Πώς το μεταναστευτικό ενισχύει τη δεξιά στην Ευρώπη – Η άνοδος του AfD και η διαφορετική ματιά προς τη Ρωσία
Οι μεγάλες μεταναστευτικές ροές, η επιθυμία διατήρησης της εθνικής ταυτότητας και η επιστροφή του εθνικού συμφέροντος στο επίκεντρο – Γιατί ένα τμήμα της ευρωπαϊκής δεξιάς αντιμετωπίζει διαφορετικά και τον πόλεμο στην Ουκρανία
Η άνοδος της δεξιάς και των εθνικά προσανατολισμένων πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με το μεταναστευτικό και τις κοινωνικές αλλαγές που προκάλεσαν οι μεγάλες μεταναστευτικές ροές των προηγούμενων ετών, ενώ παράλληλα συνοδεύεται από μια διαφορετική αντίληψη για το εθνικό συμφέρον και τις σχέσεις με τη Ρωσία.
Η περίπτωση της Γερμανίας και του AfD βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, χωρίς όμως το φαινόμενο να περιορίζεται εκεί. Αντίστοιχες πολιτικές τάσεις καταγράφονται στη Γαλλία και τη Βρετανία, με το μεταναστευτικό να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που συνδέουν διαφορετικά κινήματα και κόμματα της ευρωπαϊκής δεξιάς.
Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν, σε παγκόσμια κλίμακα, σχετικά περιορισμένους πληθυσμούς και η άφιξη μεγάλου αριθμού ανθρώπων από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα δημιούργησε κοινωνικές εντάσεις. Η μετανάστευση μπορεί να προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις ακόμη και σε χώρες που έχουν οικοδομηθεί σε μεγάλο βαθμό πάνω σε αυτήν, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Στην Ευρώπη, ωστόσο, το ζήτημα απέκτησε διαφορετικές διαστάσεις. Με την παρουσία νέων πληθυσμών εμφανίστηκαν παράλληλα διαφορετικές κουλτούρες, συνήθειες και τρόποι ζωής. Έτσι, πρακτικές που για μεγάλο διάστημα αποτελούσαν τον κανόνα μέσα σε μια χώρα άρχισαν να συνυπάρχουν με διαφορετικά πολιτισμικά πρότυπα.
Για ένα τμήμα των κοινωνιών, η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την αίσθηση ότι γίνονται κατά κάποιον τρόπο «ξένοι» μέσα στην ίδια τους τη χώρα.
Σε αυτό το περιβάλλον ενισχύθηκαν κόμματα όπως το AfD, το οποίο έχει τοποθετήσει την αντίθεση στη μετανάστευση σε κεντρικό σημείο της πολιτικής του ατζέντας.

Το μεταναστευτικό λειτουργεί έτσι ως ένας από τους κοινούς παρονομαστές πολιτικών δυνάμεων που, σε άλλα ζητήματα, μπορεί να έχουν διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες. Τα γερμανικά και τα γαλλικά εθνικά συμφέροντα, για παράδειγμα, δεν ταυτίζονται απαραίτητα. Ωστόσο, η εμπειρία των μεγάλων μεταναστευτικών ροών έχει δημιουργήσει παρόμοιες πολιτικές αντιδράσεις.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η διατήρηση της εθνικής κουλτούρας. Για τους υποστηρικτές αυτών των πολιτικών δυνάμεων, το ζήτημα αφορά τη δυνατότητα διατήρησης της γερμανικής, της γαλλικής ή της βρετανικής ταυτότητας απέναντι στην εγκατάσταση μεγάλων πληθυσμών που μεταφέρουν μαζί τους διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις.
Οι άνθρωποι δημιουργούν κοινότητες, αποκτούν κοινές πρακτικές, έθιμα και συμπεριφορές και μέσα από αυτές διαμορφώνονται σταδιακά και οι εθνικές ταυτότητες. Όταν φτάνουν μεγάλοι αριθμοί ανθρώπων που δεν μοιράζονται αυτές τις συνήθειες, μπορεί να προκύψουν εντάσεις γύρω από το εάν και με ποιον τρόπο θα ενσωματωθούν στη χώρα υποδοχής.
Οι ΗΠΑ αποτελούν ένα διαφορετικό παράδειγμα, καθώς η αμερικανική κοινωνία έχει αναπτύξει επί δεκαετίες μηχανισμούς μέσα από τους οποίους άνθρωποι που γεννήθηκαν σε άλλες χώρες μπορούν να ενσωματωθούν υιοθετώντας τις βασικές κοινωνικές και πολιτισμικές νόρμες της χώρας. Όταν όμως οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί είναι πολύ μεγάλοι και έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν σε σημαντικό βαθμό τη δική τους κουλτούρα, το ζήτημα της ενσωμάτωσης επανέρχεται.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση του γερμανικού ή του γαλλικού εθνικού συμφέροντος από τις δυνάμεις της δεξιάς δεν παρουσιάζεται απαραίτητα ως αντίθεση προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά ως προσπάθεια επαναφοράς της εθνικής ταυτότητας και των συμφερόντων κάθε κράτους στο επίκεντρο της πολιτικής.
Γιατί ένα τμήμα της ευρωπαϊκής δεξιάς βλέπει διαφορετικά τη Ρωσία
Η άνοδος του AfD έχει, όμως, και μια σημαντική γεωπολιτική διάσταση, ιδιαίτερα λόγω της στάσης του απέναντι στη Ρωσία.
Το κόμμα καταγράφει ισχυρή παρουσία στην πρώην Ανατολική Γερμανία και υποστηρίζει μια περισσότερο φιλική πολιτική απέναντι στη Μόσχα, έχοντας ταχθεί υπέρ της άρσης των κυρώσεων στη Ρωσία και της ανάπτυξης στενότερων σχέσεων.
Η στάση αυτή δεν αποδίδεται απλώς στο γεγονός ότι η Ανατολική Γερμανία βρισκόταν για δεκαετίες στο σοβιετικό μπλοκ. Οι Ανατολικογερμανοί γνώριζαν την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της Δυτικής Γερμανίας και αντιλαμβάνονταν τους περιορισμούς που υπήρχαν στη δική τους πλευρά. Η Σοβιετική Ένωση δεν αντιμετωπιζόταν συνεπώς αναγκαστικά ως δύναμη προς την οποία υπήρχε ιστορική συμπάθεια.
Η αλλαγή συνδέεται περισσότερο με την κατάρρευση του κομμουνισμού, την αποχώρηση της Ρωσίας από την Ανατολική Ευρώπη και τη μετέπειτα εξέλιξη του ρωσικού κράτους.
Ένα τμήμα της ευρωπαϊκής δεξιάς βλέπει τη σημερινή Ρωσία ως ένα κράτος που ενεργεί με γνώμονα το δικό του εθνικό συμφέρον. Αυτή η αντίληψη συμπίπτει με μια ευρύτερη τάση επιστροφής σε ένα ευρωπαϊκό μοντέλο όπου τα κράτη δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στα ξεχωριστά εθνικά τους συμφέροντα, αντί να αντιμετωπίζουν όλες τις μεγάλες γεωπολιτικές υποθέσεις μέσα από ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Αυτή η οπτική επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι αντιλαμβάνονται τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Για μεγάλο μέρος της Δύσης, η ρωσική επίθεση αντιμετωπίζεται ως πόλεμος εναντίον ενός κυρίαρχου κράτους. Στο συγκεκριμένο τμήμα της δεξιάς, όμως, εμφανίζεται μια διαφορετική ανάγνωση: η Ουκρανία αντιμετωπίζεται μέσα από το ιστορικό της παρελθόν και την προηγούμενη σχέση της με τη Ρωσία, με αποτέλεσμα οι ρωσικές επιδιώξεις να ερμηνεύονται ως προσπάθεια επαναφοράς μιας περιοχής την οποία η Μόσχα θεωρεί τμήμα του ιστορικού της χώρου.
Η συγκεκριμένη αντίληψη παραλληλίζεται με τον Αμερικανικό Εμφύλιο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες πολέμησαν για να αποτρέψουν την απόσχιση των νότιων πολιτειών και να επαναφέρουν την ενότητα της χώρας. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη πολιτική ανάγνωση του πολέμου και όχι για την κυρίαρχη δυτική προσέγγιση.

Μέσα από αυτή την οπτική, η στάση του Βλαντίμιρ Πούτιν αντιμετωπίζεται από ορισμένους όχι μέσα από το πρίσμα του κομμουνισμού ή της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά ως έκφραση ενός κράτους που επιδιώκει να προστατεύσει ή να επαναφέρει τη δομή και την ισχύ που θεωρεί ότι ιστορικά του ανήκαν.
Παράλληλα, επανέρχεται μια αντίληψη της Ευρώπης που παραπέμπει περισσότερο στην περίοδο πριν από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και τον Ψυχρό Πόλεμο: ένα σύστημα ισχυρών εθνικών κρατών, το καθένα από τα οποία ακολουθεί τα δικά του συμφέροντα.
Στη Γερμανία αυτό αποκτά ιδιαίτερο ιστορικό βάρος, καθώς η χώρα παρέμενε κατακερματισμένη μέχρι τον 19ο αιώνα και η ενοποίησή της άλλαξε ριζικά τις ευρωπαϊκές ισορροπίες. Αντίστοιχα, στη Γαλλία, δυνάμεις της δεξιάς έχουν παραδοσιακά δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην εθνική κυριαρχία και στην ανεξάρτητη επιδίωξη των γαλλικών συμφερόντων.
Η άνοδος κομμάτων όπως το AfD συνδέεται έτσι με δύο παράλληλες εξελίξεις: από τη μία, την αντίδραση στις μεταναστευτικές πολιτικές και την ανησυχία για την εθνική και πολιτισμική ταυτότητα και, από την άλλη, την επανεμφάνιση μιας περισσότερο εθνικά προσανατολισμένης αντίληψης της εξωτερικής πολιτικής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διαφορετική στάση απέναντι στη Ρωσία δεν αποτελεί ένα απομονωμένο ζήτημα, αλλά μέρος μιας ευρύτερης μεταβολής στον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα της ευρωπαϊκής δεξιάς αντιλαμβάνεται το κράτος, την εθνική κυριαρχία και τη θέση κάθε χώρας μέσα στην Ευρώπη.

