Η Ρωσία βρίσκεται ήδη σε πόλεμο με την Ευρώπη – Ο κίνδυνος για το ΝΑΤΟ και οι κρίσιμες εκλογές του 2027

Οι προειδοποιήσεις στο Φόρουμ Ασφαλείας της Βαρσοβίας για τις ρωσικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς, την απειλή νέων επιθέσεων και την πολιτική επιρροή της Μόσχας – Οι πιέσεις για αυστηρότερες κυρώσεις και το ζήτημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας

Η Ρωσία βρίσκεται ήδη σε πόλεμο με την Ευρώπη – Ο κίνδυνος για το ΝΑΤΟ και οι κρίσιμες εκλογές του 2027

Η Ρωσία βρίσκεται ήδη σε μια συνεχιζόμενη σύγκρουση με την Ευρώπη, η οποία δεν περιορίζεται πλέον στον πόλεμο της Ουκρανίας ή στις παραδοσιακές μορφές υβριδικών επιχειρήσεων. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά συμπεράσματα που αναδείχθηκαν στο φετινό Φόρουμ Ασφαλείας της Βαρσοβίας, όπου πολιτικοί, πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι και ειδικοί σε θέματα ασφάλειας προειδοποίησαν για την αυξανόμενη απειλή που αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά κράτη.

σχετικά άρθρα

Καθώς πλησιάζει ο έκτος χρόνος από την έναρξη της πλήρους κλίμακας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, οι συζητήσεις στη Βαρσοβία επικεντρώθηκαν στις σχεδόν καθημερινές επιθετικές ενέργειες που αποδίδονται στη Μόσχα, αλλά και στις δυσκολίες της Ευρώπης να διαμορφώσει μια ενιαία στρατηγική αντιμετώπισής τους.

Δολιοφθορές, παραβιάσεις εναέριου χώρου, εργαλειοποίηση της παράτυπης μετανάστευσης και πολιτική επιρροή αποτελούν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, διαφορετικές πλευρές της ρωσικής δραστηριότητας απέναντι στην Ευρώπη.

Ο πρώην πρόεδρος της Εσθονίας Τόμας Χέντρικ Ίλβες περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο τις διαφορετικές αντιλήψεις που επικρατούν στην ευρωπαϊκή ήπειρο σχετικά με τη ρωσική απειλή.

«Όσο πιο δυτικά πηγαίνεις, τόσο περισσότερο κερδίζει η Ρωσία», ανέφερε, επισημαίνοντας την ισχυρή υποστήριξη που απολαμβάνουν φιλορωσικά κόμματα σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, σε αντίθεση με την κατάσταση που επικρατεί στα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Οι χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά πιο κοντά στη Ρωσία έχουν μεγαλύτερη επίγνωση των προθέσεων του Κρεμλίνου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αντιμετωπίζουν μικρότερους κινδύνους.

Αντίθετα, βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένες σε επιχειρήσεις που κινούνται στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη», όπως οι δολιοφθορές, οι εναέριες εισβολές και η χρήση μεταναστευτικών ροών ως μέσου πίεσης.

Ωστόσο, στις συγκεκριμένες χώρες καταγράφονται υψηλότερα επίπεδα κοινωνικής ανθεκτικότητας και αμυντικών δαπανών, ενώ η ιστορική εμπειρία τους επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τη ρωσική απειλή.

Ο κίνδυνος για το ΝΑΤΟ και οι εκλογές που μπορεί να αλλάξουν τις ισορροπίες

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που τέθηκαν στη Βαρσοβία ήταν το πραγματικό εύρος της σύγκρουσης ανάμεσα στη Ρωσία και την Ευρώπη.

Η εκτίμηση που διατυπώθηκε από αρκετούς ομιλητές ήταν ότι η Μόσχα δεν διεξάγει απλώς έναν υβριδικό πόλεμο, αλλά μια παρατεταμένη σύγκρουση, η οποία περιλαμβάνει σχεδόν καθημερινές επιθετικές ενέργειες όχι μόνο εναντίον της Ουκρανίας, αλλά και εναντίον κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι ρωσικές ενέργειες είναι σχεδιασμένες ώστε να παραμένουν κάτω από το όριο που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το Άρθρο 5 της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, το οποίο προβλέπει τη συλλογική άμυνα σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις είναι λιγότερο επικίνδυνες.

Αντίθετα, οι συμμετέχοντες προειδοποίησαν ότι τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν να προκαλέσουν σημαντικές ανθρώπινες απώλειες, ακόμη και χωρίς να έχουν τα χαρακτηριστικά μιας συμβατικής στρατιωτικής επίθεσης.

Μάλιστα, επισημάνθηκε ότι ένα περιστατικό που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ενεργοποίηση του Άρθρου 5 δεν είναι πλέον απαραίτητο να σημειωθεί στα σύνορα της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ.

Αντί για τη Νάρβα της Εσθονίας, ένα τέτοιο επεισόδιο θα μπορούσε να εκδηλωθεί εξίσου εύκολα στη Λειψία της Γερμανίας ή στο στενό του Έρεσουντ, ανάμεσα στη Δανία και τη Σουηδία.

Παρά τις προειδοποιήσεις αυτές, η αντίληψη της ρωσικής απειλής εξακολουθεί να διαφέρει σημαντικά μεταξύ των συμμάχων.

Χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και το Βέλγιο παρουσιάστηκαν ως κράτη που δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει πλήρως τις διαστάσεις αυτής της νέας μορφής σύγκρουσης.

Την ίδια στιγμή, το 2027 αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμη χρονιά για την ενότητα της Ευρώπης, καθώς θα πραγματοποιηθούν σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις στη Γαλλία και τη Γερμανία.

Στη Γαλλία είναι προγραμματισμένες οι προεδρικές εκλογές, ενώ στη Γερμανία θα διεξαχθούν εκλογές σε ομόσπονδα κρατίδια, μεταξύ των οποίων και η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία.

Στο Φόρουμ εκφράστηκαν ανησυχίες για τη στήριξη που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των συμμετεχόντων, παρέχει το Κρεμλίνο στην Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) και στον Εθνικό Συναγερμό της Γαλλίας, καθώς και για την ενίσχυση της προβολής της γαλλικής άκρας Αριστεράς.

Οι πολιτικές και οικονομικές αναταράξεις, τόσο στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών όσο και διεθνώς, θεωρείται ότι μπορούν να οδηγήσουν σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων προς τα πολιτικά άκρα.

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορούσε και τον ρόλο του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Ρώσος αντικαθεστωτικός και πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής σκακιού Γκάρι Κασπάροφ άσκησε έντονη κριτική στον Αμερικανό πρόεδρο, υποστηρίζοντας ότι συμπεριφέρεται σαν να ήταν πράκτορας της Ρωσίας.

Αντίστοιχα, η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ προκάλεσε επικρίσεις από Ευρωπαίους πολιτικούς και προσωπικότητες όπως ο Ρώσος αντιπολιτευόμενος Βλαντίμιρ Καρά-Μουρζά.

Παρά την κριτική προς την Ουάσινγκτον, στη Βαρσοβία διαμορφώθηκε η εκτίμηση ότι η ευθύνη για τη διατήρηση της ενότητας και τη συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία βρίσκεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στα χέρια των ίδιων των Ευρωπαίων.

Η συζήτηση συνδέεται με την ανάγκη δημιουργίας ενός περισσότερο «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ», σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές σύστημα γίνεται ολοένα πιο πολυπολικό.

Αυτό προϋποθέτει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος των αμυντικών υποχρεώσεων και θα αναπτύξουν τα μέσα, τις δυνατότητες και τα συστήματα που απαιτούνται ώστε να μπορούν να ενεργούν αυτόνομα.

Οι κυρώσεις κατά του Πούτιν, τα παγωμένα ρωσικά κεφάλαια και η επόμενη ημέρα

Ένα ακόμη βασικό μήνυμα του Φόρουμ Ασφαλείας της Βαρσοβίας ήταν ότι η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί πιο αποφασιστικά απέναντι στη Ρωσία, χωρίς να φοβάται τις συνέπειες των επιλογών της.

Την ανάγκη αυτή υπογράμμισαν, μεταξύ άλλων, ο πρώην υπουργός Άμυνας της Βρετανίας Μπεν Γουάλας και ο αντιπρόεδρος του Free Russia Foundation, Βλαντίμιρ Καρά-Μουρζά.

Οι προτάσεις που διατυπώθηκαν περιλαμβάνουν τη σημαντική επέκταση των κυρώσεων εναντίον του Βλαντίμιρ Πούτιν, του στενού του περιβάλλοντος και των ρωσικών τραπεζών, καθώς και την αξιοποίηση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για τη στήριξη της Ουκρανίας.

Ωστόσο, το συγκεκριμένο ζήτημα εξακολουθεί να προκαλεί διαφωνίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Ντέιβιντ Ο’Σάλιβαν, ειδικός απεσταλμένος της ΕΕ για την εφαρμογή των κυρώσεων, επισήμανε ότι η αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών κεφαλαίων παραμένει αμφιλεγόμενη.

Οι αντιρρήσεις προέρχονται ιστορικά από την Ουγγαρία, αλλά σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το Βέλγιο, όπου βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος των ακινητοποιημένων περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας.

Ο Καρά-Μουρζά υποστήριξε επίσης ότι η Ευρώπη και γενικότερα η Δύση πρέπει να αρχίσουν να προετοιμάζονται για τη Ρωσία μετά τον Πούτιν, ακόμη και αν μια τέτοια εξέλιξη φαίνεται σήμερα μακρινή.

Όπως επισήμανε, η κατάρρευση αυτοκρατοριών και δικτατορικών καθεστώτων συχνά ακολουθεί τη γνωστή περιγραφή του Έρνεστ Χέμινγουεϊ για τη χρεοκοπία: συμβαίνει «σταδιακά και μετά ξαφνικά».

Η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει σημαντικές πιέσεις, αλλά έχει πλέον προσαρμοστεί σε συνθήκες πολέμου.

Αυτή η προσαρμογή την προστατεύει σε μεγάλο βαθμό από τις επιπτώσεις των κυρώσεων, δημιουργώντας μια εικόνα σταθερότητας που, σύμφωνα με την ανάλυση, μπορεί να αποκρύπτει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες.

Ο Καρά-Μουρζά υποστήριξε ακόμη ότι η Ρωσία έχει αποδυναμωθεί εξαιτίας της αυξανόμενης εξάρτησής της από την Κίνα, φτάνοντας στο σημείο να τη χαρακτηρίσει «κράτος-υποτελή» του Πεκίνου.

Κατά την εκτίμησή του, αυτή η κατάσταση θα έπρεπε να προκαλεί δυσαρέσκεια σε περισσότερους Ρώσους εθνικιστές, οι οποίοι μέχρι σήμερα εξακολουθούν να υποστηρίζουν τις αναθεωρητικές επιδιώξεις του Πούτιν απέναντι στις γειτονικές χώρες.

Παρά τις αδυναμίες που αναδείχθηκαν, οι συμμετέχοντες αναγνώρισαν ότι η Ευρώπη έχει πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα από την έναρξη της πλήρους κλίμακας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας, η ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ και η αύξηση των αμυντικών δαπανών σε ολόκληρη την ήπειρο αποτελούν σημαντικές εξελίξεις.

Ωστόσο, σχεδόν πέντε χρόνια μετά την έναρξη της εισβολής, η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στη διαμόρφωση μιας ανεξάρτητης στρατηγικής.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν στη Βαρσοβία, η ήπειρος βρίσκεται ανάμεσα στις φιλοδοξίες των δύο μεγάλων δυνάμεων, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, χωρίς να έχει καταφέρει να χαράξει πλήρως τη δική της πορεία.

Η αδυναμία αυτή αφορά τόσο την παραγωγή ευρωπαϊκών προϊόντων και τη δημιουργία αυτόνομων εφοδιαστικών αλυσίδων όσο και τη διαμόρφωση στρατηγικής για διεθνείς προκλήσεις που εκτείνονται από την Αρκτική έως τη Νότια Σινική Θάλασσα.

Παράλληλα, καταγράφεται κόπωση γύρω από τη διαδικασία διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η προοπτική μελλοντικής ένταξης της Ουκρανίας αναμένεται να προκαλέσει έντονες συζητήσεις, όχι μόνο σε χώρες όπως η Γαλλία, αλλά και στη γειτονική της Ουκρανίας Πολωνία.

Το γενικό συμπέρασμα που προέκυψε από το Φόρουμ είναι ότι η Ευρώπη εμφανίζεται ενωμένη ως προς τις προθέσεις της, αλλά όχι ως προς τη στρατηγική της.

Παρά τη σημαντική υποστήριξη που έχει προσφέρει στο Κίεβο, δεν έχει δεσμευτεί πλήρως, ως θεσμικό σύνολο και ως ευρύτερη γεωγραφική οντότητα, στην επιδίωξη της ουκρανικής νίκης και της ρωσικής ήττας.

Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να αμφισβητεί τη δική της ισχύ και τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στο διεθνές σύστημα.

Ωστόσο, οι προϋποθέσεις για μια πιο αποφασιστική ευρωπαϊκή παρουσία υπάρχουν ήδη.

Χώρες όπως η Πολωνία, με την εμπειρία και τη στρατηγική τους προσέγγιση, μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις στο εσωτερικό της Ένωσης, ενώ οι μεταβαλλόμενες προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργούν πρόσθετη πίεση για ανάληψη μεγαλύτερων ευθυνών.

Σύμφωνα με την ανάλυση, οι ρωσικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς, εκφοβισμού και βίας εναντίον της Ευρώπης έχουν πλέον περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια αμφισβήτησης της εμπλοκής της Μόσχας.

Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζεται ότι και η ευρωπαϊκή απάντηση πρέπει να είναι εξίσου ξεκάθαρη.

Η διατλαντική συμμαχία οικοδομήθηκε ιστορικά πάνω σε κοινές αξίες, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να στηρίζεται περισσότερο και στην κοινή στρατιωτική ισχύ.

Το μήνυμα που κυριάρχησε στη Βαρσοβία είναι ότι η ισχύς αποτελεί τον παράγοντα στον οποίο ανταποκρίνεται η Ρωσία και τον οποίο η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως να ενισχύσει.

Σε αυτή τη λογική, όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ καλούνται να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή σαν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, καθώς η σύγκρουση αποκτά ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά που ξεπερνούν τα όρια ενός υβριδικού πολέμου.