Τραμπ, Σι και ο πόλεμος που τους καθυστέρησε δύο φορές: Tο ραντεβού του Σεπτεμβρίου έρχεται χωρίς προετοιμασία
Η πρώτη τους σύνοδος καθυστέρησε έναν μήνα εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν. Τώρα, λίγες εβδομάδες πριν από τη δεύτερη συνάντησή τους, το βασικό αποτέλεσμα εκείνης της συνόδου παραμένει ουσιαστικά στα χαρτιά.
Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να συναντηθούν ξανά τον Σεπτέμβριο, αυτή τη φορά στην Ουάσιγκτον. Θα είναι η πρώτη επίσκεψη Κινέζου προέδρου στις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και χρόνια. Ωστόσο, σύμφωνα με τον πρόεδρο κορυφαίας διμερούς επιχειρηματικής ομάδας, ένα από τα πιο συγκεκριμένα αποτελέσματα της προηγούμενης συνόδου τους, το Συμβούλιο Επενδύσεων ΗΠΑ-Κίνας, είναι απίθανο να έχει προχωρήσει καθόλου μέχρι τότε. Ειδικότερα, «ούτε η αμερικανική ούτε η κινεζική πλευρά έχουν ξεκινήσει πραγματικά τη διαδικασία διαβούλευσης», δήλωσε ο Σον Στάιν, πρόεδρος του Επιχειρηματικού Συμβουλίου ΗΠΑ-Κίνας. Η καθυστέρηση αυτή δεν είναι η πρώτη στη σχέση των δύο ηγετών φέτος.
Το παραδοτέο που κανείς δεν παρέδωσε
Ας δούμε πρώτα πώς γεννήθηκε αυτό το Συμβούλιο, και γιατί η καθυστέρησή του δεν εκπλήσσει. Η ιστορία ξεκινά νωρίτερα φέτος. Αρχικά, η σύνοδος κορυφής Τραμπ-Σι είχε προγραμματιστεί για τις 31 Μαρτίου έως 2 Απριλίου στο Πεκίνο. Ωστόσο, στις 16 Μαρτίου, ο ίδιος ο Τραμπ ζήτησε αναβολή περίπου ενός μήνα, επικαλούμενος ρητά τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν. Παράλληλα, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε τότε να μετριάσει την εντύπωση, δηλώνοντας ότι τυχόν αναβολή δεν θα οφειλόταν σε διαφωνίες με την Κίνα, αλλά στην ανάγκη του προέδρου να παραμείνει στην Ουάσιγκτον ως αρχιστράτηγος των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Επιπρόσθετα, η ίδια η κινεζική πλευρά χαρακτήρισε τότε τις συνομιλίες στο Παρίσι «εις βάθος, ειλικρινείς και εποικοδομητικές», επιβεβαιώνοντας δέσμευση και των δύο πλευρών για διατήρηση σταθερότητας στις δασμολογικές σχέσεις.
Η σύνοδος τελικά πραγματοποιήθηκε στις 14 και 15 Μαΐου στο Πεκίνο, την πρώτη επίσημη επίσκεψη Αμερικανού προέδρου στη χώρα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Χαρακτηριστικά, το Επιχειρηματικό Συμβούλιο ΗΠΑ-Κίνας αντέδρασε τότε θετικά, με τον Στάιν να δηλώνει ότι «η ανανεωμένη δέσμευση για σταθερότητα είναι ευπρόσδεκτο βήμα». Ανάμεσα στα αποτελέσματα εκείνης της συνόδου συγκαταλεγόταν και η ίδρυση του Συμβουλίου Επενδύσεων, σχεδιασμένου να διευκολύνει τον διάλογο ιδιωτικού τομέα ανάμεσα στις δύο οικονομίες. Ωστόσο, τρεις μήνες αργότερα, το ίδιο αυτό συμβούλιο παραμένει ουσιαστικά ανενεργό. Παράλληλα, ο Στάιν σημείωσε ότι «φαίνεται πως καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι ακόμη έτοιμη για συζητήσεις με τον ιδιωτικό τομέα», περιγράφοντας μια θεσμική πρωτοβουλία που, μήνες μετά τη γέννησή της, δεν έχει κάνει το πρώτο βήμα.

Το πάνω χέρι της Κίνας
Η καθυστέρηση αυτή, όμως, δεν είναι απλώς γραφειοκρατική. Αναλυτές την είχαν προβλέψει από νωρίς. Ειδικότερα, ανάλυση του αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων είχε προειδοποιήσει, ακόμη πριν από τη σύνοδο του Μαΐου, ότι «στη σύνοδο Τραμπ-Σι, η Κίνα θα έχει το πάνω χέρι». Παράλληλα, ερευνητές του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς ανέλυσαν διεξοδικά τους λόγους πίσω από αυτή την εκτίμηση. Συγκεκριμένα, ο πόλεμος με το Ιράν έφερε στην Κίνα τόσο κινδύνους όσο και οφέλη. Από τη μία, ο πόλεμος πλήττει τις πετρελαϊκές αγορές και δημιουργεί κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία. Από την άλλη, θέτει την Ουάσιγκτον σε ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση απέναντι στο Πεκίνο, ενώ αποσπά αμερικανικούς στρατιωτικούς πόρους από τον Ινδο-Ειρηνικό, ακριβώς την περιοχή όπου η Κίνα επιδιώκει μεγαλύτερη επιρροή.
Το ίδιο ανοιχτό ερώτημα, σύμφωνα με τους ερευνητές, αφορούσε το αν ο Σι θα πίεζε τον Τραμπ να αλλάξει τη μακρόχρονη αμερικανική γλώσσα για την Ταϊβάν κατά τη σύνοδο του Μαΐου. Παράλληλα, είχαμε ήδη καταγράψει τη δική μας ανάλυση για ακριβώς αυτό το δίλημμα, με τον ίδιο τον Τραμπ να παραδέχεται αργότερα δημόσια ότι «το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε τώρα είναι ένας πόλεμος εννιά χιλιάδες πεντακόσια μίλια μακριά», αναφερόμενος ρητά στην Ταϊβάν. Επιπρόσθετα, η καθυστέρηση της υλοποίησης του Συμβουλίου Επενδύσεων επιβεβαιώνει, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, την ίδια αυτή θεωρία: όσο η αμερικανική προσοχή παραμένει προσηλωμένη στη Μέση Ανατολή, οι σχέσεις με την Κίνα προχωρούν με πολύ πιο αργό ρυθμό απ’ όσο θα περίμενε κανείς.
Η δεύτερη σύνοδος πλησιάζει
Το ερώτημα, τώρα, είναι τι θα σημάνει αυτή η καθυστέρηση για τη δεύτερη συνάντηση των δύο ηγετών. Ο χρόνος τρέχει γρήγορα. Καταρχάς, η επικείμενη σύνοδος στην Ουάσιγκτον θα αποτελέσει την πρώτη επίσκεψη Κινέζου προέδρου σε αμερικανικό έδαφος υπό τη σημερινή αμερικανική διοίκηση. Ακολούθως, οι προσδοκίες για ουσιαστικά αποτελέσματα παραμένουν υψηλές, δεδομένης της συμβολικής βαρύτητας μιας τέτοιας επίσκεψης. Ωστόσο, η δήλωση Στάιν δείχνει ότι, τουλάχιστον σε αυτό το συγκεκριμένο μέτωπο, οι δύο πλευρές δεν έχουν καν ξεκινήσει την προπαρασκευαστική εργασία που θα χρειαζόταν για ουσιαστική πρόοδο. Παράλληλα, καμία από τις δύο κυβερνήσεις δεν έχει εξηγήσει δημόσια τους λόγους αυτής της αδράνειας, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για προτεραιοποίηση άλλων ζητημάτων, εσωτερική γραφειοκρατική καθυστέρηση, ή ουσιαστική έλλειψη πολιτικής βούλησης και από τις δύο πλευρές.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η ίδια η φύση των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Κίνας έχει δείξει επανειλημμένα φέτος έντονη ρευστότητα. Έχουμε ήδη καταγράψει, σε προηγούμενα άρθρα μας, τόσο τη διαμάχη γύρω από τα ρομπότ και τους δασμούς όσο και την ένταση για τις σπάνιες γαίες, ζητήματα που παρέμειναν σε εκκρεμότητα ακόμη και μετά τη σύνοδο του Μαΐου. Η καθυστέρηση του Συμβουλίου Επενδύσεων εντάσσεται, δηλαδή, σε ένα ευρύτερο μοτίβο βραδύτητας, όπου οι μεγάλες συμβολικές δεσμεύσεις σπάνια μεταφράζονται γρήγορα σε συγκεκριμένους θεσμικούς μηχανισμούς.
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα
Η καθυστέρηση αυτή έχει και έμμεσες συνέπειες για την Ευρώπη. Καταρχήν, η σταθερότητα των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας επηρεάζει άμεσα τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και τις επενδυτικές ροές που αφορούν και ευρωπαϊκές εταιρείες. Παράλληλα, όσο η αμερικανική προσοχή παραμένει διασκορπισμένη ανάμεσα σε Μέση Ανατολή και Ασία, η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο διαμόρφωσης της δικής της σχέσης με το Πεκίνο, όπως έχουμε ήδη καταγράψει με το ταξίδι της Κάγια Κάλλας στο Πεκίνο. Επιπρόσθετα, η ίδια η αβεβαιότητα γύρω από τη σχέση των δύο υπερδυνάμεων δημιουργεί πρόσθετη πίεση σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που προσπαθούν να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα ανάμεσα σε δύο ασταθείς αγορές.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος της εξέτασης αυτής μένει μια εικόνα με σαφή, επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Ένας πόλεμος, δύο καθυστερήσεις, ένα θεσμικό αποτέλεσμα που παραμένει στα χαρτιά. Πρώτον, η πρώτη σύνοδος καθυστέρησε φανερά εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν. Ωστόσο, ακόμη και μετά την πραγματοποίησή της, τα συγκεκριμένα αποτελέσματά της δείχνουν να προχωρούν με εξαιρετικά αργό ρυθμό. Μάλιστα, αναλυτές είχαν προβλέψει από νωρίς ότι η αμερικανική περισπασμένη προσοχή θα ευνοούσε την Κίνα σε αυτή την αναμέτρηση. Το iaxia.gr θα συνεχίσει να παρακολουθεί αν η δεύτερη σύνοδος του Σεπτεμβρίου θα καταφέρει τελικά να δώσει ουσία σε όσα η πρώτη άφησε στα χαρτιά.

