπτωση της Ουκρανίας, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν στείλει στρατεύματα για να πολεμήσουν απευθείας εναντίον της Ρωσίας.
Η διαφορά αυτή είναι καθοριστική για τις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες του Κιέβου.
Στην αρχή της ρωσικής εισβολής, η επιβίωση της Ουκρανίας απέναντι στις ρωσικές δυνάμεις θεωρούνταν ιδιαίτερα αβέβαιη. Η εξέλιξη των επιχειρήσεων αποκάλυψε αδυναμίες του ρωσικού στρατού που δεν είχαν εκτιμηθεί προηγουμένως.
Ωστόσο, σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα, καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να διαθέτει τις δυνατότητες για μια αποφασιστική νίκη.
Η προοπτική να μπορέσει η Ουκρανία να νικήσει τον ρωσικό στρατό και να εκδιώξει όλες τις ρωσικές δυνάμεις θεωρείται εξαιρετικά απίθανη.
Την ίδια στιγμή, ούτε η Ρωσία, παρά τη μακρά διάρκεια των επιχειρήσεων, έχει αποδείξει ότι μπορεί να καταλάβει και να ελέγξει ολόκληρη την Ουκρανία.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, προκύπτει ένα βασικό ερώτημα: Ποιος είναι ο τελικός στόχος της συνέχισης του πολέμου, εάν καμία πλευρά δεν μπορεί να επιβάλει στρατιωτικά τους όρους της;
Μια πιθανή εξέλιξη είναι η σύγκρουση να ολοκληρωθεί χωρίς να έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά καμία από τις δύο χώρες.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παράταση του πολέμου συνεπάγεται επίσης κόστος, μεταξύ άλλων και στον ενεργειακό τομέα. Επομένως, η επιδίωξη μιας συμφωνίας συνδέεται και με τα αμερικανικά συμφέροντα.
Η ουκρανική κοινωνία έχει υποστεί τεράστιες συνέπειες από τον πόλεμο και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με έντονη εχθρότητα τη Ρωσία. Παράλληλα, όμως, είναι πιθανό να αντιλαμβάνεται και τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας.
Αντίστοιχα, εκτιμάται ότι και η ρωσική πλευρά αρχίζει να κατανοεί πως δεν μπορεί να επιβάλει τους στόχους της με μια ολοκληρωτική στρατιωτική νίκη, αν και είναι δύσκολο για τη Μόσχα να το παραδεχθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική πίεση προς τον Ζελένσκι μπορεί να ερμηνευθεί ως αναγνώριση του στρατιωτικού αδιεξόδου και όχι απαραίτητα ως αποδοχή των ρωσικών απαιτήσεων.
Το βασικό ερώτημα προς όσους αντιτίθενται σε μια συμφωνία παραμένει με ποιον τρόπο θα μπορούσε η Ουκρανία να κερδίσει τον πόλεμο εάν συνεχίσει να πολεμά.
Η κριτική στην Ευρώπη και οι διαφορές Μπάιντεν – Τραμπ
Η στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα, καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες καταγγέλλουν την αμερικανική πολιτική, χωρίς όμως να έχουν παρουσιάσει ένα διαφορετικό σχέδιο για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Παρά τις δηλώσεις ευρωπαϊκής ενότητας και τις συζητήσεις για μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία, η πραγματική στάση των κρατών κρίνεται από τις αποφάσεις και τις ενέργειές τους και όχι μόνο από τις δημόσιες τοποθετήσεις τους.
Ο γεωπολιτικός αναλυτής Τζορτζ Φρίντμαν ασκεί ιδιαίτερα έντονη κριτική στην Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι, εάν οι ευρωπαϊκές χώρες επιθυμούν πραγματικά να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο στη σύγκρουση, θα μπορούσαν να αποφασίσουν την αποστολή στρατευμάτων.
Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν έχει συμβεί.
Κατά συνέπεια, δημιουργείται μια αντίφαση όταν οι Ευρωπαίοι επικρίνουν τον Τραμπ για ανεπαρκή υποστήριξη της Ουκρανίας, χωρίς να καλύπτουν οι ίδιοι το κενό που υποστηρίζουν ότι δημιουργεί η αμερικανική πολιτική.

Η ευρωπαϊκή ενότητα δεν αρκεί εάν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες στρατιωτικές αποφάσεις.
Παράλληλα, η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ουκρανία δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσα από την προσωπικότητα του Ντόναλντ Τραμπ.
Υπάρχουν σημαντικές ομοιότητες ανάμεσα στην πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν και σε εκείνη της σημερινής κυβέρνησης.
Παρότι πρόκειται για δύο προέδρους με διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις και διαφορετικό τρόπο δημόσιας έκφρασης, οι βασικοί περιορισμοί της αμερικανικής εμπλοκής στον πόλεμο παραμένουν οι ίδιοι.
Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι ο Μπάιντεν υποστήριζε την Ουκρανία χωρίς να επιδιώκει ενεργά τη διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου, ενώ ο Τραμπ έχει καταστήσει τη διαπραγμάτευση κεντρικό στόχο της πολιτικής του.
Παράλληλα, ο σημερινός Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται διατεθειμένος να απομακρυνθεί από τη διαδικασία εάν δεν καταφέρει να εξασφαλίσει μια συμφωνία.
Αυτό δημιουργεί πρόσθετη πίεση στο Κίεβο, καθώς η αμερικανική υποστήριξη αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη συνέχιση της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας.
Στην Ευρώπη, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι ηγέτες αντιμετωπίζουν τον Τραμπ.
Οι προσπάθειες να αποφευχθούν δημόσιες διαφωνίες με τον Αμερικανό πρόεδρο εμφανίζονται λιγότερο έντονες, ενώ τόσο ο Ζελένσκι όσο και Ευρωπαίοι ηγέτες εκφράζουν πιο ανοιχτά τις αντιρρήσεις τους.
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να συνδέεται με την προσπάθεια των ευρωπαϊκών χωρών να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους άμυνα και ασφάλεια.
Ωστόσο, οι δηλώσεις περί ευρωπαϊκής αυτονομίας δεν ισοδυναμούν απαραίτητα με την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου σχεδίου για την Ουκρανία.
Η δυνατότητα των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να ασκούν κριτική στον Τραμπ δεν σημαίνει ότι μπορούν να αντικαταστήσουν την αμερικανική στρατιωτική συμβολή ή να εξασφαλίσουν διαφορετική έκβαση στο πεδίο των μαχών.
Αντίθετα, η αντιπαράθεση με τον Αμερικανό πρόεδρο μπορεί να επιτρέπει στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αποδίδουν στην Ουάσιγκτον την ευθύνη για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ουκρανία, χωρίς να αναλαμβάνουν οι ίδιες το κόστος μιας άμεσης στρατιωτικής επέμβασης.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν οι Ευρωπαίοι συμφωνούν ή διαφωνούν με τον Τραμπ, αλλά εάν διαθέτουν μια εφαρμόσιμη εναλλακτική στρατηγική.
Η συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία αποτελεί πολιτική επιλογή, αλλά η επιδίωξη μιας ολοκληρωτικής στρατιωτικής νίκης προϋποθέτει δυνατότητες που δεν έχουν μέχρι σήμερα εμφανιστεί στο πεδίο των επιχειρήσεων.
Από την άλλη πλευρά, η επίτευξη συμφωνίας δεν είναι απλή υπόθεση, καθώς η ουκρανική πλευρά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως τον βασικό αντίπαλό της, έπειτα από σχεδόν πέντε χρόνια πολέμου.
Η σύγκρουση βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε δύο δύσκολες επιλογές: Τη συνέχιση ενός πολέμου χωρίς ορατή αποφασιστική νίκη ή την αναζήτηση μιας συμφωνίας που καμία πλευρά δεν θα μπορεί να παρουσιάσει ως πλήρη επικράτηση.
Η πίεση της Ουάσιγκτον προς το Κίεβο και οι αντιδράσεις της Ευρώπης αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις αυτού του αδιεξόδου, με το βασικό ερώτημα να παραμένει αναπάντητο: Πώς μπορεί να τελειώσει ένας πόλεμος τον οποίο καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται ικανή να κερδίσει ολοκληρωτικά;

