Ο πόλεμος για τον δεύτερο πιο πολύτιμο πόρο: Πώς η άμμος έγινε αιτία δολοφονιών σε όλο τον κόσμο
Μετά το νερό, είναι ο πιο εξορυσσόμενος φυσικός πόρος στον πλανήτη. Κρύβεται σε κάθε τσιμεντένιο κτίριο, κάθε τζάμι, κάθε δρόμο. Και σε πολλές χώρες, το εμπόριό της έχει μετατραπεί σε αιματηρή, οργανωμένη εγκληματικότητα.
Η άμμος φαντάζει ανεξάντλητη, απλωμένη σε κάθε έρημο του πλανήτη. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Ειδικότερα, η άμμος της ερήμου είναι πολύ λεπτόκοκκη για να χρησιμοποιηθεί σε κατασκευαστικά υλικά, γεγονός που αναγκάζει τη βιομηχανία να στραφεί σε ποταμούς, ακτές και βυθούς. Παράλληλα, η παγκόσμια ζήτηση αναμένεται να ξεπεράσει τη διαθέσιμη προσφορά έως το 2050. Το αποτέλεσμα είναι μια σκοτεινή, βίαιη αγορά που ελάχιστοι καταναλωτές γνωρίζουν, παρότι χρησιμοποιούν τα προϊόντα της καθημερινά.
Ο πόλεμος για τον δεύτερο πιο πολύτιμο πόρο
Ας δούμε πρώτα το μέγεθος αυτής της αγοράς. Είναι τεράστιο και σε μεγάλο βαθμό αόρατο. Η άμμος αποτελεί σήμερα τον δεύτερο πιο εξορυσσόμενο φυσικό πόρο στον κόσμο, αμέσως μετά το νερό. Χαρακτηριστικά, η Σιγκαπούρη εισήγαγε ογδόντα εκατομμύρια τόνους άμμου από την Καμπότζη μεταξύ 2009 και 2019, όμως λιγότερο από τέσσερα τοις εκατό αυτής της ποσότητας τεκμηριώθηκε επίσημα. Παράλληλα, οργανωμένες ομάδες παράνομης εξόρυξης, γνωστές πλέον διεθνώς ως «μαφίες άμμου», έχουν καταγραφεί σε δεκάδες χώρες, από την Ινδία και την Κίνα έως την Τζαμάικα, το Μαρόκο, την Κένυα, τη Βραζιλία και το Μεξικό. Επιπρόσθετα, σκάνδαλο στη Μαλαισία αποκάλυψε αξιωματούχους που φέρεται να έκλειναν τα μάτια σε λαθρεμπόριο άμμου με αντάλλαγμα σεξουαλικές χάρες. Η έλλειψη ελέγχου διευκολύνεται από το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το πετρέλαιο ή τον άνθρακα, η άμμος παραμένει σχετικά εύκολα προσβάσιμη, ενώ οι μεγαλύτεροι καταναλωτές είναι συχνά ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες με αδύναμη περιβαλλοντική νομοθεσία.
Το ανθρώπινο κόστος
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται τεράστιο ανθρώπινο κόστος. Δεν αφορά μόνο περιβαλλοντική καταστροφή. Στην Ινδία, τη μεγαλύτερη αγορά παράνομης εξόρυξης παγκοσμίως, οργανωμένες συμμορίες έχουν κάψει ζωντανούς δημοσιογράφους, έχουν κατακρεουργήσει ακτιβιστές και έχουν παρασύρει αστυνομικούς με φορτηγά. Έκθεση περιβαλλοντικής οργάνωσης με έδρα το Δελχί κατέγραψε τουλάχιστον τετρακόσιους δεκαοκτώ νεκρούς και τετρακόσιους τριάντα τέσσερις τραυματίες σε περιστατικά βίας σχετικά με την άμμο, μόνο ανάμεσα στον Δεκέμβριο του 2020 και τον Μάρτιο του 2022. Χαρακτηριστικά, ορισμένοι εργάτες καταδύονται στον πυθμένα ποταμών εκατοντάδες φορές την ημέρα, χωρίς προστατευτικό εξοπλισμό, ενώ αναφορές κάνουν λόγο για παιδική εργασία από την Ινδία έως την Ουγκάντα. Παράλληλα, οι εργοδότες σπάνια λογοδοτούν για αυτές τις συνθήκες.

Οι δημοσιογράφοι που κάηκαν
Ανάμεσα στα πιο σκληρά κεφάλαια αυτής της ιστορίας βρίσκονται δύο συγκεκριμένες, τεκμηριωμένες δολοφονίες δημοσιογράφων. Και οι δύο συνέβησαν στην ίδια ινδική πολιτεία. Ο δημοσιογράφος Τζαγκέντρα Σινγκ δολοφονήθηκε το 2015, καμένος ζωντανός μέσα στο ίδιο του το σπίτι, λίγες εβδομάδες αφότου είχε γράψει δημόσια πως «πολιτικοί, κακοποιοί και αστυνομία, όλοι με κυνηγούν». Τρία χρόνια αργότερα, το 2018, ο τριανταπεντάχρονος δημοσιογράφος Σαντίπ Σάρμα, ο οποίος ερευνούσε την παράνομη εξόρυξη άμμου στην πολιτεία Μάντια Πραντές, παρασύρθηκε θανάσιμα από φορτηγό στην πόλη Μπιντ. Επιπρόσθετα, η ίδια περιοχή κατέγραψε και άλλα σοβαρά περιστατικά: αστυνομικός συνθλίφτηκε από τρακτέρ το 2012 προσπαθώντας να σταματήσει παράνομη εξόρυξη, ενώ αξιωματούχος απειλήθηκε με όπλο όταν επιχείρησε να ελέγξει παράνομους λατόμους σε ποταμό.
Η κλίμακα των επιθέσεων κατά δημοσιογράφων ξεπερνά τις μεμονωμένες δολοφονίες. Σύμφωνα με κοινοβουλευτική απάντηση της ινδικής κυβέρνησης, μόνο η πολιτεία Μάντια Πραντές κατέγραψε δεκαεννέα και είκοσι τέσσερις επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων το 2015 και το 2016 αντίστοιχα. Ωστόσο, υπήρξε και μία σπάνια στιγμή λογοδοσίας. Τον Φεβρουάριο του 2022, ειδικό δικαστήριο στο Δελχί καταδίκασε σε φυλάκιση τον επικεφαλής της μεγαλύτερης εταιρείας εξόρυξης άμμου της Ινδίας, μαζί με πρώην διευθυντή του υπουργείου Περιβάλλοντος, για δωροδοκία. Παράλληλα, ερευνήτρια που έχει αφιερώσει χρόνια στη μελέτη λύσεων για την κρίση άμμου σημείωσε ότι οι επιπτώσεις της παράνομης εξόρυξης παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αόρατες στη δημόσια συζήτηση.
Πέρα από την Ινδία
Το φαινόμενο, πάντως, δεν περιορίζεται στην ινδική υποήπειρο. Έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον πλανήτη. Στην Κένυα, ένοπλες συμμορίες προστατεύουν λατόμους άμμου γύρω από το Ναϊρόμπι. Παράλληλα, σε τμήμα της ακτογραμμής της ινδικής πολιτείας Ταμίλ Ναντού, ολόκληρα χωριά έχουν εγκαταλειφθεί λόγω απειλής διάβρωσης. Επιπρόσθετα, η καταστροφή κοίτης ποταμών θέτει σε κίνδυνο υποδομές όπως γέφυρες, ενώ η ρύπανση από διαρροές καυσίμων εξοπλισμού απειλεί αλιευτικά αποθέματα και πόσιμο νερό. Χαρακτηριστικά, εκατοντάδες άνθρωποι έχουν πεθάνει σε συγκρούσεις για άμμο στην Ινδία, την Κένυα και τη Νιγηρία τα τελευταία χρόνια. Το φαινόμενο έχει πλέον χαρακτηριστεί από ειδικούς ως η μεγαλύτερη οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα στην Ινδία σήμερα.
Οι ελληνικές παραλίες που χάνονται
Η ελληνική πραγματικότητα διαφέρει σημαντικά από τα πιο ακραία διεθνή παραδείγματα, αλλά δεν μένει ανεπηρέαστη. Η χώρα διαθέτει μακρά, ιστορική τσιμεντοβιομηχανία, με το πρώτο εργοστάσιο να λειτουργεί από το 1902, και παραμένει σημαντική εξαγωγική δύναμη στον κλάδο. Ωστόσο, το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα εντοπίζεται αλλού. Ερευνητής του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών, με τριανταπέντε και πλέον χρόνια μελέτης της δυναμικής των ακτών, δηλώνει ότι «σχεδόν σε όλες τις παραλίες» της χώρας υπάρχει πρόβλημα διάβρωσης ή έλλειψης άμμου. Ειδικότερα, εξηγεί ότι τα αίτια είναι κατά κύριο λόγο ανθρωπογενή, αποτέλεσμα λανθασμένων παρεμβάσεων στις ακτές πριν και μετά την εμφάνιση του προβλήματος. Παράλληλα, πρόσφατη δημοσιογραφική έρευνα κατέταξε τη Δυτική Ελλάδα τέταρτη σε ποσοστό «τσιμεντοποιημένης» ακτογραμμής στη χώρα, με ιδιαίτερα ευάλωτες περιοχές στην Αιτωλοακαρνανία. Το ελληνικό ζήτημα, δηλαδή, δεν αφορά τόσο εισαγωγές αμφισβητούμενης προέλευσης, όσο τη διαχείριση της ίδιας της ακτογραμμής της χώρας.
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα
Η κρίση αυτή αγγίζει άμεσα και την ευρωπαϊκή πολιτική περιβάλλοντος. Καταρχάς, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει στόχους μείωσης της χρήσης πρωτογενών φυσικών πόρων, συμπεριλαμβανομένης της άμμου, μέσω ενίσχυσης της ανακύκλωσης κατασκευαστικών υλικών. Παράλληλα, η διάβρωση ακτών λόγω κλιματικής αλλαγής και ανθρώπινης παρέμβασης αποτελεί κοινό πρόβλημα για πολλές μεσογειακές χώρες, όχι μόνο την Ελλάδα. Επιπρόσθετα, η αδιαφάνεια στο διεθνές εμπόριο άμμου θέτει ερωτήματα και για ευρωπαϊκές εταιρείες κατασκευών που ενδέχεται να χρησιμοποιούν υλικά αμφισβητούμενης προέλευσης στην αλυσίδα εφοδιασμού τους. Η ελληνική τουριστική βιομηχανία, ιδιαίτερα εξαρτημένη από την εικόνα των ακτών της, έχει άμεσο συμφέρον στη διατήρηση υγιών παραλιακών οικοσυστημάτων.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος της εξέτασης αυτής μένει μια εικόνα με σαφή, τεκμηριωμένα ευρήματα. Ένας πόρος που θεωρούμε δεδομένο κρύβει πίσω του βία, εκμετάλλευση και δολοφονίες δημοσιογράφων. Πρώτον, η παγκόσμια ζήτηση για άμμο συνεχίζει να αυξάνεται, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της εποπτείας. Ωστόσο, η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι το πρόβλημα δεν απαιτεί πάντα οργανωμένο έγκλημα για να γίνει σοβαρό, αρκεί η συσσωρευμένη ανθρώπινη παρέμβαση σε ευαίσθητα οικοσυστήματα. Το iaxia.gr θα συνεχίσει να παρακολουθεί τόσο τη διεθνή διάσταση αυτής της κρίσης όσο και τις εξελίξεις στις ελληνικές ακτές, έναν πόρο που φαίνεται ανεξάντλητος, αλλά αποδεικνύεται όλο και πιο σπάνιος.

