Η ισραηλινή κοινωνία σε κρίση: Η διολίσθηση στον φανατισμό και η έκκληση για διεθνείς κυρώσεις
Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, Ανέτ Ματάρ, αναλύει τη σιωπή των διανοουμένων, την εργαλειοποίηση του πολέμου στη Γάζα και το αβέβαιο μέλλον του σιωνισμού.
Καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μαίνεται, αφήνοντας πίσω της μια ισοπεδωμένη Γάζα και δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, το εσωτερικό μέτωπο του Ισραήλ βιώνει μια βαθιά, σχεδόν υπαρξιακή, μετάλλαξη. Η συζήτηση γύρω από την επόμενη μέρα, τον ρόλο του σιωνισμού και την ηθική πυξίδα ενός κράτους σε διαρκή πόλεμο, ανοίγει με επώδυνο τρόπο. Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη η Δρ. Ανέτ Ματάρ, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και διακεκριμένη πολιτική ακτιβίστρια, χαρτογραφεί τη ραγδαία συντηρητικοποίηση της ισραηλινής κοινωνίας, την κυριαρχία του μιλιταρισμού και την εκκωφαντική σιωπή της άλλοτε κραταιάς εγχώριας αριστεράς.
Το όνομα της Δρ. Ματάρ βρίσκεται στην κορυφή μιας λίστας 3.600 Ισραηλινών διανοουμένων, δημοσιογράφων και μελών της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίοι τόλμησαν το αδιανόητο για τα δεδομένα της χώρας τους: συνυπέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή ζητώντας από τη διεθνή κοινότητα να επιβάλει αυστηρές κυρώσεις στο Ισραήλ μέχρι να επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός. Μια κίνηση απελπισίας, όπως η ίδια παραδέχεται, απέναντι σε ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα που αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη.
Η σιωπή της πλειοψηφίας και η μιλιταριστική κουλτούρα
«Η Γάζα έχει κατεδαφιστεί, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι είναι νεκροί. Το να μιλάμε για λύση αυτή τη στιγμή μου φαίνεται ανεύθυνο», δηλώνει εξαρχής η Δρ. Ματάρ, θέτοντας τον τόνο μιας ανάλυσης που δεν χαρίζεται σε ψευδαισθήσεις. Σχολιάζοντας τα δεκάδες βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που δείχνουν Ισραηλινούς στρατιώτες να πανηγυρίζουν πάνω από τα ερείπια στη Γάζα ή τον Λίβανο, η ακαδημαϊκός επισημαίνει ότι, αν και δεν πρέπει να γενικεύουμε, μεγάλο μέρος της κοινωνίας είτε επικροτεί είτε ανέχεται τέτοιες συμπεριφορές.
Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση, ωστόσο, είναι η στάση των λεγόμενων «αριστερών σιωνιστών». Πρόκειται για πολίτες που θεωρητικά υποστηρίζουν τη λύση των δύο κρατών, αλλά στηρίζουν πλήρως τον τρέχοντα πόλεμο, ελπίζοντας στην καταστροφή της Χαμάς. Η ισραηλινή κοινωνία, εξηγεί η Ματάρ, είναι βαθιά μιλιταριστική. Η εκπαίδευση από το νηπιαγωγείο προετοιμάζει τους πολίτες για τον στρατό. Όταν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού έχει υπηρετήσει ή στέλνει τα παιδιά του στο μέτωπο, η κριτική προς τις ένοπλες δυνάμεις καθίσταται πρακτικά αδύνατη. Αυτή η «στρατιωτικοποίηση του νου» δημιουργεί ένα πέπλο προστασίας γύρω από τις αποφάσεις της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας.

Ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης και η φίμωση της κριτικής
Ο ρόλος των εγχώριων μέσων ενημέρωσης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη διαμόρφωση αυτής της ομοιογένειας. Σύμφωνα με τη Ματάρ, τα τέσσερα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα του Ισραήλ δεν ασκούν καμία ουσιαστική κριτική στον πόλεμο. Αντίθετα, λειτουργούν συχνά ως αντηχεία της κυβερνητικής γραμμής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η κάλυψη των πρόσφατων επεισοδίων στο Άμστερνταμ με τους οπαδούς της Μακάμπι Τελ Αβίβ. Τα ισραηλινά ΜΜΕ υποβάθμισαν πλήρως τις προκλήσεις και τα ακραία ρατσιστικά συνθήματα των χούλιγκαν – όπως το ανατριχιαστικό «δεν υπάρχουν σχολεία στη Γάζα γιατί δεν έμειναν παιδιά» – προβάλλοντας αποκλειστικά το αφήγημα της αντισημιτικής επίθεσης.
Παράλληλα, υπάρχει μια συστηματική προσπάθεια φίμωσης του ακαδημαϊκού κόσμου. Ένα νομοσχέδιο, που υποστηρίχθηκε ακόμη και από την Εθνική Ένωση Ισραηλινών Φοιτητών, επιχείρησε πρόσφατα να δώσει στο κράτος τη δυνατότητα απόλυσης ακαδημαϊκών που «εκφράζουν υποστήριξη στην τρομοκρατία» – μια κατηγορία-λάστιχο που χρησιμοποιείται συχνά για να ποινικοποιήσει την κριτική στις κρατικές πολιτικές. Αν και τα πανεπιστήμια, προασπιζόμενα την αυτονομία τους, κατάφεραν προσωρινά να μπλοκάρουν το νομοσχέδιο, το κλίμα τρομοκρατίας παραμένει. Περιπτώσεις όπως της καθηγήτριας Ναντέρα Σαλχούμπ-Κεβορκιάν, η οποία τέθηκε σε διαθεσιμότητα και συνελήφθη λόγω δηλώσεών της, αποδεικνύουν ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία στο Ισραήλ διέρχεται βαθύτατη κρίση.
Η ανοιχτή επιστολή των 3.600 και η έκκληση για κυρώσεις
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, η πρωτοβουλία των 3.600 Ισραηλινών να ζητήσουν διεθνείς κυρώσεις αποτελεί ένα σπάνιο ρήγμα στο εσωτερικό μέτωπο. Η Δρ. Ματάρ αποκαλύπτει το σκεπτικό πίσω από αυτή τη δραστική κίνηση: «Χάσαμε την επαφή με την πλειοψηφία του κοινού στο Ισραήλ. Όταν προσπαθείς να τους δείξεις τι πραγματικά συμβαίνει στη Γάζα και να τους μιλήσεις για γενοκτονία, αρνούνται να ακούσουν».
Η ομάδα αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αλλαγή δεν πρόκειται να έρθει εκ των έσω. Η επίκληση προς τη διεθνή κοινότητα δεν είναι απλώς μια διαμαρτυρία, αλλά μια έκκληση για πραγματική πίεση. Η Ματάρ επικρίνει σφοδρά την υποκρισία ηγετών, όπως στις ΗΠΑ, οι οποίοι εκφράζουν τη «θλίψη» τους για τον θάνατο Παλαιστινίων, την ίδια στιγμή που συνεχίζουν να εφοδιάζουν το Ισραήλ με οπλικά συστήματα. Οι κενές δηλώσεις δεν αρκούν πλέον· αυτό που απαιτείται, σύμφωνα με τους συνυπογράφοντες, είναι υλικές επιπτώσεις και εμπάργκο που θα αναγκάσουν το Ισραήλ να σταματήσει τον πόλεμο.
Η εσωτερική καταπίεση: Οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ
Ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της τρέχουσας κρίσης είναι η μεταχείριση των Παλαιστίνιων πολιτών του Ισραήλ. Σύμφωνα με την ακαδημαϊκό, η κοινότητα αυτή ζει υπό καθεστώς απόλυτου φόβου. Φοιτητές αποβλήθηκαν από τα πανεπιστήμια με συνοπτικές διαδικασίες επειδή ανήρτησαν εικόνες ή σύμβολα που ερμηνεύτηκαν αυθαίρετα ως υποστήριξη στη Χαμάς. Πολλοί καλούνται σε πειθαρχικά συμβούλια ή έρχονται αντιμέτωποι με νομικές διώξεις για απλές εκφράσεις αλληλεγγύης στον πόνο των αμάχων της Γάζας.
Η αστυνομία, υπό την ηγεσία ακροδεξιών υπουργών όπως ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβίρ, έχει καταστήσει σχεδόν αδύνατη κάθε μορφή διαμαρτυρίας για τους Άραβες πολίτες. Ακόμη και προβεβλημένα πολιτικά πρόσωπα της αραβικής μειονότητας συνελήφθησαν όταν επιχείρησαν να οργανώσουν ειρηνικές συνελεύσεις. «Οι άνθρωποι κατεβάζουν το κεφάλι, συμπεριφέρονται ήσυχα. Δεν θέλουν να καταστρέψουν τις ζωές τους», αναφέρει χαρακτηριστικά η Ματάρ, υπογραμμίζοντας το καθεστώς καταστολής που έχει επιβληθεί στο εσωτερικό της χώρας.

Το ιδεολογικό ρήγμα: Έποικοι, «φιλελεύθεροι» και το τέλος του σιωνισμού
Ο πόλεμος έφερε επίσης στο φως τις ενδογενείς αντιφάσεις της ισραηλινής πολιτικής σκηνής. Η Δρ. Ματάρ διαχωρίζει την κοινωνία σε δύο βασικά ρεύματα όσον αφορά την επόμενη μέρα. Από τη μία, οι δεξιοί εξτρεμιστές και οι έποικοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν καμία πολιτική λύση και ονειρεύονται την πλήρη κατοχή και προσάρτηση όλων των παλαιστινιακών εδαφών, συμπεριλαμβανομένης της Γάζας. Από την άλλη, το λεγόμενο κέντρο και οι «φιλελεύθεροι», οι οποίοι ναι μεν δεν θέλουν εβραϊκούς οικισμούς στη Γάζα, αλλά στηρίζουν έναν πόλεμο φθοράς για να εξασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή γεωπολιτική ισχύ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εκμεταλλεύεται αυτό ακριβώς το ρήγμα. Η εξωφρενική ατιμωρησία με την οποία διεξάγει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις έχει πείσει το πολιτικό κατεστημένο ότι το Ισραήλ μπορεί να δρα ανεξέλεγκτα, χωρίς ουσιαστικές διπλωματικές συνέπειες. Το ερώτημα που προκύπτει, όπως το έθεσε και ο ιστορικός Ιλάν Παπέ, είναι αν βρισκόμαστε μπροστά στο «τέλος του σιωνισμού» στην τρέχουσα μορφή του. Η Ματάρ παραμένει επιφυλακτική: Οι νέες γεωπολιτικές ισορροπίες, ιδιαίτερα με τον Ντόναλντ Τραμπ ενδεχομένως να επιστρέφει στον Λευκό Οίκο, ίσως οδηγήσουν σε νέες συμφωνίες «εξομάλυνσης» με αραβικά κράτη, παραγκωνίζοντας οριστικά το παλαιστινιακό ζήτημα σε καθεστώς διαρκών, απομονωμένων θυλάκων.
Το βάρος της ιστορίας και η επόμενη γενιά
Κλείνοντας τη συγκλονιστική της ανάλυση, η Δρ. Ανέτ Ματάρ θέτει το απόλυτο ηθικό δίλημμα για την πατρίδα της. Τι θα αφήσει πίσω του αυτός ο πόλεμος; Η επιβίωση του κράτους δεν κρίνεται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά στην ψυχή της κοινωνίας του. Υπάρχουν, όπως λέει, δύο ενδεχόμενα. Είτε η ατιμωρησία και ο ριζοσπαστικός σιωνισμός θα κανονικοποιηθούν πλήρως, δηλητηριάζοντας τη χώρα για τις επόμενες δεκαετίες, είτε θα υπάρξει μια βαθιά συλλογική συνειδητοποίηση του εγκλήματος.
«Όπως συνέβη στη Γερμανία τη δεκαετία του ’40, ελπίζω οι εγγονοί μου, όταν μεγαλώσουν, να μάθουν ότι αυτός ο πόλεμος ήταν ένα τεράστιο στίγμα στην ιστορία του κράτους τους. Ένα στίγμα για το οποίο πρέπει να ντρέπονται, να εξιλεωθούν και, τελικά, να χτίσουν τα πράγματα αλλιώς». Μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα, το Ισραήλ, όπως υποδηλώνει η έκκληση των 3.600, ίσως χρειαστεί να απομονωθεί για να μπορέσει τελικά να σωθεί από τον εαυτό του.

