Τα υποθαλάσσια καλώδια στο επίκεντρο ενός παγκόσμιου πολέμου κατασκοπείας: Πώς ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία κυνηγούν τα δεδομένα

Περίπου 1,4 εκατ. χιλιόμετρα καλωδίων αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκόσμιας επικοινωνίας – Οι μυστικές εγκαταστάσεις της NSA, οι αποκαλύψεις Σνόουντεν και η νέα μάχη των μεγάλων δυνάμεων για τον έλεγχο της πληροφορίας

Τα υποθαλάσσια καλώδια στο επίκεντρο ενός παγκόσμιου πολέμου κατασκοπείας: Πώς ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία κυνηγούν τα δεδομένα

Ανάμεσα σε συνηθισμένες κατοικίες μιας γειτονιάς στο Νιου Τζέρσεϊ βρίσκεται ένα κτίριο που από τον δρόμο μπορεί εύκολα να περάσει απαρατήρητο. Πίσω από την περίφραξή του, όμως, αποκαλύπτεται μια πολύ μεγαλύτερη εγκατάσταση, με χαρακτηριστικά περισσότερο αποθήκης ή βιομηχανικού συγκροτήματος παρά κατοικίας και δεκάδες μονάδες κλιματισμού.

σχετικά άρθρα

Πρόκειται για σταθμό προσαιγιάλωσης της AT&T, ένα από τα σημεία στα οποία καταλήγουν στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ τα τεράστια υποθαλάσσια καλώδια που συνδέουν τον πλανήτη. Παράλληλα, ένας χάρτης που διέρρευσε από την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (NSA) δείχνει ότι τα δεδομένα που συλλέγονται από καλώδια επεξεργάζονται κάπου στο Νιου Τζέρσεϊ, σε εγκατάσταση με την ονομασία Pinecone.

Η αντιπαραβολή των χαρτών έχει οδηγήσει στην εκτίμηση ότι το συγκεκριμένο κτίριο αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους υποψηφίους για την τοποθεσία όπου πραγματοποιείται αυτή η επεξεργασία. Και δεν είναι το μοναδικό. Αντίστοιχες εγκαταστάσεις έχουν εντοπιστεί σε διάφορες αμερικανικές πόλεις, μεταξύ άλλων στη Νέα Υόρκη, το Σαν Φρανσίσκο και το Ντάλας, μέσα σε κτίρια που εξωτερικά δεν προδίδουν τον πραγματικό τους ρόλο.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η υποδομή που κρατά συνδεδεμένο σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο: τα υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών, μέσα από τα οποία περνά ένας ασύλληπτος όγκος τηλεφωνικών κλήσεων, μηνυμάτων, ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και διαδικτυακών δεδομένων.

Η ιστορία τους αρχίζει πολύ πριν από το Διαδίκτυο. Το 1858 το πρώτο χάλκινο υπερατλαντικό καλώδιο συνέδεσε την Ιρλανδία με τον Καναδά. Το πρώτο τηλεγράφημα χρειάστηκε περίπου 18 ώρες για να φτάσει στον προορισμό του, χρόνος εντυπωσιακός για τα δεδομένα της εποχής. Το καλώδιο έπαψε να λειτουργεί μόλις τρεις εβδομάδες αργότερα, ωστόσο είχε ήδη αποδείξει τις δυνατότητες μιας τεχνολογίας που επρόκειτο να μεταμορφώσει τις παγκόσμιες επικοινωνίες.

Σήμερα υπάρχουν περίπου 1,4 εκατομμύρια χιλιόμετρα υποθαλάσσιων καλωδίων, ενώ τα ταχύτερα μπορούν να μεταφέρουν έως και 224 terabytes δεδομένων ανά δευτερόλεπτο. Ο συνολικός όγκος των δεδομένων που μετακινούνται διεθνώς διπλασιάζεται κάθε δύο έως τρία χρόνια.

Πόλεμος κατασκοπείας

Η τεράστια σημασία τους τα έχει μετατρέψει ταυτόχρονα σε ευάλωτους στόχους. Μπορούν να υποστούν ζημιές από αλιευτικά, άγκυρες και φυσικές καταστροφές, αλλά μπορούν επίσης να αποτελέσουν στόχο σκόπιμης δολιοφθοράς ή κατασκοπείας.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των νησιών Μάτσου, που βρίσκονται κοντά στις κινεζικές ακτές αλλά ελέγχονται από την Ταϊβάν. Μέσα σε πέντε χρόνια, τα καλώδιά τους έχουν υποστεί 27 διακοπές, με την Κίνα να αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή και να αποδίδει τα περιστατικά σε αλιευτικά ή άγκυρες.

Σε άλλη περίπτωση, άγνωστοι αφαίρεσαν τμήμα μήκους περίπου 2,5 μιλίων από καλώδιο που συνδέει τη Νορβηγία με το Σβάλμπαρντ. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η καταστροφή καλωδίων αποτέλεσε ανοιχτά στρατιωτική ενέργεια. Κατά τον πόλεμο εναντίον του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, οι ΗΠΑ έκοψαν καλώδιο επικοινωνιών του Ιράκ, ενώ η πρακτική της διακοπής των επικοινωνιών του αντιπάλου έχει χρησιμοποιηθεί ήδη από τον Αμερικανικό Εμφύλιο.

Από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους στην επιχείρηση Ivy Bells

Η μεγαλύτερη αξία των καλωδίων για τις υπηρεσίες πληροφοριών δεν βρίσκεται απαραίτητα στην καταστροφή τους, αλλά στην υποκλοπή όσων μεταφέρουν.

Ήδη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό υπέκλεπτε γερμανικές επικοινωνίες μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου στον Ατλαντικό. Οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφημένα μηνύματα, όμως οι Βρετανοί κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν σημαντικό μέρος τους και να ανακαλύψουν σχέδιο για συμμαχία της Γερμανίας με το Μεξικό εναντίον των ΗΠΑ.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι πρακτικές αυτές διευρύνθηκαν. Οι ΗΠΑ δημιούργησαν υπηρεσία η οποία παρακολουθούσε εκατοντάδες χιλιάδες τηλεγραφήματα και τηλεφωνικές επικοινωνίες πολιτών, τόσο μέσω του ταχυδρομείου όσο και μέσω των υποθαλάσσιων δικτύων.

Η υπηρεσία έκλεισε μετά τον πόλεμο, αλλά λίγα χρόνια αργότερα ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν δημιούργησε την NSA, με αποστολή τη συλλογή και ανάλυση επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου τα καλώδια έγιναν ξανά πρωταρχικός στόχος. Οι Αμερικανοί χρησιμοποίησαν το ειδικά διαμορφωμένο υποβρύχιο USS Halibut, το οποίο διέθετε χώρο για στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών και υπολογιστικά συστήματα, σε ένα τμήμα που είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «Bat Cave».

Στο πλαίσιο της Operation Ivy Bells, δύτες μπορούσαν να επιχειρούν σε βάθος περίπου 400 ποδιών και να τοποθετούν τεράστιες συσκευές καταγραφής πάνω σε σοβιετικά υποθαλάσσια καλώδια στα ανοικτά της ανατολικής Ρωσίας.

Η επιχείρηση συνεχίστηκε για περίπου δέκα χρόνια, με το υποβρύχιο να επιστρέφει ανά τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να αντικαθιστά τα μέσα αποθήκευσης των υποκλαπεισών συνομιλιών. Μέσω αυτής της διαδικασίας οι Αμερικανοί απέκτησαν εικόνα για το πώς αντιμετώπιζαν οι Σοβιετικοί την κλιμάκωση των πυρηνικών εξοπλισμών.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η νέα εποχή του Διαδικτύου πολλαπλασίασε εκθετικά τον όγκο των διαθέσιμων πληροφοριών. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και την υπογραφή του Patriot Act, οι δυνατότητες ηλεκτρονικής παρακολούθησης των αμερικανικών υπηρεσιών επεκτάθηκαν σημαντικά.

Το 2006, έγγραφο που διέρρευσε αποκάλυψε ότι σε κτίριο στο Σαν Φρανσίσκο, πίσω από μια πόρτα με την ένδειξη 641A, η NSA είχε εγκαταστήσει σύστημα που αντέγραφε την κίνηση δεδομένων από καλώδια οπτικών ινών τα οποία συνέδεαν τις ΗΠΑ με την Ασία. Η AT&T είχε επιτρέψει την πρόσβαση στην κίνηση των δικτύων της.

Η πραγματική έκταση της επιχείρησης έγινε πολύ πιο σαφής το 2013, όταν ο Έντουαρντ Σνόουντεν δημοσιοποίησε έναν τεράστιο όγκο απόρρητων εγγράφων της NSA.

Τα έγγραφα έδειχναν ότι δεν επρόκειτο απλώς για ένα καλώδιο στο Σαν Φρανσίσκο. Η NSA είχε αποκτήσει πρόσβαση σε εκατοντάδες υποθαλάσσια καλώδια σε ολόκληρο τον κόσμο, μέσα από τα οποία περνούσαν email, μηνύματα, τηλεφωνικές κλήσεις και άλλα δεδομένα.

Στις διαρροές εμφανίζονταν επίσης συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες τηλεπικοινωνιών και τεχνολογίας, μεταξύ των οποίων Microsoft, Yahoo, Google, Facebook, YouTube, Skype, AOL και Apple.

Ένα από τα έγγραφα περιέγραφε τη φιλοσοφία της συλλογής με διατυπώσεις όπως «sniff it all», «know it all», «collect it all», «process it all» και «exploit it all», με έναν ακόμη στόχο να περιγράφεται ως «master the internet».

Μέχρι το 2009, η NSA είχε πρόσβαση σε εκατοντάδες καλώδια παγκοσμίως, από το Southern Cross που συνδέει την Καλιφόρνια με την Αυστραλία μέχρι το Apollo μεταξύ Νέας Υόρκης και Γαλλίας και μικρότερες συνδέσεις στην Καραϊβική.

Παράλληλα, συνεργαζόταν στενά με τη βρετανική GCHQ. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η NSA φέρεται να κατέβαλε περίπου 100 εκατ. λίρες για πρόσβαση σε δεδομένα που χαρακτηρίζονταν «χρυσωρυχείο», με εκατοντάδες χιλιάδες ονόματα, περισσότερες από 76.000 γεωγραφικές συντεταγμένες και περίπου 194 εκατ. μηνύματα ημερησίως.

Ο τεράστιος όγκος των πληροφοριών απαιτούσε αυτοματοποιημένη επεξεργασία. Τα δεδομένα περνούσαν από το Pinecone, όπου αναζητούνταν μοτίβα και συνδέσεις μεταξύ πιθανών στόχων και των ανθρώπων με τους οποίους επικοινωνούσαν.

Στη συνέχεια, οι πληροφορίες μπορούσαν να καταλήξουν στο XKeyscore, ένα εσωτερικό σύστημα αναζήτησης που επέτρεπε την αξιοποίηση μεταδεδομένων από κλήσεις, μηνύματα, τοποθεσίες και άλλες ηλεκτρονικές δραστηριότητες. Έτσι, οι αναλυτές μπορούσαν να αναζητούν έναν στόχο και να εξετάζουν τις επικοινωνίες, τις επαφές και τη γεωγραφική του δραστηριότητα.

Η νέα μάχη ΗΠΑ και Κίνας για τα καλώδια του πλανήτη

Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν είχαν και μία ακόμη συνέπεια: η γεωγραφία των υποθαλάσσιων καλωδίων απέκτησε πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία.

Μέχρι τότε, μεγάλο μέρος των διεθνών δικτύων περνούσε από τις ΗΠΑ. Στα χρόνια που ακολούθησαν άρχισαν να σχεδιάζονται εναλλακτικές διαδρομές που παρακάμπτουν την αμερικανική επικράτεια, μεταξύ άλλων συνδέσεις από τη Βραζιλία προς τη Νότια Αφρική και στη συνέχεια προς την Ασία.

Την ίδια ώρα, η Κίνα άρχισε να επεκτείνει ταχύτατα το δικό της διεθνές δίκτυο καλωδίων, μέσω κινεζικών εταιρειών, εντάσσοντας τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές στον ευρύτερο ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ.

Η Ουάσινγκτον απάντησε δημιουργώντας το Team Telecom, μια ειδική δομή στελεχωμένη από αξιωματούχους πληροφοριών και ρυθμιστικών υπηρεσιών, η οποία εξετάζει νέα έργα καλωδίων προκειμένου να διαπιστώσει εάν μπορούν να δημιουργήσουν κινδύνους για τα αμερικανικά συμφέροντα.

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση ενός καλωδίου που επρόκειτο να συνδέσει το Λος Άντζελες με το Χονγκ Κονγκ. Το έργο αναπτυσσόταν από την Google και το Facebook και είχαν ήδη επενδυθεί εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, όμως τελικά εμποδίστηκε λόγω των ανησυχιών για την εγγύτητά του με την Κίνα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι στον παγκόσμιο χάρτη αρχίζουν να δημιουργούνται παράλληλα και ανταγωνιστικά δίκτυα. Οι ΗΠΑ και η Κίνα αναπτύσσουν διαφορετικές υποδομές, ακόμη και προς απομακρυσμένα νησιά και χώρες της Αφρικής, με αρκετά κράτη να βρίσκονται ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Στον ανταγωνισμό επιχειρεί να αποκτήσει παρουσία και η Ρωσία, μεταξύ άλλων με το καλώδιο Polar Express. Παράλληλα, το ρωσικό πλοίο Yantar, το οποίο θεωρείται κατασκοπευτικό σκάφος, έχει εντοπιστεί πάνω από περιοχές όπου βρίσκονται υποθαλάσσια καλώδια κοντά στην Ιρλανδία και τη Συρία. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για την παρακολούθησή τους, ενώ και μόνο η παρουσία ενός τέτοιου πλοίου πάνω από κρίσιμες γραμμές επικοινωνίας λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα καλώδια μπορούν να αποτελέσουν στόχο.

Οι ΗΠΑ διαθέτουν επίσης εξαιρετικά απόρρητες δυνατότητες υποβρύχιων επιχειρήσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το USS Jimmy Carter, για τις πραγματικές αποστολές του οποίου ελάχιστα είναι γνωστά.

Ωστόσο, η τεχνολογική εξέλιξη έχει περιορίσει την ανάγκη για τις περίπλοκες επιχειρήσεις του Ψυχρού Πολέμου. Αντί να επιχειρούν στον πυθμένα του ωκεανού, οι υπηρεσίες μπορούν να αποκτούν πολύ μεγαλύτερους όγκους πληροφοριών στα σημεία όπου τα καλώδια φτάνουν στην ξηρά.

Οι ιδιωτικές εταιρείες που διαχειρίζονται τις υποδομές έχουν αρχίσει από την πλευρά τους να αυξάνουν τα μέτρα προστασίας. Μεταξύ των λύσεων που χρησιμοποιούνται είναι και υποβρύχια μη επανδρωμένα οχήματα, τα οποία κινούνται κατά μήκος των καλωδίων αναζητώντας ενδείξεις ζημιάς ή παρέμβασης.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός ολοένα και περισσότερο διαιρεμένου ψηφιακού κόσμου. Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε ένα τεράστιο, αλληλοσυνδεδεμένο σύστημα επικοινωνιών, αλλά ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων οδηγεί πλέον στην ανάπτυξη ξεχωριστών δικτύων και υποδομών, πάνω στις οποίες κάθε πλευρά επιδιώκει να διατηρεί μεγαλύτερο έλεγχο.

Τα υποθαλάσσια καλώδια, τα οποία για τους περισσότερους ανθρώπους αποτελούν απλώς την αόρατη υποδομή που επιτρέπει την πρόσβαση στο Διαδίκτυο, έχουν έτσι μετατραπεί σε στρατηγικά εργαλεία ισχύος, πληροφοριών και κατασκοπείας. Όποιος αποκτά πρόσβαση σε αυτά δεν ελέγχει απλώς μια τηλεπικοινωνιακή γραμμή. Αποκτά δυνητικά πρόσβαση σε ένα τεράστιο μέρος των δεδομένων που διακινούνται καθημερινά σε ολόκληρο τον πλανήτη.