Οι πραγματικοί λόγοι της παραίτησης Στάρμερ, ο Άντι Μπέρναμ και το οικονομικό σοκ που έρχεται στη Βρετανια
Η αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία των Εργατικών φέρνει στο προσκήνιο νέα φορολογικά βάρη, πράσινες πολιτικές και ερωτηματικά για το μέλλον της βρετανικής οικονομίας.
Η επίσημη παραίτηση του Κιρ Στάρμερ από την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία για τους στενούς παρατηρητές της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής σκηνής. Αντιθέτως, ήταν το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αποχώρησης, η οποία, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, είχε καθυστερήσει απελπιστικά. Ωστόσο, η συζήτηση πλέον δεν περιστρέφεται γύρω από τα δάκρυα της παραίτησης ή την αποδοκιμασία της κοινής γνώμης προς το πρόσωπό του. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η επόμενη ημέρα για την ίδια τη χώρα, με έμφαση στις ραγδαίες οικονομικές μεταβολές που αναμένεται να πλήξουν την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις και, φυσικά, τη βρετανική μεσαία τάξη.
Μετά τη σαρωτική επικράτησή του στις πρόσφατες αναπληρωματικές εκλογές, ο Άντι Μπέρναμ εισέρχεται δυναμικά στο κάδρο της εξουσίας, φαντάζοντας ως ο επικρατέστερος διάδοχος για την πρωθυπουργία έως τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Το παράδοξο της περίπτωσής του έγκειται στην απόλυτη έλλειψη ξεκάθαρης ατζέντας. Ενώ προβάλλεται ως το νέο, ανανεωτικό πρόσωπο των Εργατικών, όταν οι πολίτες και οι ειδικοί ερωτώνται ποια είναι η εναλλακτική του πρόταση, οι απαντήσεις περιορίζονται σε γενικόλογους χαρακτηρισμούς. Θεωρείται απλώς πιο «συμπαθής» και πιο προσιτός ως «άνθρωπος του λαού». Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, το κριτήριο της συμπάθειας φαίνεται να υπερκεράζει την ανάγκη για ουσιαστικές διαρθρωτικές αλλαγές, μετατρέποντας την κορυφαία θεσμική αλλαγή σε μια απλή αντικατάσταση βιτρίνας.
Η ταχεία ανέλιξη και τα δίκτυα επιρροής
Αν κανείς εξετάσει προσεκτικά το πολιτικό προφίλ του Μπέρναμ, θα διαπιστώσει στοιχεία που προκαλούν εύλογα ερωτηματικά. Πρωτίστως, καταγράφεται ως ενεργό μέλος στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF). Το γεγονός ότι ένας πολιτικός που μέχρι πρότινος θεωρούνταν τοπικής εμβέλειας και δεν διέθετε καν θέση στο Κοινοβούλιο, κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση στα κλειστά δίκτυα επιρροής διεθνών οργανισμών, υποδηλώνει βαθύτερες διασυνδέσεις. Σε διάστημα λίγων μόνο ημερών, από απλός αξιωματούχος εκτός εθνικού κοινοβουλίου, ορκίζεται βουλευτής και τίθεται επικεφαλής στην κούρσα για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Η στήριξη που απολαμβάνει συνοδεύεται από μια πολυσχιδή συμβουλευτική ομάδα που συνδέεται άμεσα με δεξαμενές σκέψης (think tanks) διεθνούς εμβέλειας. Στελέχη που αυτοπροσδιορίζονται ως εκφραστές του «οικοσοσιαλισμού» και συνδέονται μέσω πολύπλοκων χρηματοδοτικών σχημάτων με ισχυρά ιδρύματα, διαμορφώνουν τον κεντρικό κορμό της πολιτικής του. Αυτό το δίκτυο τεχνοκρατών δεν υπόσχεται μια κεντρώα, ισορροπημένη διαχείριση, αλλά μια βίαιη μεταστροφή προς πολιτικές ισχυρού κρατικού παρεμβατισμού.
Το πείραμα του Μάντσεστερ και τα όρια του κράτους πρόνοιας
Η βασική πολιτική πλατφόρμα του Μπέρναμ στηρίζεται στο λεγόμενο «μοντέλο του Μάντσεστερ». Η φιλοδοξία του είναι να εφαρμόσει εθνικά τις πρακτικές που ακολούθησε κατά τη θητεία του ως δήμαρχος. Είναι γεγονός πως ορισμένες παρεμβάσεις του, όπως η επιβολή πλαφόν στα εισιτήρια των λεωφορείων, είχαν μετρήσιμο θετικό αντίκτυπο, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση των ασθενέστερων στρωμάτων σε εργασία και δομές υγείας.
Παρόλα αυτά, το ευρύτερο κοινωνικό μοντέλο που ευαγγελίζεται εγείρει σοβαρές αμφιβολίες. Η σταθερή επωδός του ότι «η μετανάστευση και η διαφορετικότητα αποτελούν δύναμη» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη ραγδαία επιδείνωση της ασφάλειας και της κοινωνικής συνοχής που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στα μεγάλα αστικά κέντρα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ανεξέλεγκτη παράτυπη μετανάστευση και τα αυξημένα επίπεδα εγκληματικότητας στους δρόμους του Μάντσεστερ αποτελούν το πραγματικό βαρόμετρο αυτών των επιλογών, καθιστώντας αβέβαιο το κατά πόσο αυτό το πρότυπο μπορεί να εφαρμοστεί ασφαλώς σε εθνική κλίμακα. Ανάλογος σκεπτικισμός επικρατεί και για τις κρατικές δομές υγείας, όπως το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), το οποίο, παρά το πολύτιμο ιατρικό προσωπικό του, έχει παραλύσει από την υπέρμετρη γραφειοκρατία, αποδεικνύοντας τις αδυναμίες του συγκεντρωτικού σχεδιασμού σε σύγκριση με πιο ευέλικτα ιδιωτικά μοντέλα.

Φορολογική καταιγίδα και η στοχοποίηση της μεσαίας τάξης
Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, πεδίο ανάλυσης είναι η επερχόμενη φορολογική καταιγίδα. Στην προσπάθειά του να μειώσει απευθείας τους λογαριασμούς ενέργειας για τους πολίτες, ο Μπέρναμ προτίθεται να αφαιρέσει τους πράσινους φόρους από τα τιμολόγια. Μια κίνηση φαινομενικά ανακουφιστική, η οποία όμως συνοδεύεται από μια κρυφή παγίδα: το τεράστιο αυτό δημοσιονομικό κόστος θα μεταφερθεί ενσωματούμενο στη γενική φορολογία. Εν ολίγοις, οι χαμηλόμισθοι ίσως δουν μικρή ελάφρυνση στα τιμολόγιά τους, αλλά η μεσαία τάξη θα κληθεί να καλύψει το τεράστιο κενό μέσω αυξημένων φόρων εισοδήματος.
Η μοναδική οικονομική πρωτοβουλία που φαίνεται να δίνει πραγματική ανάσα στην αγορά είναι η προαναγγελθείσα περικοπή των επιχειρηματικών φόρων (business rates) για τα μικρά καταστήματα και τις τοπικές παμπ. Με τη βιομηχανία να δοκιμάζεται σκληρά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο λουκέτων σε ποσοστό άνω του 10% φέτος, αυτή η κίνηση κρίνεται ως απολύτως αναγκαία. Σε επίπεδο περιφερειακής ανάπτυξης, η στρατηγική προβλέπει δραστική μεταφορά κρατικών πόρων από τον ευημερούντα Νότο προς τον βιομηχανικό Βορρά, ανατρέποντας τον επενδυτικό χάρτη της χώρας.
Ο φόρος υπεραξίας και το τέλος των επενδυτικών ευκαιριών
Το ισχυρότερο χτύπημα στην επιχειρηματικότητα αναμένεται μέσω της σαρωτικής αναμόρφωσης του φόρου υπεραξίας (capital gains tax). Επαναλαμβάνοντας τα καταστροφικά σφάλματα προηγούμενων στελεχών, όπως της Ρέιτσελ Ριβς, ο Μπέρναμ σχεδιάζει να εναρμονίσει πλήρως τη φορολογία των επενδύσεων με τις κλίμακες του φόρου εισοδήματος.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης θα είναι τεκτονικές. Οι επενδυτές, που σήμερα φορολογούνται με συντελεστές μεταξύ 18% και 24%, θα δουν τα κέρδη τους να υπάγονται πλέον στον βασικό (20%), τον υψηλό (40%) ή ακόμη και στον ανώτατο συντελεστή (45%). Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις προτάσεις για ταυτόχρονη αύξηση της ανώτατης κλίμακας φόρου εισοδήματος στο 50%, πλέον των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Πρόκειται για μια απόλυτα τιμωρητική προσέγγιση προς το κεφάλαιο, η οποία στοχεύει στην απορρόφηση πόρων από τους παραγωγικούς πολίτες προκειμένου να χρηματοδοτηθούν εκτεταμένα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας. Μια τέτοια πολιτική δεν τιμωρεί απλώς τον πλούτο, αλλά πρακτικά εξοντώνει τη μικρομεσαία αποταμίευση.

Ο παράγοντας Γουές Στρίτινγκ στο παρασκήνιο εξουσίας
Η συνταγή της επερχόμενης οικονομικής πολιτικής συμπληρώνεται από την πιθανή υπουργοποίηση του Γουές Στρίτινγκ στη θέση του Υπουργού Οικονομικών (Chancellor). Σύμφωνα με πηγές εντός του κόμματος, οι εξαντλητικές διαπραγματεύσεις των τελευταίων ημερών κατέληξαν σε μια ιδιότυπη συμφωνία συνδιαλλαγής: ο Στρίτινγκ κάνει πίσω στη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας, με αντάλλαγμα τον απόλυτο έλεγχο του βρετανικού ταμείου.
Η επιλογή αυτή γεννά τεράστια ερωτηματικά στους διεθνείς οίκους. Ο Στρίτινγκ δεν διαθέτει κανένα ακαδημαϊκό υπόβαθρο στα οικονομικά, ούτε προηγούμενη εμπειρία διαχείρισης. Προωθείται αποκλειστικά ως ικανός “πολιτικός χειριστής”. Το γεγονός ότι κορυφαίοι σύμβουλοί του προέρχονται από ακραία ιδεολογικά think tanks, τα οποία στοχεύουν στην ενσωμάτωση του σοσιαλισμού στις εταιρικές δομές, προκαλεί δικαιολογημένο τρόμο στους θεσμικούς επενδυτές.
Κρατικοποιήσεις υποδομών και το πολιτικό διακύβευμα
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, ίσως η μοναδική πρόταση που μπορεί να υποστηριχθεί με ορθολογικά κριτήρια είναι η επανεθνικοποίηση και ο αυστηρός δημόσιος έλεγχος στρατηγικών υποδομών, όπως οι εταιρείες ενέργειας και ύδρευσης. Η πλήρης ιδιωτικοποίηση των περασμένων δεκαετιών επέτρεψε σε μεγάλα επενδυτικά funds να απομυζήσουν αυτά τα δίκτυα, παραμελώντας τις υποδομές, καταστρέφοντας την ποιότητα των υπηρεσιών και μεγιστοποιώντας τα μερίσματα σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Η επαναφορά τέτοιων κρίσιμων δικτύων υπό δημόσιο έλεγχο δεν συνιστά απλώς ιδεολογική επιλογή, αλλά αδήριτη αναγκαιότητα για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.
Συμπερασματικά, το επόμενο κεφάλαιο της βρετανικής πολιτικής ιστορίας προδιαγράφεται εξαιρετικά δυσχερές. Το εγχώριο σύστημα ετοιμάζεται να επιβραβεύσει μια κυβέρνηση που υπόσχεται ριζοσπαστική φορολογία, εμμονική προσήλωση στην πράσινη μετάβαση και μια απότομη μετακίνηση προς τον κρατικό παρεμβατισμό. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο Μπέρναμ είναι πιο “συμπαθής” από τον Στάρμερ, αλλά αν οι εξαντλητικές οικονομικές του πολιτικές θα γονατίσουν οριστικά την άλλοτε κραταιά βρετανική παραγωγική μηχανή, εγκλωβίζοντας τη χώρα σε έναν ατέρμονο κύκλο ύφεσης πριν καν την ολοκλήρωση της δεκαετίας.
