Πώς η Γερμανία προετοιμάζεται για ενδεχόμενο πόλεμο με τη Ρωσία: Το απόρρητο σχέδιο του ΝΑΤΟ και οι 800.000 στρατιώτες
Το επιχειρησιακό σχέδιο των 1.000 σελίδων προβλέπει τη μετακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών και 200.000 οχημάτων μέσω γερμανικού εδάφους – Οι ασκήσεις στο Αμβούργο, ο κίνδυνος σαμποτάζ και οι σοβαρές ελλείψεις της Bundeswehr
Ένα απόρρητο επιχειρησιακό σχέδιο περίπου 1.000 σελίδων βρίσκεται στο επίκεντρο της προετοιμασίας της Γερμανίας για το ενδεχόμενο στρατιωτικής κλιμάκωσης με τη Ρωσία. Το σχέδιο, γνωστό ως Operationsplan Deutschland (OPLAN DEU), καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο η χώρα θα υποστηρίξει τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ σε περίπτωση επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους της Συμμαχίας, μετατρέποντας το γερμανικό έδαφος σε έναν τεράστιο κόμβο μεταφοράς στρατευμάτων, οχημάτων και πολεμικού υλικού.
Οι υπολογισμοί προβλέπουν ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, περίπου 800.000 στρατιώτες και 200.000 στρατιωτικά οχήματα θα πρέπει να διασχίσουν τη Γερμανία μέσα σε διάστημα έξι μηνών, με κατεύθυνση κυρίως την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά σύνθετη επιχείρηση, η οποία απαιτεί λειτουργικούς αυτοκινητοδρόμους, γέφυρες, σιδηροδρομικές γραμμές, λιμάνια και εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού. Παράλληλα, οι γερμανικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι μετακινήσεις θα πραγματοποιούνται χωρίς να διακόπτονται από επιθέσεις με drones, δολιοφθορές, κυβερνοεπιθέσεις ή άλλες εχθρικές ενέργειες.
Η προετοιμασία αυτή δεν περιορίζεται στις Ένοπλες Δυνάμεις. Στο σχέδιο συμμετέχουν αστυνομικές υπηρεσίες, κρατικοί φορείς, εταιρείες μεταφορών και τεχνολογίας, επιχειρήσεις εφοδιαστικής αλυσίδας, ακόμη και αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Ωστόσο, παρά την αύξηση των αμυντικών δαπανών και την προσπάθεια ενίσχυσης του στρατού, η Γερμανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, εξοπλισμό και υποδομές. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα για τον μελλοντικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή άμυνα δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στον σχεδιασμό.
Το απόρρητο σχέδιο των 1.000 σελίδων και ο ρόλος της Γερμανίας σε έναν πόλεμο
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Γερμανία περιόρισε σταδιακά τις στρατιωτικές της δυνατότητες. Οι αμυντικές δαπάνες μειώθηκαν, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία καταργήθηκε και για δεκαετίες η χώρα επένδυε λιγότερους πόρους στην εθνική άμυνα.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ανέδειξε το μέγεθος του προβλήματος.
Εκείνη την περίοδο, ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής της Γερμανίας είχε περιγράψει τις Ένοπλες Δυνάμεις ως ουσιαστικά απογυμνωμένες από τις δυνατότητες που θα χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν μια μεγάλη στρατιωτική κρίση.
Έκτοτε, το Βερολίνο επιχειρεί να αναστρέψει την κατάσταση, αυξάνοντας σημαντικά τον αμυντικό προϋπολογισμό, ενισχύοντας τις προσλήψεις προσωπικού και καταρτίζοντας νέα επιχειρησιακά σχέδια.
Ένα από αυτά είναι το OPLAN DEU, η επεξεργασία του οποίου ξεκίνησε το 2022 από το μηδέν.
Το σχέδιο αποτελεί ένα διαρκώς ανανεούμενο έγγραφο, το οποίο προσαρμόζεται στις στρατιωτικές ανάγκες και στις μεταβαλλόμενες συνθήκες ασφαλείας. Παρότι αριθμεί περίπου 1.000 σελίδες, δεν θεωρείται ποτέ οριστικά ολοκληρωμένο.
Η βασική του αποστολή είναι να καθορίσει πώς θα λειτουργήσει η Γερμανία ως κεντρικός κόμβος μεταφοράς και υποστήριξης των συμμαχικών δυνάμεων.
Η γεωγραφική της θέση, στο κέντρο της Ευρώπης, την καθιστά απαραίτητη για τη μετακίνηση στρατευμάτων από τη Δυτική Ευρώπη προς τις χώρες της Βαλτικής και την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης, μεγάλος αριθμός συμμαχικών στρατευμάτων θα έφτανε αρχικά σε γερμανικά λιμάνια και αεροδρόμια, πριν συνεχίσει προς τις περιοχές όπου θα απαιτούνταν ενισχύσεις.
Ταυτόχρονα, μέσω της Γερμανίας θα μεταφέρονταν πυρομαχικά, καύσιμα, τρόφιμα, στρατιωτικός εξοπλισμός και άλλα εφόδια.
Προς την αντίθετη κατεύθυνση θα κινούνταν τραυματισμένοι στρατιώτες και άμαχοι που θα εγκατέλειπαν τις περιοχές των συγκρούσεων.
Αυτή η διπλή ροή ανθρώπων και υλικών δημιουργεί τεράστιες απαιτήσεις για το γερμανικό σύστημα μεταφορών.
Το απόρρητο σχέδιο περιλαμβάνει συγκεκριμένα λιμάνια άφιξης, οδικές διαδρομές, γέφυρες και υποδομές που θα χρησιμοποιούνταν για την ανάπτυξη των συμμαχικών δυνάμεων.
Οι λεπτομέρειες αυτές δεν δημοσιοποιούνται, καθώς η αποκάλυψή τους θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να εντοπίσει κρίσιμα σημεία της στρατιωτικής εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η ανάγκη προστασίας των πληροφοριών αποτελεί βασικό στοιχείο του σχεδιασμού, ιδιαίτερα επειδή η μεταφορά στρατευμάτων εξαρτάται από συγκεκριμένους οδικούς και σιδηροδρομικούς άξονες.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι η κατάσταση των γερμανικών υποδομών.
Πολλές γέφυρες, οδικές αρτηρίες και σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις χρειάζονται συντήρηση ή εκσυγχρονισμό, ενώ ορισμένες υποδομές που χρονολογούνται από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου δεν είναι κατάλληλες για τη διέλευση ιδιαίτερα βαρέων στρατιωτικών οχημάτων.
Το πρόβλημα έχει αναδειχθεί σε προτεραιότητα για το ΝΑΤΟ.
Στο πλαίσιο των αποφάσεων του 2025 για αμυντικές δαπάνες συνολικού ύψους 5% του ΑΕΠ, προβλέφθηκε ότι ποσοστό 1,5% θα κατευθύνεται σε τομείς όπως οι κρίσιμες υποδομές και η πολιτική ετοιμότητα.
Ωστόσο, η αποκατάσταση γεφυρών, δρόμων και σιδηροδρομικών γραμμών απαιτεί χρόνο, ενώ οι ανάγκες μιας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης θα μπορούσαν να εμφανιστούν πολύ νωρίτερα.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αμφιβολίες για το κατά πόσο η Γερμανία θα μπορούσε σήμερα να ανταποκριθεί πλήρως στον ρόλο που προβλέπει το επιχειρησιακό σχέδιο.
Οι ασκήσεις στο Αμβούργο, οι δολιοφθορές και η αβεβαιότητα για τις ΗΠΑ
Ένα από τα σημαντικότερα πεδία δοκιμής του σχεδίου είναι το Αμβούργο, όπου πραγματοποιούνται ασκήσεις συνεργασίας στρατιωτικών και πολιτικών φορέων.
Η άσκηση Red Storm Charlie, διάρκειας τριών ημερών, βασίζεται σε ένα υποθετικό σενάριο αυξανόμενης έντασης με τη Ρωσία.
Στο συγκεκριμένο σενάριο, το ΝΑΤΟ δεν βρίσκεται ακόμη σε πόλεμο, ενώ το γερμανικό Κοινοβούλιο δεν έχει κηρύξει κατάσταση έντασης. Ωστόσο, η Συμμαχία αποφασίζει να ενισχύσει τις δυνάμεις της στις χώρες της Βαλτικής, βορειοανατολικά της Γερμανίας.
Το λιμάνι του Αμβούργου αποκτά κεντρικό ρόλο, καθώς αποτελεί ένα από τα σημεία όπου θα μπορούσαν να αποβιβαστούν συμμαχικά στρατεύματα και να μεταφερθούν στη συνέχεια προς τα ανατολικά.
Κατά την άσκηση, τον ρόλο των συμμαχικών δυνάμεων αναλαμβάνουν Γερμανοί στρατιώτες, οι οποίοι μετακινούνται με στρατιωτικά οχήματα μέσα στην πόλη.
Οι συμμετέχοντες καλούνται να αντιμετωπίσουν καταστάσεις που θα μπορούσαν να διακόψουν ή να καθυστερήσουν τις μεταφορές.
Μία από αυτές αφορά την εμφάνιση εχθρικού drone πάνω από περιοχή συγκέντρωσης στρατιωτικής φάλαγγας.
Το ενδεχόμενο δεν αντιμετωπίζεται ως μακρινό, καθώς οι γερμανικές αρχές θεωρούν τις δολιοφθορές και τις υβριδικές απειλές ιδιαίτερα σοβαρό κίνδυνο.
Η απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας τον Αύγουστο, την οποία η Γερμανία απέδωσε επισήμως στη Ρωσία, ενίσχυσε την αίσθηση επείγοντος.
Παράλληλα, καταγράφονται σε χώρες του ΝΑΤΟ περιστατικά παραπληροφόρησης, κατασκοπείας, δολιοφθορών και πτήσεων μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η γερμανική στρατιωτική προετοιμασία δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτές τις απειλές, χωρίς να θεωρεί ότι επίκειται άμεσα μεγάλης κλίμακας χερσαία μάχη στο γερμανικό έδαφος.
Ένα ακόμη σενάριο της άσκησης προβλέπει ότι ομάδα διαδηλωτών αποκλείει τον δρόμο από τον οποίο πρέπει να περάσει στρατιωτική φάλαγγα.
Η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Γερμανίας.
Λόγω της ιστορικής εμπειρίας του ναζισμού, οι αρμοδιότητες του στρατού και της αστυνομίας είναι αυστηρά διαχωρισμένες σε καιρό ειρήνης.
Έτσι, η Bundeswehr δεν μπορεί να απομακρύνει μόνη της τους διαδηλωτές. Η αρμοδιότητα ανήκει στην αστυνομία.
Αυτό σημαίνει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του σχεδίου απαιτεί συντονισμό ανάμεσα στις ομοσπονδιακές αστυνομικές υπηρεσίες, τις αστυνομίες των κρατιδίων, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τους πολιτικούς φορείς.
Στην καθημερινότητα, οι υπηρεσίες αυτές δεν συνεργάζονται απαραίτητα σε τόσο στενή βάση. Γι’ αυτό οι κοινές ασκήσεις θεωρούνται απαραίτητες.
Η σημασία των πολιτικών φορέων είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή σημαντικό μέρος της Bundeswehr θα αναπτυσσόταν και το ίδιο στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Κατά συνέπεια, η υποστήριξη των διερχόμενων συμμαχικών δυνάμεων θα έπρεπε να βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε πολιτικές υπηρεσίες και ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Στη φετινή άσκηση συμμετείχαν περισσότεροι από 60 πολιτικοί φορείς, μεταξύ των οποίων εταιρείες τεχνολογίας, μεταφορών, εφοδιαστικής αλυσίδας και αλυσίδες καταστημάτων τροφίμων.
Η αύξηση της συμμετοχής είναι εντυπωσιακή, καθώς στην προηγούμενη αντίστοιχη άσκηση είχαν λάβει μέρος περίπου 12 φορείς.
Η μεγαλύτερη εμπλοκή της κοινωνίας και της οικονομίας δημιουργεί, όμως, ένα νέο πρόβλημα: πώς μπορεί ένα απόρρητο στρατιωτικό σχέδιο να εφαρμοστεί από δεκάδες οργανισμούς που χρειάζεται να γνωρίζουν μέρος του περιεχομένου του;
Ορισμένες πληροφορίες πρέπει αναγκαστικά να κοινοποιούνται σε υπουργεία, τοπικές αρχές και ιδιωτικές επιχειρήσεις, ώστε να προετοιμάσουν τις υποδομές και τις υπηρεσίες τους.
Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο διαρροών.
Πρόσφατη κυβερνοεπίθεση στις υπηρεσίες της πόλης του Βερολίνου αφορούσε πληροφορίες για κρίσιμες υποδομές που συνδέονται με το επιχειρησιακό σχέδιο.
Παρότι δεν έχει αποσαφηνιστεί εάν επρόκειτο για στοχευμένη κατασκοπεία, το περιστατικό ανέδειξε την ευπάθεια ενός συστήματος που στηρίζεται ταυτόχρονα στη μυστικότητα και στην ευρεία συνεργασία.
Πέρα από τα προβλήματα συντονισμού, η Γερμανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις στις στρατιωτικές της δυνατότητες.
Οι ανάγκες περιλαμβάνουν την αναβάθμιση γεφυρών και σιδηροδρομικών δικτύων, την ενίσχυση των συστημάτων αεράμυνας και την απόκτηση περισσότερων drones.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το πρόβλημα του προσωπικού.
Η Bundeswehr χρειάζεται τουλάχιστον 70.000 επιπλέον στρατιώτες για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ.
Παρότι οι αριθμοί των στρατιωτικών αυξάνονται και ο αμυντικός προϋπολογισμός έχει ενισχυθεί, η πρόοδος δεν θεωρείται αρκετά γρήγορη για την πλήρη κάλυψη των αναγκών.
Οι στρατιωτικοί επισημαίνουν ότι το επιχειρησιακό σχέδιο είναι σχεδιασμένο ώστε να μπορεί να ενεργοποιηθεί ακόμη και αν δεν έχουν ολοκληρωθεί όλες οι προετοιμασίες.
Η βασική λογική είναι ότι, εφόσον υπάρξει επίθεση, οι δυνάμεις θα κινηθούν με το προσωπικό και τα μέσα που θα είναι διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή.
Παράλληλα, η Γερμανία δεν θα ενεργήσει μόνη της, αλλά στο πλαίσιο της συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ, το οποίο αριθμεί 32 κράτη-μέλη.
Ωστόσο, υπάρχει και ένας πρόσθετος παράγοντας αβεβαιότητας: η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, η Ουάσινγκτον έχει ανακοινώσει μείωση της στρατιωτικής της παρουσίας στην Ευρώπη.
Η εξέλιξη αυτή έχει επηρεάσει τον γερμανικό σχεδιασμό, καθώς δεν θεωρείται δεδομένο ότι οι ΗΠΑ θα διαθέσουν το σύνολο των δυνάμεών τους σε περίπτωση μεγάλης κρίσης.
Για τον λόγο αυτό, το OPLAN DEU αναπτύσσεται με στόχο να μην εξαρτάται από έναν απολύτως καθοριστικό αμερικανικό ρόλο.
Η επόμενη άσκηση στο Αμβούργο, με την ονομασία Red Storm Delta, προγραμματίζεται για το επόμενο έτος και αναμένεται να περιλαμβάνει ακόμη περισσότερους πολιτικούς φορείς.
Η προετοιμασία συνεχίζεται, με την ελπίδα ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ να εφαρμοστεί σε πραγματικές συνθήκες.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Γερμανία προετοιμάζεται να αποτελέσει τον κεντρικό διάδρομο ενίσχυσης του ΝΑΤΟ σε έναν πιθανό πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά η επιτυχία αυτού του σχεδίου θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τη στρατιωτική ισχύ της Bundeswehr, αλλά και από την αντοχή των υποδομών, την κινητοποίηση της οικονομίας και τη συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών.

