Το ΝΑΤΟ δοκιμάζει την πυρηνική του ετοιμότητα απέναντι στις απειλές της Ρωσίας – Το κρίσιμο ερώτημα για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη

Η άσκηση με τη συμμετοχή 17 χωρών, οι προειδοποιήσεις της Μόσχας για το Καλίνινγκραντ και η νέα πυρηνική δοκιμή της Γαλλίας – Πόσο αξιόπιστη παραμένει η αμερικανική προστασία υπό τον Ντόναλντ Τραμπ και γιατί Παρίσι και Λονδίνο δεν μπορούν εύκολα να αντικαταστήσουν την Ουάσινγκτον

Το ΝΑΤΟ δοκιμάζει την πυρηνική του ετοιμότητα απέναντι στις απειλές της Ρωσίας – Το κρίσιμο ερώτημα για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη

Σε μια περίοδο αυξημένης έντασης με τη Ρωσία και νέων προειδοποιήσεων για πιθανή χρήση πυρηνικών όπλων, το ΝΑΤΟ προχωρά σε δοκιμή της πυρηνικής του ετοιμότητας, επιχειρώντας να στείλει μήνυμα αποτροπής προς τη Μόσχα και να επιβεβαιώσει ότι οι σύμμαχοι παραμένουν ενωμένοι.

σχετικά άρθρα

Η ετήσια άσκηση Steadfast Noon, που ξεκινά την Τρίτη στην Ιταλία, πραγματοποιείται με τη συμμετοχή 17 χωρών του ΝΑΤΟ, μεταξύ των οποίων και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στόχος είναι να δοκιμαστεί η δυνατότητα της Συμμαχίας να εκτελεί πυρηνικές αποστολές, χωρίς όμως να χρησιμοποιηθούν πραγματικά πυρηνικά όπλα.

Η χρονική συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Ρωσία έχει προειδοποιήσει ότι θα μπορούσε να καταφύγει σε πυρηνικά όπλα εάν το ΝΑΤΟ επιχειρούσε να απομονώσει το Καλίνινγκραντ, τον ισχυρά στρατιωτικοποιημένο ρωσικό θύλακα στη Βαλτική, ανάμεσα στην Πολωνία και τη Λιθουανία.

Παράλληλα, η Μόσχα αντέδρασε έντονα στην πρόσφατη δοκιμή νέου γαλλικού βαλλιστικού πυραύλου με δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής, κατηγορώντας τους Ευρωπαίους ηγέτες ότι επιδιώκουν μια επικίνδυνη αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Πέρα από τις στρατιωτικές ασκήσεις και τις εκατέρωθεν προειδοποιήσεις, ωστόσο, αναδεικνύεται ένα σημαντικότερο ζήτημα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια: κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να εξακολουθήσει να βασίζεται στην αμερικανική πυρηνική ομπρέλα, ιδιαίτερα υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ.

Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, η αποτρεπτική ισχύς του ΝΑΤΟ στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, ακόμη και εάν αυτό συνεπάγεται κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης.

Η στρατιωτική βάση αυτής της δέσμευσης εξακολουθεί να υπάρχει. Ωστόσο, η πολιτική εμπιστοσύνη στην προθυμία της Ουάσινγκτον να αναλάβει ένα τέτοιο ρίσκο έχει αποδυναμωθεί, προκαλώντας συζητήσεις για το μέλλον της ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής.

Η άσκηση του ΝΑΤΟ, οι απειλές για το Καλίνινγκραντ και το μήνυμα της Γαλλίας

Η Steadfast Noon αποτελεί καθιερωμένη ετήσια δραστηριότητα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και δεν οργανώθηκε ειδικά ως απάντηση στις τελευταίες ρωσικές απειλές.

Παρόλα αυτά, η διεξαγωγή της σε μια περίοδο αυξημένης έντασης προσδίδει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.

Ο Λέο Χόροβιτς, ειδικός σε θέματα πυρηνικής αποτροπής στο Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας, εξηγεί ότι η άσκηση έχει δύο βασικές διαστάσεις.

Η πρώτη είναι επιχειρησιακή και αφορά την προετοιμασία των πληρωμάτων που θα μπορούσαν να αναλάβουν αποστολές μεταφοράς και χρήσης πυρηνικών βομβών, με την υποστήριξη συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Η δεύτερη είναι πολιτική, καθώς επιτρέπει στους συμμάχους να διατηρούν στην πράξη τον καταμερισμό των πυρηνικών ευθυνών και κινδύνων.

Η πυρηνική αποτροπή του ΝΑΤΟ δεν περιορίζεται έτσι σε μια θεωρητική υπόσχεση, αλλά στηρίζεται σε κοινή εκπαίδευση και επιχειρησιακή συνεργασία.

Προς τη Ρωσία, το μήνυμα είναι ότι η Συμμαχία διατηρεί την ετοιμότητά της και ότι οι πυρηνικές απειλές δεν μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε διάσπαση των συμμάχων.

Η Μόσχα έχει ισχυριστεί ότι το ΝΑΤΟ προετοιμάζει αεροπορικό και ναυτικό αποκλεισμό του Καλίνινγκραντ.

Η Συμμαχία απορρίπτει τον ισχυρισμό, επιμένοντας ότι οι δραστηριότητές της δεν συνιστούν απειλή για τη Ρωσία.

Το Καλίνινγκραντ αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Πρόκειται για ρωσικό έδαφος αποκομμένο γεωγραφικά από την υπόλοιπη χώρα, το οποίο είναι δύσκολο να προστατευθεί αποκλειστικά με συμβατικά στρατιωτικά μέσα.

Κατά τον Χόροβιτς, οι πυρηνικές προειδοποιήσεις της Μόσχας μπορούν να ερμηνευθούν περισσότερο ως ένδειξη στρατιωτικών περιορισμών παρά ως επίδειξη αυτοπεποίθησης.

Οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν να απασχολούνται με τον πόλεμο στην Ουκρανία, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα της Μόσχας να ενισχύσει συμβατικά την άμυνα του θύλακα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο στρατιωτικών δυνατοτήτων που η Ρωσία δεν διαθέτει σε επαρκή βαθμό.

Επιπλέον, η συγκεκριμένη προειδοποίηση συνδέεται με μια προϋπόθεση, τον αποκλεισμό του Καλίνινγκραντ, τον οποίο το ΝΑΤΟ δηλώνει ότι δεν σχεδιάζει.

Αυτό περιορίζει, προς το παρόν, τον κίνδυνο άμεσης κλιμάκωσης.

Ο Χόροβιτς επισημαίνει επίσης ότι οι ρωσικές πυρηνικές προειδοποιήσεις μπορεί να απευθύνονται κυρίως στην Ουάσινγκτον, καθώς η Μόσχα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις αμερικανικές πυρηνικές δυνατότητες.

Παράλληλα, οι επανειλημμένες απειλές της Ρωσίας τα προηγούμενα χρόνια είχαν ως βασικό στόχο να αποτρέψουν ή να καθυστερήσουν τη δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία και να προκαλέσουν διχασμό μεταξύ των συμμάχων.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη γαλλική πυρηνική δοκιμή.

Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, παρακολούθησε την εκτόξευση νέου βαλλιστικού πυραύλου από πολεμικό πλοίο στον Ατλαντικό, παρουσιάζοντας την επιτυχημένη δοκιμή ως απόδειξη της αξιοπιστίας της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής.

Η κίνηση προκάλεσε την αντίδραση του Κρεμλίνου, που κατηγόρησε τους Ευρωπαίους ότι ενισχύουν την αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Ωστόσο, οι στρατιωτικές επιδείξεις δεν αυξάνουν απαραίτητα τον κίνδυνο σύγκρουσης.

Ο Χόροβιτς διαχωρίζει τις διαφανείς δοκιμές, που επιβεβαιώνουν γνωστές στρατιωτικές δυνατότητες, από τις ασαφείς ενέργειες που συνοδεύονται από απειλητική ρητορική.

Οι δεύτερες μπορούν να οδηγήσουν σε αμοιβαίες επιδείξεις ισχύος και ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Αντίθετα, η γαλλική δοκιμή αξιολογείται κυρίως ως μήνυμα προς τους Ευρωπαίους συμμάχους ότι το Παρίσι παραμένει δεσμευμένο στην ασφάλειά τους.

Μπορεί η Ευρώπη να προστατευθεί χωρίς τις ΗΠΑ;

Το σημαντικότερο ερώτημα για το μέλλον του ΝΑΤΟ αφορά την αξιοπιστία της αμερικανικής πυρηνικής προστασίας.

Η λεγόμενη εκτεταμένη πυρηνική αποτροπή βασίζεται στην υπόσχεση μιας πυρηνικής δύναμης ότι θα υπερασπιστεί τους συμμάχους της, ακόμη και εάν η ίδια δεν δεχθεί άμεση επίθεση.

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ένας Αμερικανός πρόεδρος θα ήταν διατεθειμένος να διακινδυνεύσει την καταστροφή μιας αμερικανικής πόλης προκειμένου να προστατεύσει τη Βαρσοβία, το Βερολίνο ή κάποια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.

Η αβεβαιότητα αυτή δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ακόμη και την εποχή του Τζον Φ. Κένεντι, η πυρηνική αποτροπή δεν στηριζόταν στη βεβαιότητα ότι οι ΗΠΑ θα επενέβαιναν σε κάθε περίπτωση.

Αντίθετα, η αποτελεσματικότητά της βασιζόταν στο γεγονός ότι η Μόσχα δεν μπορούσε να είναι βέβαιη πως η Ουάσινγκτον θα παρέμενε αμέτοχη.

Αυτή η αβεβαιότητα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της αποτροπής.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να έχουν σημαντικά στρατηγικά συμφέροντα στην Ευρώπη, ενώ αμερικανικά στρατεύματα και πυρηνικά όπλα παραμένουν σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Οι κοινές ασκήσεις συνεχίζονται και η στρατιωτική συνεργασία δεν έχει διακοπεί.

Ωστόσο, η συναλλακτική αντίληψη του Τραμπ για τις συμμαχίες και η ασάφεια που κατά καιρούς χαρακτηρίζει τις τοποθετήσεις του για τις αμερικανικές δεσμεύσεις έχουν περιορίσει την πολιτική εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων.

Το ενδεχόμενο μιας αιφνίδιας πλήρους αποχώρησης των ΗΠΑ από την ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή θεωρείται απίθανο.

Πιο ρεαλιστικό εμφανίζεται ένα σενάριο σταδιακής αποδυνάμωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και υποστήριξης.

Η εξέλιξη αυτή δεν συνδέεται αποκλειστικά με τον Τραμπ, αλλά και με τη μετατόπιση των αμερικανικών στρατηγικών προτεραιοτήτων προς την Ασία.

Η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει ολοένα περισσότερο την Κίνα ως τη βασική στρατηγική της πρόκληση, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στη μεταφορά στρατιωτικών πόρων και προσοχής από την Ευρώπη στον Ινδοειρηνικό.

Τα αμερικανικά πυρηνικά όπλα που βρίσκονται στην Ευρώπη είναι πιθανό να παραμείνουν, καθώς έχουν σημαντικό συμβολικό ρόλο και σχετικά περιορισμένο κόστος διατήρησης.

Αντίθετα, μεγαλύτερη αβεβαιότητα υπάρχει για τις συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις και τις υποστηρικτικές δυνατότητες που καθιστούν αξιόπιστη την αμερικανική πυρηνική δέσμευση.

Αυτό οδηγεί στην αναζήτηση μεγαλύτερου ευρωπαϊκού ρόλου.

Η Γαλλία και η Βρετανία είναι οι δύο ευρωπαϊκές χώρες που διαθέτουν δικά τους πυρηνικά οπλοστάσια.

Ο Μακρόν έχει προτείνει μεγαλύτερη συμμετοχή των Ευρωπαίων εταίρων στη συζήτηση για τη γαλλική πυρηνική αποτροπή, ενώ το Παρίσι προχωρά στην ενίσχυση των σχετικών δυνατοτήτων του.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι δύο ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η απάντηση εξαρτάται από το πώς ορίζεται η αποτελεσματική πυρηνική αποτροπή.

Εάν θεωρείται αρκετό ένα κράτος να μπορεί να προκαλέσει καταστροφικές απώλειες στον αντίπαλό του, τότε το γαλλικό οπλοστάσιο, με μερικές εκατοντάδες πυρηνικές κεφαλές, μπορεί να θεωρηθεί επαρκές.

Η γεωγραφική εγγύτητα της Γαλλίας με την υπόλοιπη Ευρώπη ενισχύει επίσης την αξιοπιστία του ενδιαφέροντός της για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Εάν, όμως, η αποτροπή απαιτεί τη δυνατότητα αντιμετώπισης της Ρωσίας σε διαφορετικά επίπεδα πυρηνικής κλιμάκωσης και τη δυνατότητα καταστροφής σημαντικού μέρους των ρωσικών πυρηνικών δυνάμεων πριν από την εκτόξευσή τους, τότε τα ευρωπαϊκά οπλοστάσια εμφανίζουν σημαντικούς περιορισμούς.

Η διαφορά βρίσκεται στο μέγεθος, στην ευελιξία και στο εύρος των διαθέσιμων επιλογών.

Υπάρχει επίσης το ζήτημα του πολιτικού ελέγχου.

Ο Μακρόν έχει καταστήσει σαφές ότι μόνο ο πρόεδρος της Γαλλίας αποφασίζει για τη χρήση των γαλλικών πυρηνικών όπλων.

Αυτό δημιουργεί για χώρες όπως η Πολωνία και η Εσθονία το ίδιο βασικό ερώτημα που αντιμετωπίζουν και απέναντι στις ΗΠΑ: κατά πόσο ένας ξένος ηγέτης θα αναλάμβανε τον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου για να τις προστατεύσει.

Ωστόσο, η αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού ηγέτη δεν αποτελεί γαλλική ιδιαιτερότητα. Αντίστοιχος έλεγχος υπάρχει και στις άλλες πυρηνικές δυνάμεις.

Για τον λόγο αυτό, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιμετωπίζουν σήμερα τη γαλλική πρόταση ως συμπλήρωμα της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας και όχι ως αντικατάστασή της.

Άλλωστε, η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να δηλώνει ότι οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν την πυρηνική προστασία των συμμάχων τους.

Το μέλλον της Συμμαχίας, επομένως, δεν εξαρτάται μόνο από το ποιος διαθέτει πυρηνικά όπλα, αλλά και από το κατά πόσο τα κράτη-μέλη μπορούν να προσαρμοστούν σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Η επιστροφή στις συνθήκες ασφαλείας της δεκαετίας του 1990 ή των αρχών της δεκαετίας του 2000 δεν θεωρείται ρεαλιστική.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να ενισχύσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες, να αναπροσαρμόσουν τις πολιτικές τους και να προετοιμαστούν για μια πιο περιορισμένη αμερικανική παρουσία.

Το ΝΑΤΟ μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να διατηρήσει τον ρόλο του, αλλά θα χρειαστεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.

Η πυρηνική αποτροπή παραμένει ο βασικός μηχανισμός προστασίας της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία. Το ερώτημα είναι εάν οι Ευρωπαίοι μπορούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία της πριν η αβεβαιότητα για τις αμερικανικές δεσμεύσεις εξελιχθεί σε πραγματικό κενό ασφαλείας.